Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Το «χθες» και το «αύριο» μέσα απ’ την τζαμόπορτα...


Απ’ την τζαμόπορτα της παλιάς ταβέρνας στου Κουκάκη (με ήτα!) μπορούσα να βλέπω τα δύο τραπέζια στον πεζόδρομο. Στο ένα καθόταν ένα νέο ζευγάρι – ίσως φοιτητές, ή λίγο μεγαλύτεροι. Ο τύπος ήταν απ’ αυτούς που αντλούν τον αυτοπροσδιορισμό τους από την προσοχή των άλλων. Πριν καθίσουν, είχε μπει στην ταβέρνα με ύφος υπερχειλίζουσας μαγκιάς που κάνει τη γη να τρίζει κάτω απ’ τα πόδια της, επιθεώρησε σχολαστικά τα φαγητά, και έδωσε την παραγγελιά του με σίγουρη και βροντερή φωνή, όπως ταιριάζει σε πραγματικούς επιβήτορες! Τη φωνή της «κότας» που τον συνόδευε, για να είμαι ειλικρινής, δεν την άκουσα ποτέ, φαινόταν όμως να απολαμβάνει την προστατευτική παρουσία του «μάτσο» ιδιοκτήτη της! Δεν αποτέλεσε έκπληξη για μένα το γεγονός ότι, όση ώρα εκών-άκων τους έβλεπα μέσα απ’ την τζαμόπορτα, δεν διέκρινα ούτε υποψία τρυφερότητας ανάμεσα στο αυτάρεσκο θεριό και το καθυποταγμένο φτερωτό του: Εκείνος απλά απολάμβανε το γεύμα του μ’ εκείνο το βαρβαρικό στυλ πρώην πρωθυπουργού στου Μπαϊρακτάρη, ενώ εκείνη κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια να μην τον ενοχλεί!

Στο άλλο τραπέζι το σκηνικό ήταν πολύ διαφορετικό. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι έτρωγε αθόρυβα, φροντίζοντας να κάνουν την παρουσία τους όσο γινόταν πιο διακριτική. Κάθε τόσο, η γυναίκα έσκυβε προς το μέρος του συμπαθέστατου ανθρώπου που καθόταν δίπλα της και τον χάιδευε στοργικά στο κεφάλι και την πλάτη. Εκείνος τότε έγερνε απαλά στον ώμο της και δεχόταν με ευγνωμοσύνη ακόμα μια δόση απ’ τη στοργή της. Ήταν φανερό πως ο άνθρωπος υπέφερε από κάποιο πρόβλημα υγείας που τον καθιστούσε ευάλωτο. Και ήταν εξίσου φανερό πως η γυναίκα του τού πρόσφερε το καλύτερο γιατρικό που υπάρχει στον κόσμο: την αγάπη της!

Δεν ξέρω για ποιο πράγμα ένιωσα περισσότερη θλίψη... Για το ζευγάρι των απόμαχων της ζωής, που έμειναν μόνοι να στηρίζουν ο ένας τον άλλο μπροστά στο τρομαχτικό φάσμα μιας αβέβαιης επόμενης μέρας που κάθε της στιγμή φαντάζει σαν απειλή για το πολύτιμο «μαζί»; Για τον υπερφίαλο νεαρό που νομίζει πως θα βιώνει αιώνια την αυτάρεσκη αίσθηση της δύναμής του, αγνοώντας αφελώς τις σκληρές πραγματικότητες που αποκαλύπτει η ζωή στο διάβα της;

Καθώς έπαιρνα το δρόμο για το σπίτι, δεν απέφυγα τους συμβολικούς συνειρμούς με μια χώρα που, πάνω στην αλαζονική αφέλεια της αυτάρεσκης εθνικής «εφηβείας» της, μεθυσμένη από τη μαγική αυτοεικόνα της «οικονομικής υπερδύναμης των Βαλκανίων», βάδισε με σίγουρα βήματα ως το χείλος της καταστροφής της! Και τώρα, στην όψιμη, καταναγκαστική, αιφνίδια ενηλικίωσή της, θα πρέπει ν’ ανακαλύψει τις άγνωστες γι’ αυτήν αρετές της αυτοσυγκράτησης και της κοινωνικής αλληλεγγύης, σαν μόνους δρόμους για τη σωτηρία...

Και ξάφνου, ήρθαν στο νου μου τα «Αθέατα Σύννεφα», ποιητικό παραλήρημα ενός άγνωστου, «οιονεί ποιητή»:

Τρελοί κι ανυποψίαστοι
διαβήκαμε τους δρόμους του καιρού
έφιπποι στης αθανασίας τ’ αλαζονικό μας
το αυτονόητο,
με έπαρση πολλή κατάματα
τον ήλιο ατενίζοντας
μες στο γαλάζιο, άνεφο ουρανό...

Πώς δεν τα είδαμε που έρχονταν τα σύννεφα;
Πώς δεν ακούσαμε τον κεραυνό από μακριά;
Πώς δε μυρίσαμε στο χώμα τη βροχή;

Τώρα μένω πια μάταια ν’ αναζητώ
τ’ αυτάρεσκα χαμόγελα
της σίγουρής μου αυθάδειας,
τον κόσμο εκείνο το «μηδαμινό»
που έλεγαν μου ανήκε,
την πόρτα πάντα πρόθυμα
χωρίς να με ρωτά
ν’ ανοίγει σαν γυρνώ,
τις μυρωδιές απ’ το φαΐ
ποτέ που δεν ετοίμασα...

Όμως, σα δείτε τα παιδιά
μην τους χαλάτε τ’ όνειρο,
της αυταπάτης το άλογο
μην τ’ αγριεύετε
τόσο ωραίο που μοιάζει το ταξίδι!
Τρελά κι ανυποψίαστα
αφήστε να διαβαίνουνε
τους δρόμους του καιρού
μες στα δικά τους τ’ αλαζονικά
τα «αυτονόητα».
Ώσπου να δουν τα σύννεφα,
ν’ ακούσουν τη βροντή,
την πρώτη να μυρίσουν τη βροχή
κάποια στιγμή στο χώμα...

(Ντίνος Πυργιώτης, ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ...)

Aixmi.gr

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Πάρσιφαλ: Η σοφία μέσα απ’ τη συμπόνια

Μιλώντας τις προάλλες με ένα πολύ κοντινό μου πρόσωπο, συνειδητοποίησα πόσο μάταιη είναι η προσπάθεια ερμηνείας των ανθρώπινων συναισθημάτων με όρους κοινής λογικής και ηθικής του δικαίου. Πριν χρόνια, η συνομιλήτριά μου έχασε τον πατέρα της μετά από μακροχρόνια ασθένεια. Την ίδια εποχή βρισκόταν στη διαδικασία ενός διαζυγίου που έμελλε ν’ αποδειχθεί ιδιαίτερα οδυνηρό γι’ αυτήν, λόγω της εκδικητικής συμπεριφοράς του συζύγου της...

Μετά από κάπου μια εικοσαετία, ο ίδιος ο σύζυγος αρρώστησε σοβαρά. Δεν απαιτείται, ίσως, πολλή φαντασία για να μαντέψει κανείς ποιο πρόσωπο βρέθηκε να τον συντρέξει τη δύσκολη αυτή ώρα! Το ενδιαφέρον εστιάζεται στη φαινομενική αντινομία στο συναισθηματικό ισοζύγιο: Όπως μου ομολόγησε, στον πατέρα της, με τον οποίο την συνέδεαν βαθιά αισθήματα αγάπης, δεν είχε προσφέρει ούτε πολλοστημόριο –τόσο ψυχικά, όσο και πρακτικά– αυτών που με εντελώς αυθόρμητο τρόπο κατέθετε σε έναν άνθρωπο που της είχε συμπεριφερθεί για χρόνια σαν δυνάστης!

Στη λογική απορία μου, η απάντησή της ήταν αφοπλιστική: «Όταν έχασα τον πατέρα μου, ήμουν ακόμα ένα ανώριμο, εγωκεντρικό πλάσμα, ανίκανο να νιώσει αληθινή συμπόνια. Σιγά-σιγά, όμως, η ζωή με προσγείωσε, μου έδειξε την τραγική πλευρά της ματαιότητας, με έκανε σοφότερη. Τώρα μπορώ και συμπονώ ακόμα κι αυτούς που με έβλαψαν, επειδή και μόνο είναι άνθρωποι!» Η σοφία, λοιπόν, χέρι-χέρι με τη συμπόνια! Μια ιδέα που με παραπέμπει στη μεγαλύτερη πνευματική κληρονομιά που άφησε πίσω του ένας μεγάλος μουσικός και διανοητής που αγάπησε πολύ την Ελλάδα...

Ο «Πάρσιφαλ» (Parsifal) υπήρξε το τελευταίο – και κατά πολλούς κορυφαίο – μουσικό δράμα του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Έμελλε να επηρεάσει πολλούς κατοπινούς συνθέτες, είτε δήλωναν ευθέως τη συμπάθειά τους για τον Βάγκνερ (όπως, π.χ., ο Πουτσίνι), είτε επιδίδονταν σε μάταιες ασκήσεις άρνησής του (π.χ., Ντεμπυσσύ). Θα προσθέσω στις επιδράσεις (καθαρά προσωπική άποψη) και την προ-τελευταία (και ίσως σημαντικότερη) όπερα του Τσαϊκόφσκι, τη «Ντάμα Πίκα» (Queen of Spades), όπου το κοντράστ διατονικού και χρωματικού αρμονικού ύφους συμβολίζει τη διαλεκτική συνύπαρξη του καλού με το κακό.

Η όπερα, με χαρακτήρα σκηνικής τελετουργίας, πρωτοπαρουσιάστηκε το 1882 στο δεύτερο Φεστιβάλ του Μπαϋρώυτ (Bayreuth). Ο Βάγκνερ ανέθεσε τη μουσική διεύθυνση στον στενό του φίλο Χέρμαν Λεβί (Hermann Levi), έναν σημαντικό γερμανοεβραίο μαέστρο του οποίου το ταλέντο ο συνθέτης θαύμαζε ιδιαίτερα. Το λιμπρέτο του Βάγκνερ βασίζεται εν μέρει σε επικό ποίημα του Βόλφραμ φον Έσενμπαχ, γραμμένο τον 13ο αιώνα. Κεντρική ιδέα στο μουσικό δράμα είναι η κατάκτηση της σοφίας (θα έλεγα, της αυτοσυνειδησίας) μέσω της συμπόνιας για τον συνάνθρωπο, του βιώματος, δηλαδή, του αλλότριου πόνου. Η ιδέα δεν ανήκει, φυσικά, στον ίδιο τον Βάγκνερ, αλλά είναι αποτέλεσμα της επίδρασης του Σοπενχάουερ πάνω στον συνθέτη-φιλόσοφο.

Σύμφωνα με το λιμπρέτο (του οποίου τις λεπτομέρειες θεωρώ δευτερεύουσες για τους σκοπούς της παρούσας ανάλυσης και δεν θα παραθέσω), ο Πάρσιφαλ, ένας αφελής αλλά καλόψυχος νέος, ανακαλύπτει τις βαθύτερες αλήθειες της ύπαρξης όταν, μετά από μια μακρά πορεία μύησης («περιπλάνηση»), κατορθώνει να υπερβεί τα τείχη του «εγώ» και να βιώσει τον πόνο του συνανθρώπου (Αμφόρτας) σαν δικό του πόνο.

Στο ποιητικό κείμενο του λιμπρέτου υπάρχει μια φράση που θα μπορούσε να κινήσει την περιέργεια των Φυσικών (αν και ουδέποτε συνέβη κάτι τέτοιο, τουλάχιστον εξ όσων γνωρίζω). Λίγο πριν το υπέροχο ορχηστρικό ιντερλούδιο της Πρώτης Πράξης, ακούγεται ο παρακάτω διάλογος ανάμεσα στον Πάρσιφαλ και τον Γκούρνεμαντς(*):

ΠΑΡΣΙΦΑΛ: «Μόλις και μετά βίας βαδίζω, κι όμως νιώθω πως ήδη έχω πάει πολύ μακριά!»

ΓΚΟΥΡΝΕΜΑΝΤΣ: «Βλέπεις, γιε μου, σ’ αυτό εδώ το μέρος ο χρόνος γίνεται χώρος!»

Όσο κι αν θέλει κανείς να αποφύγει τη σκέψη ως παράλογη, δεν μπορεί να μη διερωτηθεί ως πού, άραγε, θα μπορούσε να φτάσει η ικανότητα του Βάγκνερ να βλέπει μπροστά από την εποχή του. Η όπερα πρωτοπαρουσιάστηκε 23 ολόκληρα χρόνια πριν ο Άλμπερτ Αϊνστάιν προτείνει την (Ειδική) Θεωρία της Σχετικότητας. Κι ο παραπάνω διάλογος παραπέμπει αναπόφευκτα στους χωροχρονικούς μετασχηματισμούς που επιτρέπει η σχετικιστική θεωρία. Περίπτωση επιστημονικής προφητείας; Ή μήπως θα πρέπει να συμβιβαστούμε, βολικότερα, με την πιο «πεζή» φιλοσοφική ερμηνεία περί ιδεατού ή υποκειμενικού χώρου και χρόνου, γυρίζοντας με ανακούφιση πίσω στον Καντ και τον Σοπενχάουερ;

Την απάντηση ίσως δεν την μάθουμε ποτέ. Αυτό για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι είναι πως το μήνυμα του Πάρσιφαλ δεν υπόκειται στη φθορά του χρόνου ή στους περιορισμούς του χώρου: Είναι τόσο παλιό όσο ο άνθρωπος, και φτάνει τόσο μακριά όσο η σκέψη μας για το Σύμπαν!

(*) Δείτε το video

ΤΟ ΒΗΜΑ