Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Διαβάζοντας ποίηση!


Της Φέφης Παπαλάμπρου

Να είσαι αυστηρή στην κρίση σου όταν έρθεις σε επαφή με τα γραφτά μου, που είναι κάτι σαν ποιήματα.
Δεν έλαβα υπόψη μου την απειλή, οι ποιητές δεν μπορεί να σου κάνουν κακό, μόνο τον εαυτό τους μπορεί να βλάψουν, να τον πονέσουν.
Οι ποιητές τον πόνο τους κρύβουν μέσα στους στίχους τους, ξαλαφρώνουν για λίγο και αρχίζουν πάλι την εσωτερική τους αναζήτηση.
Μια διαρκής πάλη με τον εαυτό τους.
Έχουν δικά τους μάτια οι ποιητές.
Όλοι θα δούμε το ίδιο ηλιοβασίλεμα, αλλά ο ποιητής θα δει τον ήλιο να βυθίζεται σε κάποια αγκαλιά, θα δει άλλα χρώματα, τα ηλιοβασιλέματα του έχουν συναισθήματα.
Όταν γεννιέται ένα ποίημα, ο τοκετός είναι επώδυνος.
Ο ποιητής δεν θα σου πει τι ένοιωσε σε μια μεγάλη απώλεια... θα σε παραπλανήσει ότι φταίει το βουητό του τρένου που διέλυσε τις ψευδαισθήσεις…
Ποτέ δεν θα σου πει τι περιμένει… είναι σε μια διαρκή αναμονή... και ο ταχυδρόμος πάντα φθάνει αργά.
Δεν θα θρηνήσει φανερά για κάτι που δεν τόλμησε… θα κρατήσει τα προσχήματα και ας θυσίασε μία ιστορία…
Και όταν αποκαλύπτεται, πάλι με γρίφους θα μιλήσει.
Όταν ερωτευτεί, δεν θα σου πει ποτέ σ΄ αγαπώ, θα σου μιλήσει για τα όνειρα που κάνει πριν κοιμηθεί, για τα απροσδόκητα συναπαντήματα που περιμένει, θα κάνει τα ασήμαντα σημαντικά.
Άλλες φορές μιλάει με τα περιστέρια, άλλοτε ψάχνει μέσα του να δει ποιος είναι, να αμφισβητηθεί, να μαλώσει με τον εαυτό του και να προσπαθήσει να σε πείσει... ότι εγώ δεν είμαι εγώ.
Πως να είσαι αυστηρή με ένα ποιητή;
Εξάντλησε όλη την αυστηρότητα μόνος του, δεν σου άφησε κανένα περιθώριο…
Αν όλα αυτά συμβαίνουν, αυτά που διάβασες δεν είναι «σαν ποιήματα»... είναι ποιήματα, που σου λένε πολλά…

22-12-2014

Φέφη Παπαλάμπρου

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Jennifer Lawn: Παιδικά τραύματα στο όνομα της έβδομης τέχνης!

Κάποιοι αναγνώστες του Aixmi.gr ίσως θυμούνται ένα παλιότερο άρθρο, με τίτλο: «Η τρομερή αλήθεια πίσω από μια φημισμένη κινηματογραφική σκηνή!». Στο άρθρο αυτό, προϊόν προσωπικής έρευνας, είχαμε φέρει στο φως μια άγνωστη πτυχή από τα γυρίσματα της φημισμένης ταινίας του Alan J. Pakula, “Sophie’s Choice” (1982) με την Meryl Streep (Όσκαρ ερμηνείας) και τον Kevin Kline. Μια πτυχή που αμαυρώνει τη φήμη τόσο της ίδιας της ταινίας, όσο και του ιδιοφυούς σκηνοθέτη της…

Αυτό που προσωπικά μας είχε εντυπωσιάσει όταν πρωτοείδαμε την ταινία, ήταν η ανατριχιαστικά ρεαλιστική ερμηνεία της μικρούλας Jennifer Lawn, η οποία υποδυόταν την κόρη τής Meryl Streep. Στην κορυφαία σκηνή του έργου, που λαμβάνει χώρα, υποτίθεται, στο Άουσβιτς κατά τη διάρκεια «υποδοχής» Πολωνών κρατουμένων, βλέπουμε την Jennifer «γαντζωμένη» στην αγκαλιά της κινηματογραφικής μητέρας της, με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο παιδικό προσωπάκι της (το τρεμούλιασμα των χειλιών της δύσκολα θα μπορούσε να το πετύχει με τόση φυσικότητα ακόμα και μια πεπειραμένη ηθοποιός!) καθώς ένα ναζιστικό κτήνος με στολή «παζαρεύει» τη ζωή και το θάνατό της. Η σκηνή κορυφώνεται με τα σπαραχτικά ουρλιαχτά της μικρούλας καθώς την αρπάζουν βίαια, απομακρύνοντάς την από τη «μητρική» αγκαλιά…

Αυτό που έφερε στο φως η έρευνα που είχαμε κάνει, ήταν ότι το παιδί δεν υποκρινόταν αλλά βίωνε στ’ αλήθεια τη σκηνή! Κι αυτό, όπως μάθαμε αργότερα, επιτεύχθηκε με τρόπο μεθοδικό από τους συντελεστές της ταινίας, με τη συναίνεση, μάλιστα, της (πραγματικής) μητέρας της μικρής ηθοποιού, που ήταν παρούσα στα γυρίσματα. Ο σκοπός προφανής: να επιτευχθεί ο μέγιστος δυνατός ρεαλισμός στην «ερμηνεία»!

Ο απόηχος αυτής της αποκάλυψης έφτασε πολύ μακρύτερα απ’ ό,τι θα μπορούσαμε να περιμένουμε. Η 36χρονη, σήμερα, Jennifer Lawn, που είχε κρατήσει ως πρόσφατα επτασφράγιστο το μυστικό του γυρίσματος εκείνης της φοβερής κινηματογραφικής σκηνής, μίλησε, επιτέλους, δημόσια για την εφιαλτική εμπειρία της, επιβεβαιώνοντας, ουσιαστικά, τις πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας τόσο στο Aixmi.gr, όσο και (στα αγγλικά) στο blog Musicphile. Σε πρόσφατη συνέντευξή της στο Entertainment Weekly, η οποία δημοσιεύθηκε με τον τίτλο: “Sophie’s Choice: The little girl and the story behind that haunting scene”, αποκάλυψε περισσότερα απ’ όσα ήδη γνωρίζαμε…

Καταρχήν, διέψευσε διακριτικά την Meryl Streep (αλλά κι εμάς που παρασυρθήκαμε από δηλώσεις της μεγάλης ηθοποιού): Η σκηνή δεν γυρίστηκε μόνο μία φορά, αλλά δεκατρείς! Και, κάθε φορά, η τετράχρονη μικρούλα ξαναζούσε τον ίδιο τρόμο της αρπαγής από μια αγκαλιά που την είχαν μάθει να εμπιστεύεται. Κι αυτή η εμπιστοσύνη χτίστηκε βήμα-βήμα, με τρόπο καλά μελετημένο, μεθοδικό, αφού, την περίοδο των γυρισμάτων, η Streep περνούσε ώρες ολόκληρες παρέα με τη Jennifer, πετυχαίνοντας να κάνει τη μικρή να τη νιώσει σαν πραγματική μητέρα της!

Ο ηθοποιός που ενσάρκωνε τον αξιωματικό των SS (ο Αυστριακός Karlheinz Hackl, 1949–2014) είχε πράγματι τρομερή όψη. Και, όπως θυμάται η Lawn, δεν εμφανιζόταν μπροστά στο παιδί παρά μόνο κατά τη στιγμή των γυρισμάτων, πράγμα που έκανε την παρουσία του ακόμα πιο τρομαχτική! Και, φυσικά, τη σκηνή ακόμα ρεαλιστικότερη…

Αυτά όλα, βέβαια, ανήκουν στο παρελθόν. Όμως, όπως έχουμε διαπιστώσει, εδώ και λίγο καιρό το όνομα Jennifer Lawn στο Google δεν παραπέμπει απλά και μόνο στην επιτυχημένη αντιπρόεδρο της μεγαλύτερης αμερικανικής ασφαλιστικής εταιρείας, αλλά και στο alter ego της: ένα ξεχασμένο κινηματογραφικό ταλέντο που απόχτησε μια πρόσκαιρη φήμη ξεπληρωμένη με παιδικά τραύματα. Όχι, πάντως, ανεξίτηλα, όπως βεβαιώνει η ίδια η Jennifer! Η οποία σήμερα ζει και εργάζεται μόνιμα στο Παρίσι, παντρεμένη με Γάλλο υπήκοο.

Όσο για το “Sophie’s Choice”, δεν ξέρω αν είναι η αγαπημένη της ταινία. Αυτό που είναι σίγουρο είναι πως, όπως λέει χαμογελώντας, μπορεί πια να τη βλέπει χωρίς να σφίγγεται το στομάχι της. Άρα και το δικό μας, επίσης!

Aixmi.gr

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Ραντεβού με ένα θλιμμένο χαμόγελο...

Του φάνηκε σαν θείο δώρο όταν η Λίνα τού είπε πως θα έφευγε για λίγες μέρες, να επισκεφθεί τη μητέρα της στην επαρχία. Η αλήθεια ήταν πως κι εκείνος ήταν έτοιμος να της πει κάτι ανάλογο. Μόνο που, στη δική του περίπτωση, ο αληθινός λόγος του ταξιδιού δεν θα μπορούσε να ειπωθεί. Θα έμοιαζε σαν παραμύθι. Για εκείνη, όμως, θα ήταν ένα επικίνδυνο, απειλητικό παραμύθι, για το οποίο δεν της είχε μιλήσει ποτέ...

Το ταξίδι του θα ‘χε σα σκοπό την εκπλήρωση μιας υπόσχεσης που είχε δοθεί χρόνια πριν, όταν, παιδί ακόμα, έκανε τις καλοκαιρινές διακοπές του σε κάποιο παραθαλάσσιο χωριό. Εκεί, το πλαϊνό σπίτι νοίκιαζε μια άλλη οικογένεια από την πόλη. Και καθόλου δεν θα του ‘χαν φανεί σημαντικοί και αξιομνημόνευτοι, αν ανάμεσά τους δεν υπήρχε εκείνη η μικρούλα, πάνω-κάτω στη δική του ηλικία...

Την έβλεπε πρωί κι απόγευμα να μελετά και να γράφει πάνω σε ένα παλιό τραπέζι, κάτι σαν πρόχειρο γραφείο. Πολύ αυστηροί θα πρέπει να ‘ταν οι δικοί της, να τη βάζουν να κάνει επαναλήψεις στα μαθήματα καταμεσής του καλοκαιριού, τις ώρες που οι υπόλοιποι της ηλικίας της έπαιζαν στους δρόμους! Θυμάται που πέταγε, εκείνος, επίτηδες τη μπάλα μακριά, ίσαμε το σπίτι της, και προθυμοποιούταν πάντα να τρέξει να τη φέρει. Είχε έτσι την ευκαιρία να κοντοσταθεί έξω απ’ την αυλόπορτά της, να τη δει που διάβαζε σκυμμένη στα βιβλία. Και είχε πάντα στο πρόσωπο εκείνη τη θλιμμένη έκφραση που την έκανε να δείχνει τόσο όμορφα αινιγματική...

Για κάποιο μεταφυσικό λόγο, δεν έμαθε ποτέ το όνομά της. Έστεκε πάντα έξω απ’ την αυλόπορτα χωρίς να μιλά, κοιτώντας σαν υπνωτισμένος εκείνο το θλιμμένο βλέμμα. Ως τη μέρα που είδε τους γείτονες να κάνουν ετοιμασίες γι’ αναχώρηση. Άρπαξε τότε κάτι βιαστικά απ’ τον εκδρομικό σάκο του και έτρεξε στο διπλανό σπίτι. Την είδε στην είσοδο, λες και τον περίμενε, λες και το ‘ξερε πως θα πήγαινε να τη χαιρετήσει. Ήταν για πρώτη φορά που την έβλεπε να χαμογελά!

«Άκου», της είπε, «δεν ήρθα να παίξουμε τόσον καιρό γιατί σε έβλεπα που διάβαζες. Όμως... πάρε αυτό!» Και, με μια κίνηση αδέξια, έβγαλε από την τσέπη μια πρόσφατη φωτογραφία του. «Περίμενε», απάντησε εκείνη και έτρεξε βιαστικά στο σπίτι. Γύρισε κρατώντας μια δική της φωτογραφία, που την έβαλε κρυφά στο χέρι του.

Κοντοστάθηκαν για λίγο, κοιτάζοντας αμήχανα ο ένας τον άλλο. Και τότε, έτσι για να σπάσει τη σιωπή, του ‘ρθε να προτείνει μια ιδέα που, για χρόνια μετά, ντρεπόταν να τη θυμάται έτσι ανόητη που του φάνηκε: «Δεν ξέρω αν θα σε ξαναδώ. Όμως, σα μεγαλώσουμε... δηλαδή, ξέρω ‘γώ... σε 40 χρόνια, ας πούμε, τι θα ‘λεγες να ξαναβρεθούμε εδώ, στο ίδιο μέρος, την ίδια μέρα σαν σήμερα;»

«Σε 40 χρόνια; Μα, πώς θα γνωριστούμε τότε; Το σκέφτηκες;» Εκείνος βρήκε αμέσως τη λύση: «Άκου τι θα κάνουμε: Θα κρατάμε κι οι δυο τις φωτογραφίες. Έτσι, θα ξέρουμε!» Εκείνη συμφώνησε: «Εντάξει. Σε 40 χρόνια από σήμερα!»

Τα χρόνια που πέρασαν από τότε, έφερνε συχνά στο νου του εκείνη τη γελοία πρόταση που είχε κάνει, σίγουρος πως το κορίτσι του διπλανού εξοχικού σπιτιού θα τον είχε πάρει για τρελό! Δεν ξέχασε, όμως, ποτέ εκείνο το θλιμμένο χαμόγελό της τη μέρα του αποχαιρετισμού. Ακόμα και μετά που γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του, με την οποία τώρα ζούσε ευτυχισμένος και ήταν πάντα αληθινά ερωτευμένος...

Μα, να που η ζωή παίζει τα παιχνίδια της, ίσως για να δοκιμάσει πόσο σταθερά είναι τα απαράβατα που έχουμε ορίσει στη ζωή μας! Δεν πάνε πολλές μέρες που άνοιξε εκείνο το κουτί, ψάχνοντας για ένα παλιό βιβλιάριο καταθέσεων. Κι εκεί, μέσα σε ένα μικρό φάκελο, είδε τη φωτογραφία. Θυμήθηκε πως από πίσω είχε γράψει μια ημερομηνία. Και – τι σύμπτωση! – ήταν ίδια με τη μεθαυριανή μέρα. Μα, το σπουδαιότερο αφορούσε τη χρονολογία: θα συμπληρώνονταν ακριβώς 40 χρόνια από τότε!

Λίγο για να εκπληρώσει συμβολικά μια ανενεργή, πλέον, υπόσχεση, λίγο για να ξορκίσει οριστικά ένα παιδικό απωθημένο, αποφάσισε να ταξιδέψει ως εκείνο το παραθαλάσσιο χωριό, στο οποίο ποτέ δεν είχε ξαναβρεθεί από τότε. Η βολική απουσία της γυναίκας του θαρρείς και ήταν σημάδι από τον ουρανό που δεν έπρεπε να αγνοηθεί! Ντύθηκε πρόχειρα (ποιον θα συναντούσε εκεί, άλλωστε;) και μπήκε στο αυτοκίνητο...

Έφτασε σε λίγες ώρες. Το χωριό είχε αλλάξει, ήταν σχεδόν αγνώριστο κάτω από τον αναγκαίο τουριστικό εκσυγχρονισμό. Βρήκε, όμως, εύκολα το σπίτι που κάποτε φιλοξένησε εκείνο το αινιγματικά θλιμμένο χαμόγελο της τελευταίας μέρας. Για την ακρίβεια, ήταν τώρα ένα σύγχρονο ξενοδοχείο. Και η αυλόπορτα είχε δώσει τη θέση της σε μια συρόμενη ηλεκτρική πόρτα που άνοιγε αυτόματα με τηλεκοντρόλ.

Έβγαλε μηχανικά τη φωτογραφία από την τσέπη. Του φάνηκε τόσο αστεία η κίνηση! Άφησε, όμως, το βλέμμα του να περιεργαστεί για λίγο ακόμα εκείνο το μελαγχολικό παιδικό πρόσωπο. Μετά, με μια κίνηση γεμάτη σιγουριά, έβαλε το χέρι στην τσέπη αναζητώντας τον αναπτήρα. Έπρεπε να βάλει τέλος σε κάθε νήμα που τον κρατούσε δεμένο με ό,τι απόμεινε να του θυμίζει το παιδί που υπήρξε κάποτε. Γιατί η ζωή είναι σκληρή, δε στο συγχωρεί αν καταλάβει πως ακόμα δε μεγάλωσες όσο θα ‘πρεπε...

Μα δεν πρόλαβε να κάψει τις μνήμες. Σηκώνοντας το βλέμμα, είδε άξαφνα μπροστά του τη Λίνα! Φαίνεται τον είχε παρακολουθήσει, ίσως και να ‘χε μυριστεί το ψέμα που με ολοφάνερη αδεξιότητα (άμαθος, βλέπεις, σε τέτοια) της είχε πει, για ένα συνέδριο που τάχα θα γινόταν σε κάποια μακρινή πόλη...

Όμως, έδειχνε το ίδιο σαστισμένη κι αμήχανη μ’ εκείνον. Τόσο που δε μπόρεσε ν’ αποσώσει μια αυθόρμητη κίνηση να κρύψει αυτό που κρατούσε στο χέρι της. Και ήταν κάτι γνώριμο σ’ αυτόν, κάτι που είχε χρόνια να δει: η μαθητική φωτογραφία του από τις γυμναστικές επιδείξεις του σχολείου. Ναι, εκείνη η ίδια φωτογραφία που, για λόγο που δε θυμάται πια, είχε μαζί του στις διακοπές το καλοκαίρι πριν 40 χρόνια!

Ξάφνου, λες για ν’ αποδιώξουν την κοινή αμηχανία τους, ξέσπασαν κι οι δυο σε δυνατά γέλια. Και γελούσαν κι αγκαλιάζονταν ώρα πολλή, δίχως να λένε άλλη λέξη. Ναι, η Λίνα δεν είχε πια εκείνο το γνώριμο μελαγχολικό χαμόγελο, αυτό που τόσο τον είχε γοητεύσει όταν την πρωτοείδε. Γελούσε, όμως, τώρα στ’ αλήθεια, ίσως για πρώτη φορά τόσο αυθόρμητα. Κι ήταν ακόμα πιο όμορφη...

(Αφιερωμένο σ’ εκείνους που ψάχνουν μέσα τους να βρουν αν το Σύμπαν εκτείνεται για πάντα, ή κάνει κύκλους και ξαναγυρνά...)

Aixmi.gr

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Πολιτικό τραγούδι στην Ηλιούπολη: Μια αξιέπαινη μουσική πρωτοβουλία!

Με το δήμο Ηλιούπολης έχω ιδιαίτερες προσωπικές σχέσεις. Έτσι, με χαρά δέχθηκα την πρόσκληση να παρακολουθήσω μια μουσικο-θεατρική εκδήλωση του Πολιτιστικού Συλλόγου «Άγγελος Σικελιανός», στη Θεατρική Αίθουσα του Δημαρχείου Ηλιούπολης, το Σάββατο 15 Νοέμβρη. Η Θάλια με προειδοποίησε εμφατικά: «Κοίτα, μην αρχίσεις πάλι τους ακαδημαϊσμούς και την υψηλή μουσική ανάλυση, ψάχνοντας να βρεις κουσούρια στην παράσταση! Σου το λέω εκ των προτέρων: η χορωδία αποτελείται αποκλειστικά από ερασιτέχνες!»

Αφήνοντας κι εγώ τον Μπαχ, τον Μότσαρτ και τον Βάγκνερ στο σπίτι, κίνησα για το Δημαρχείο, να ακούσω τους «ερασιτέχνες». Αντικείμενο της εκδήλωσης ήταν το πολιτικό τραγούδι, με σαφείς αναφορές στους αγώνες της Αριστεράς. Το πρόγραμμα περιλάμβανε μερικά από τα πιο γνωστά πολιτικά τραγούδια της «κλασικής» δισκογραφίας του είδους, αλλά και κάποιες πιο πρόσφατες δημιουργίες. Τα τραγούδια ήταν διασκευασμένα για μικτή χορωδία, με συνοδεία τετραμελούς ορχήστρας (τσέλο, ηλεκτρικό πιάνο, κιθάρα, μπουζούκι) και κρουστών.

Το μουσικό μέρος της βραδιάς ήταν, για μένα, αληθινή αποκάλυψη! Η συνθέτης και μαέστρος Σοφία Καμαγιάννη κατάφερε το ακατόρθωτο: να πάρει στα χέρια της μια παρέα ανθρώπων με αγάπη στο τραγούδι αλλά δίχως ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις στη μουσική, και να τους διδάξει, στην πράξη, τι σημαίνει αρμονία, αντίστιξη και πειθαρχημένος μουσικός συντονισμός. Το εξαιρετικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα κάθε άλλο παρά σε «ερασιτεχνισμό» παρέπεμπε. Και η προτροπή της Θάλιας, τελικά, αποδείχθηκε πως παραβίαζε ανοιχτές θύρες!

Εκτός από τη μουσική διδασκαλία, το ίδιο εξαιρετική ήταν η μουσική διασκευή και η ενορχήστρωση των τραγουδιών από την Καμαγιάννη. Στέκομαι ιδιαίτερα στην περίτεχνη ενορχήστρωση, που κατόρθωσε να δημιουργήσει ορχηστρικά εφέ με ένα πολύ μικρό σύνολο οργάνων (χάρισμα που είχε και ο μεγάλος Χατζιδάκις). Ακόμα κι εκεί που έλειπαν φωνές, τις συμπλήρωνε επιδέξια το τσέλο, που έμοιαζε να ανήκει πότε στην ορχήστρα και πότε στη χορωδία!

Μοναδικό αδύνατο σημείο της παράστασης, η ανάγνωση «πολιτικών» κειμένων ανάμεσα στα τραγούδια. Λόγος που κάποιες στιγμές ακουγόταν κοινότοπος, ίσως ακόμα και λαϊκιστικός, μετριάζοντας τη δύναμη της μελοποιημένης ποίησης, διαβασμένος με μια επίκαιρη αντιμνημονιακή οργή που συχνά φόρτιζε το θέατρο με αρνητική ενέργεια. Και, εν τέλει, λόγος περιττός, αφού τα ίδια τα τραγούδια είπαν όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν!

Αφήνοντας, όμως, πίσω μας τη γκρίνια, φύγαμε από την παράσταση γεμάτοι από υπέροχες μελωδίες και εντυπωσιασμένοι από το υψηλό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Μπράβο σε όλους τους συντελεστές!

Aixmi.gr

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Μάθημα ταπεινοφροσύνης…

Το σωστό του όνομα κανείς δεν το γνώριζε, ή κι ίσως δεν το θυμόταν. Όλοι στο χωριό τον ήξεραν «Σκυφτο-Νικόλα». Έφταιγε η παράξενη περπατησιά του, πάντα με το κεφάλι κάτω, λες κι αναζητούσε κάτι που το ‘ψαχνε καιρό μα ποτέ δεν το ‘βρισκε!

Ο δάσκαλος, που κάτι παραπάνω ήξερε για τους ανθρώπους, έβγαλε μια μέρα το πόρισμα: «Το βάδισμα του Σκυφτο-Νικόλα προδίδει βαθύτατο αίσθημα ταπεινοφροσύνης. Ας γίνει ηθικό παράδειγμα προς μίμηση για όλους μας!»

Και, πράγματι, στο χωριό όλοι αγαπούσαν το Σκυφτο-Νικόλα. Μα πώς να μην τον αγαπούν; Ποιον δεν έτρεχε να βοηθήσει σαν είχε ανάγκη! Ποιον είδε πεινασμένο και δεν μοιράστηκε μ’ αυτόν το λιγοστό φαΐ του! Ποιον ένιωσε λυπημένο και δεν του ‘φτιαξε τη διάθεση με τον καλό το λόγο του!

Όμως, κανείς στο χωριό δεν πρόσεξε πως ο Σκυφτο-Νικόλας δεν ζητούσε τίποτα για τον εαυτό του. Όλοι το θεωρούσαν δεδομένο ότι ένας τόσο ταπεινόφρων άνθρωπος ήταν γεννημένος μόνο να δίνει, ποτέ να ζητά! Ο παπάς, μάλιστα, έλεγε πως αυτό το έκανε προσμένοντας ότι μια μέρα θα ανταμειβόταν γενναιόδωρα στους ουρανούς. Και όχι μόνο για τα λίγα χρόνια μιας γήινης ζωής, μα για μια ολόκληρη αιωνιότητα!

Τα χρόνια πέρασαν… Και, μια μέρα, ο Σκυφτο-Νικόλας κατάλαβε ότι είχε αρρωστήσει πολύ. Σε λίγο δεν θα μπορούσε πια να βγάζει τη μέρα χωρίς τη βοήθεια και τη φροντίδα των χωριανών του. Όμως, βάρος αυτός δεν ήθελε να γίνει σε κανέναν! Μια ζωή, είχε μάθει να δίνει μόνο… Εξάλλου, οι άνθρωποι είχαν τις δικές τους δουλειές, τις δικές τους έγνοιες. Ποιος θα έτρεχε να κοιτάξει, τώρα, έναν ανήμπορο που τίποτα πια δεν ήταν σε θέση να προσφέρει στην κοινωνία;

Μέρες πολλές το συλλογιζόταν… Κι ύστερα τ’ αποφάσισε! Με βήματα αργά, τυραννισμένα από τα χρόνια και την αρρώστια, ανέβηκε στο αντικρινό βουνό. Ακολουθώντας τα μονοπάτια μελλοντικών φιλοσόφων σε ένα δικό του, προσωπικό Ναραγιάμα, τρύπωσε στη σπηλιά που είχε εντοπίσει χρόνια πριν, σε κάποια μαθητική εκδρομή. Τότε που η ζωή έμοιαζε ακόμα τόσο αθώα πίσω από το πλανερό της χαμόγελο…

Σαν είχαν μέρες να τον δουν, στο χωριό άρχισαν να αναρωτιούνται… Ο δάσκαλος ήταν καθησυχαστικός: «Μην ανησυχείτε, καλά θα είναι! Οι ταπεινόφρονες άνθρωποι εμφανίζουν συχνά τάσεις εσωστρέφειας. Μένουν για λίγο μόνοι με τον εαυτό τους και αυτοκρίνονται, μελετώντας τα σφάλματά τους. Σε λίγο, με καθαρή πια τη συνείδηση, επιστρέφουν στην κοινωνία για να συνεχίσουν την προσφορά τους σε αυτήν!»

Το λόγο πήρε κι ο παπάς, που δεν διαφώνησε: «Καλά τα λέει ο δάσκαλος! Είμαι βέβαιος πως ο Σκυφτο-Νικόλας, έστω και αργά, ανακάλυψε τη δύναμη της προσευχής που εξαγνίζει την ψυχή του κάθε αμαρτωλού. Και, για να είμεθα ειλικρινείς, τώρα τελευταία έδειχνε σημάδια απόκλισης από το δρόμο της αρετής. Αποτραβηγμένος και μοναχικός, δεν έτρεχε πια με τον ίδιο ζήλο να προσφέρει τη βοήθειά του σ’ αυτούς που τη χρειάζονταν. Θα έλεγα, είχε αρχίσει να γίνεται κάπως εγωκεντρικός!»

Ο ενωμοτάρχης, όμως, της τοπικής χωροφυλακής δεν συμμεριζόταν τις αισιόδοξες σκέψεις του παπά και του δάσκαλου. Για εκείνον, ο Σκυφτο-Νικόλας ήταν εξαφανισμένος! Αποφάσισε, λοιπόν, να ανοίξει το σπίτι του, να δει μήπως κάτι του ‘χε συμβεί. Ξοπίσω του έτρεξε, με περιέργεια πολλή, όλο το χωριό…

Όπως ήταν φυσικό, βρήκαν το σπίτι άδειο. Μόνο πάνω στο γραφείο, ανάμεσα σε σκονισμένα βιβλία και αμέτρητα μισο-γραμμένα χαρτιά, ξεχώριζε ένα σημείωμα. Έγραφε κάτι που έμοιαζε με ποίημα:

Πάντα στο δρόμο με κοιτάς
που περπατώ σκυφτός.
Και εύκολη εξήγηση
σ’ αυτή μου τη συνήθεια δίνεις:
Πως είμαι το παράδειγμα
της ταπεινοφροσύνης!

Μα θέλω αλήθεια να σου πω
κι ας είναι την εικόνα μου
αυτό να αμαυρώσει:
Το δρόμο πρέπει να κοιτώ
γιατί σα στραβοπέσω
ξέρω κανείς δε θα βρεθεί
εκεί να με σηκώσει!

Ο δάσκαλος έμεινε εκστατικός: «Ώστε ήταν και ποιητής!» Το ίδιο κι ο παπάς: «Ευλογημένες λέξεις, με βαθιά ανθρώπινη σημασία! Περιγράφουν τη δυστυχία του σύγχρονου ανθρώπου που έχει απομακρυνθεί από την Εκκλησία!»

Ο καφετζής του χωριού, όμως, είχε τη δική του άποψη: «Αν ψάχνετε για τον τρελό, τον είδα που ανέβαινε κατά το βουνό. Κι ύστερα σου λένε, η τρέλα δεν πάει στα βουνά!»

Ο ενωμοτάρχης, μάλλον πιο ησυχασμένος τώρα, έκλεισε την πόρτα του σπιτιού και κίνησε για το σταθμό της χωροφυλακής, να συντάξει την έκθεση. Στην πλατεία του χωριού άρχιζαν οι ετοιμασίες για το τοπικό πανηγύρι…

(Αφιερωμένο σε όσους περπατούν σκυφτοί. Κοιτώντας μέσα τους, πριν σηκώσουν το κεφάλι να δούνε τ’ άστρα…)

Aixmi.gr

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Τάκης Κανελλόπουλος - "Ουρανός" (1962)

Ένα από τα αριστουργήματα του ελληνικού κινηματογράφου, που, δυστυχώς, αξιολογήθηκε και προβλήθηκε πολύ λιγότερο απ' ό,τι του άξιζε! Σκηνοθεσία που αγγίζει την τελειότητα, υπέροχη μαυρόασπρη φωτογραφία που αμφισβητεί την παντοκρατορία της έγχρωμης εικόνας, εντυπωσιακά εξωτερικά γυρίσματα που καταργούν τα μειονεκτήματα του χαμηλού προϋπολογισμού, δωρικοί αλλά μεστοί διάλογοι με απόλυτη αίσθηση της οικονομίας του λόγου, ζυγισμένες ερμηνείες που, χωρίς να καταφεύγουν στην υπερβολή, αποδίδουν την εσωτερική ένταση των στιγμών και των ηρώων... Και, να μην λησμονήσουμε να αναφέρουμε την εξαιρετική μουσική επένδυση του Αργύρη Κουνάδη, που πιάνει απόλυτα το σφυγμό της ταινίας! Ένα αληθινό έργο τέχνης που, όμως, έμεινε χωρίς συνέχεια στη σύντομη -και άνιση- καριέρα του Τάκη Κανελλόπουλου...


Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Μουσικο-φιλοσοφώντας στη συνοικιακή ταβέρνα

Στο «Δυο δεκάρες η οκά», στου Κουκάκη, δεν υπήρχαν άλλοι πελάτες εκείνη την ώρα. Έτσι, η μουσική του χώρου ήταν προσαρμοσμένη στα ιδιότροπα γούστα του μοναδικού θαμώνα της ταβέρνας, ενός ξενέρωτου τύπου που καθόταν στο τελευταίο μονό τραπέζι, στο βάθος της αίθουσας. Από τα μεγάφωνα ακούγονταν οι υπέροχοι ήχοι μιας πολύ γνωστής συμφωνίας ενός μεγάλου «κουφού»…

Ο Τιτάνας έγραψε εννέα συμφωνίες. Πολλοί θεωρούν (ίσως όχι άδικα) ως κορυφαία την τελευταία του, την Ένατη. Ήταν αυτή, άλλωστε, που άνοιξε το δρόμο στον Μπρούκνερ, τον Βάγκνερ, τον Μάλερ, ακόμα και τον Σοστακόβιτς!

Κάποια άλλη συμφωνία του, η Πέμπτη, είναι ιδιαίτερα δημοφιλής εξαιτίας του χαρακτηριστικού εναρκτήριου θέματός της. Ένα θέμα κατά βάση ρυθμικό (όχι μελωδικό), που θα το κωδικοποιούσαμε με την έκφραση «3+1». Δηλαδή, ένα γκρουπ από τρεις νότες (ή, αν προτιμάτε, τρία χτυπήματα), ακολουθούμενο από μια τέταρτη (ίδιας ή μεγαλύτερης διάρκειας) η οποία τονίζεται κάπως, έτσι ώστε να ξεχωρίζει από τις άλλες τρεις:

«παμ-παμ-παμ-ΠΟΜ»  ή  «παμ-παμ-παμ-ΠΟΟΟΜ»!

Αυτό που λίγοι συνειδητοποιούν είναι ότι η Πέμπτη Συμφωνία του Μπετόβεν είναι ένα αριστούργημα μινιμαλιστικής κυκλικής γραφής! Θα τολμούσα να πω, μια σχεδόν μονοθεματική συμφωνία όπου το θέμα, δίκην έμμονης ιδέας (για να θυμηθούμε τον Μπερλιόζ) επαναλαμβάνεται σε όλη την έκταση του έργου. «Μα, όχι», θα πει ο αναγνώστης, «το θέμα ακούγεται μόνο στο πρώτο μέρος και – κάπως παραλλαγμένο – στο σκέρτσο, πριν το φινάλε!»

Απαιτούνται πολλές, πάρα πολλές ακροάσεις της «Πέμπτης» για να εντοπίσει κανείς όλες τις παρουσίες αυτού του δαιμονικού «3+1» θέματος, που εμφανίζεται με όλες τις δυνατές του μεταμφιέσεις σε κάθε μέρος, σε κάθε απόσπασμα – οσοδήποτε μικρό – της φοβερής συμφωνίας. Ακόμα κι εκεί, όμως, που δεν ακούγεται στην κυριολεξία, ο ακροατής το «ακούει» ως αφαίρεση, προβάλλοντάς το ο ίδιος, σχεδόν ασυνείδητα, μέσα από το περιρρέον ορχηστρικό περιβάλλον!

Καθώς απολαμβάνει, υπό τους ήχους του Τιτάνα, τις σπεσιαλιτέ του μάγου σεφ Κώστα, ο πελάτης της ταβέρνας αναρωτιέται αν θα μπορούσε ένας κοινός θνητός, ακόμα και κάποιος κορυφαίος μουσικοσυνθέτης, να κατασκευάσει μια ολόκληρη συμφωνία δομημένη πάνω σε ένα θέμα με «3+1» νότες! Μα η σκέψη του ξεγλιστρά κάποια στιγμή από τη μουσική και ξαναγυρίζει στη ζοφερή πραγματικότητα μιας κατεστραμμένης χώρας. Και τότε, βασανιστικά μεταφυσικά ερωτήματα αρχίζουν να γεννιούνται στο νου:

Αν ο Μπετόβεν έχτισε μια ολόκληρη συμφωνία έχοντας στη διάθεσή του μονάχα ένα θέμα, θα μπορούσε άραγε να βρεθεί ένας χαρισματικός οραματιστής, να δείξει το δρόμο για την ανόρθωση αυτής της χώρας με τα πενιχρά μέσα και μόνο που της έχουν απομείνει; Και, εν τέλει, είναι που μας λείπουν τα μέσα, ή μήπως μας στέρεψε η διάθεση να τα ανακαλύψουμε και η ευρηματικότητα να τα αξιοποιήσουμε;

Τα ερωτήματα μένουν αναπάντητα, ενώ στα μεγάφωνα της συνοικιακής ταβέρνας το επικυρίαρχο μουσικό θέμα αποσυντίθεται θριαμβευτικά στην coda του φινάλε της συμφωνίας. Χωρίς ανάπαυλα, την ηχητική σκυτάλη παίρνουν τώρα οι νότες μιας Impromptu του Σούμπερτ, του μεγάλου αυτού παραγνωρισμένου της εποχής του, που έζησε ευτυχισμένος με την αγάπη των φίλων του και μόνο, για να λατρευτεί μετά θάνατον όσο περίπου κι ο Μπετόβεν!

«Εμάς, άραγε, μας έχουν απομείνει φίλοι;» αναρωτιέται ο ξενέρωτος από το βάθος της αίθουσας, καθώς περιμένει το λογαριασμό. Έξω μόλις άρχισε να ψιλοβρέχει. «Θα ‘ταν ωραία, τώρα, αν ζητούσα να βάλουν το 15ο πρελούδιο του Σοπέν!», σκέφτεται για μια στιγμή.

Όμως φεύγει βιαστικά, να προλάβει τη μπόρα. Τούτη τη φορά δεν θα ‘χε καν την πολυτέλεια να ξεχάσει την ομπρέλα του στο κάθισμα της πλαϊνής καρέκλας…

Aixmi.gr

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Στο "Μέγαρο" και στην Πλάκα

Φώτα στη Βασιλίσσης Σοφίας

"Μελίνα Cafe" στην Πλάκα

Στάση: Μέγαρο Μουσικής

Ταβέρνα στην Πλάκα

Βουκαμβίλια στο "Μελίνα Cafe" στην Πλάκα 

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Στον ουρανό της Μονεμβασιάς...

Σμήνη πελαργών, και μια εκπληκτική ανατολή, δίνουν τον τόνο σε αυτό το αξιόλογο video που κατέγραψε ο Άρης Μαγουλάς!


In the sky of Monemvasia: A film by A. N. Magoulas από costaspap

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Θαλασσογραφίες… #6


Στέκει μονάχη, απολαμβάνοντας τη γαλήνη της πρωινής θάλασσας. πριν τα στίφη των παραθεριστών κυριεύσουν χαρούμενα την ξύλινη ράχη της…

(Η «σκάλα» στην παραλία του Νέου Πύργου, στη Βόρεια Εύβοια.)

Aixmi.gr

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

Αν δεν είσαι τυχαίος (1981)

Κι ενώ κάποιοι ψευτο-επαναστάτες έκαναν τη μπάζα τους πολεμώντας -δήθεν- το σύστημα που -δήθεν- μισούσαν, και στέλνοντας -δήθεν- χαιρετίσματα στην εξουσία που -δήθεν- απεχθάνονταν...

...κι ενώ αυτοί, μέσα από την καλοβολεμένη ζωή τους και την προσοδοφόρα καριέρα τους, παρότρυναν αναρίθμητα νέα παιδιά να αναζητήσουν θανατερές εμπειρίες σε καταστροφικές ουσίες και παρανοϊκές δίτροχες ακροβασίες...

...κάποιοι πραγματικοί καλλιτέχνες έγραφαν τραγούδια που στόχευαν να μας βάλουν να συλλογιστούμε βαθιά, ωθώντας μας να υπερβούμε τις μικρότητες της φύσης μας και να εξελιχθούμε ως άνθρωποι και ως μέλη της κοινωνίας!

Μόνο που, αυτή η αληθινή Τέχνη ήταν καταδικασμένη εξαρχής να περάσει στη λήθη, να χαθεί. Γιατί απευθυνόταν σε λάθος λαό...


Αν δεν είσαι τυχαίος

Στίχοι: Γιώργος Θεοχάρης
Μουσική: Νίκος Οικονόμου

Αν δεν είσαι τυχαίος δε θα πιω στην υγειά σου
αν δεν έχεις σημαία προβοσκίδα και χρέος
οπαδός αν δεν είσαι που ξεχνάς τ’ όνομα σου
κάνε τόπο να ζήσεις δε χωράς, μην καθίσεις.

Να’ χες ένα ψεγάδι έστω ένα μονάχα
να μη ντρέπομαι που’ χω ένα μάτι πιο λίγο
στον καημό σου να κάνω πως εδάκρυσα τάχα
και να μην αρρωστήσω στην χαρά σου και φύγω.

Μην ξοδεύεις το φως σου σε αδέσποτες ώρες
τώρα που’ χω μια θέση βολική στο σκοτάδι
είσαι πρόσκαιρος, λίγος, ξαφνικός σαν τις μπόρες
είσαι μόνος και είμαι ουραγός σε κοπάδι.

Αν δεν είσαι τυχαίος καιροσκόπος σακάτης
αν δεν έχεις σημαία προβοσκίδα και χρέος
οπαδός μιας ιδέας που ξεχνάς τ’ όνομά της
οι καρέκλες μας τέρμα μην ταράζεις το τέλμα.


Α' Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού, Κέρκυρα 1981
Μουσική διεύθυνση: Μάνος Χατζιδάκις

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Ένας ύμνος στο φεγγάρι...


Από την Πολυτίμη

Όταν ήμουν πιτσιρίκι αποτελούσε μεγάλο μυστήριο για 'μένα. Κολλούσα το πρόσωπό μου στο παράθυρο του αυτοκινήτου και αναρωτιόμουν πώς γίνεται να μας κυνηγά όπου κι αν βρισκόμαστε. Ξεκινούσα με τον πατέρα μου, τότε, μεγάλες συζητήσεις προκειμένου να μου λύσει τις απορίες σχετικά με την τεράστια κίτρινη μπάλα που αιωρούνταν στον ουρανό κάθε βράδυ, η οποία κατέληγε στους αστερισμούς που φτιάχνουν οι άγνωστοι ήλιοι...

Αργότερα, όταν άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο διαφορετικά, είδα και τη ρομαντική του άποψη. Για πόσους ερωτευμένους έχει γίνει, άραγε, σημείο αναφοράς και πόσοι μόνοι δεν το χαζεύουν τα βράδια αναστενάζοντας κρυφά; Υπάρχουν κι άλλοι που το κοιτάζουν και νιώθουν ερωτευμένοι, έτσι απλά χωρίς λόγο, ερωτευμένοι με τη ζωή...

Πολυτίμη

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Θαλασσογραφίες… #5



Ξημέρωμα στο λιμάνι. Όταν ο φακός του περιηγητή προλαβαίνει να καταγράψει τα χρώματα του πρωινού, που για άλλους συμβολίζουν απλά το ξεκίνημα μιας ακόμα κοπιαστικής μέρας…

Aixmi.gr

Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Θαλασσογραφίες… #4



Η γαλήνη της θάλασσας λίγο μετά το ξημέρωμα. Αντίδοτο στους ταραγμένους καιρούς – που πάντα τέτοιοι θα ‘ναι…

Aixmi.gr

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

Θαλασσογραφίες… #3




Στου ορίζοντα τ’ απόκρυφα

χάθηκ’ η μέρα του καλοκαιριού,

σε πέλαγα προγονικά.

Κι η νύχτα απλώθηκε

με φώτα αχνά και μουσικές απόμακρες

σε αμμουδιές κρυφές,

σε μονοπάτια σκοτεινά κι αγριεμένες θάλασσες,

σε ξέμακρες πορείες κι αγκαλιές βουβές…

Στο πέπλο της τυλίγοντας το αέρινο

όσα δε θα ‘πρεπε να τά βρει το ξημέρωμα…


(Photo: Ηλιοβασίλεμα στην παραλία των Ωρεών, στη Β. Εύβοια)


Aixmi.gr

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Θαλασσογραφίες… #2




Ατένιζαν αγέρωχα το πέλαγος

με βλέμματα αρμονικά συνταιριασμένα

σαν σε κοινά – έστω κι ανέφικτα –

οράματα να στόχευαν.


Άνθρωποι σίγουρα δε θα ‘ταν.

Ίσως πουλιά…


Aixmi.gr

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Θαλασσογραφίες… #1



Σύννεφα, αέρηδες και τρικυμισμένες θάλασσες, λίγο πριν τη δύση μιας Αυγουστιάτικης μέρας, κάπου στη Βόρεια Εύβοια…

Aixmi.gr

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Διάλογος με την Ελένη...

Με αφορμή την ανάρτηση "Εικόνες μιας πόλης… #27" στο Aixmi.gr, αντάλλαξα -μέσω mail- κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες σκέψεις με την πολύ αγαπητή Ελένη Αθανασούλη, μόνιμη συνεργάτιδά μου στα blogs. Συνθέτοντας τις απόψεις που εκφράστηκαν, τις παρουσιάζω υπό μορφή διαλόγου:

Ε.Α.:  Όπως ξέρεις, ενίσταμαι. Είναι μια δουλειά που την έμαθα και δεν μπορώ να την ξεχάσω. Γι' αυτό, χωρίς να αντιτίθεμαι στον τοίχο, γράφω τις "προτάσεις" μου:

Ευτυχία είναι να ξέρεις ποιος είσαι και τι θέλεις.
Ευτυχία είναι αυτό που θέλεις να μη σκοτώνει τους άλλους.
Ευτυχία είναι όταν μπορείς να "ξεκουραστείς" μ' ένα ηλιοβασίλεμα.
Ευτυχία είναι όταν έχεις βρεθεί συνεπής στο καθήκον σου.
Ευτυχία είναι να μιλάς και να θεραπεύεις με το λόγο σου.
Ευτυχία είναι να διορθώνεις τα λάθη σου.
Η Ευτυχία είναι ατομική αίσθηση και συλλογική ανάγκη.
Η Ευτυχία είναι προσωρινή αίσθηση που λογαριάζεται μόνο με το πόσο λίγη υπήρξε.
Γιατί, όποιους κι όσους και να βρεις, τελικά μόνος θα φύγεις/θα μείνεις.
Κι όποιος απομείνει θα πληγωθεί...


Κ.Π.:  Με όλα συμφωνώ! Τι πειράζει, τώρα, να υπάρχει, συν τοις άλλοις, και κάποιος που ν' αγαπάς; Ακούω τώρα έναν φοβερό Βάγκνερ στο ραδιόφωνο. Τον ήρωα της όπερας γιάτρεψε η αγάπη!


Ε.Α.:  Αναγκαίο! Και ωραίο! Αλλά είναι άλλο η αγάπη, άλλο η ευτυχία!

Η αγάπη είναι αίμα, είναι θυσία! Σε δικαιώνει ως άνθρωπο που (μπορεί να) αγαπάει.
Γιατί το να αγαπάς είναι ψυχική ικανότητα που δεν την έχουν όλοι.
Το να σ' αγαπούν είναι ψυχική ανάγκη, που την έχουμε όλοι.

Η ευτυχία είναι συγκυρία περιστάσεων και επί πλέον στιγμιαία (έστω και μακρά στιγμή, ή πολλές συνεχόμενες στιγμές), δεν είναι στάση ζωής!

Η ευτυχία υπάρχει εκεί που τα δέχεσαι όλα και δεν συζητάς.

Η αγάπη η ώριμη, λέει: "Σε χρειάζομαι γιατί σ' αγαπώ".
Η ανώριμη, λέει: "Σ' αγαπώ γιατί σε χρειάζομαι".....

Καλή ακρόαση στον Βάγκνερ!

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

Εικόνες μιας πόλης… #27



«Δόξαν Χρήστου Ξανθάκη ζηλέψας, ψήγματα επιτοίχιας σοφίας απαθανάτισα!» (από αρχαίο ρητό). Ο τοίχος της φωτογραφίας βρίσκεται ακριβώς κάτω απ’ την Ακρόπολη και πάνω από τ’ Αναφιώτικα.

Aixmi.gr

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Όσα δεν βλέπουν οι πολλοί, η "Παρακμή" τα βλέπει!

Από την ποιήτρια "Παρακμή", τακτική -ως φαίνεται- αναγνώστρια του blog, έλαβα ένα ευφυέστατο ποίημα που μάλλον με σατιρίζει, αν και ο στόχος βρίσκεται, νομίζω, πολύ πιο πέρα από την ταπεινότητά μου, και τα κίνητρα είναι πολύ βαθύτερα! Το παραθέτω πάραυτα...


Τα μάτια (σ) μου...


Είπες, θα σταματήσω πια να γράφω,

να διαβάζω,

να ψάχνω στο διαδίκτυο

για ένα τόσο δα μικρούλι

κομματάκι επικαιρότητα.

Θα σταματήσω

και στης φυσικής τα ερωτήματα

στις εξισώσεις μου τις αναπάντητες

μελέτη, χρόνο,

μάτι άγρυπνο να βάζω.


Τα μάτια μου θολώνουνε,

πονούνε και μολύνονται.


Ίσως, άμα τις κάλτσες μου μαντάρω,

ή χορταράκια καθαρίσω,

δεν τα κουράσω και πολύ.

Μπορεί, ποιος ξέρει,

οι πόνοι να μ' αφήσουνε,

και οι θολούρες τους, κι αυτές, σιγά-σιγά,

με το καλό να καθαρίσουνε.


Τι τα γυρεύεις,

πολύς ο χρόνος που κουράστηκαν,

δικαίωση ζητάνε και ξεκούραση,

έστω μια τιποτένια σύνταξη.


Μάταια πια την περιμένουν.

Έχει χωθεί μέσα στη λίστα της Λαγκάρντ!

Από 'κει μέσα, δύσκολο είναι να ξεφύγει,

σε μένα και στα μάτια μου να φτάσει.


Η τύφλα θα μας φάει

και μένανε, κι αυτά.


Έτσι που τη ζωή μας κάναμε,

στα χρόνια που περάσαν τα πολλά,

άσκεφτα και με δανεικά να ζήσουμε,

πως τάχα σύνταξη μας πρέπει

όνειρο είναι μοναχά, και ξωτικό, καρπός,

που μόνο βουλευτής, πρωθυπουργός, και δικαστής

μπορεί να δρέπει.


Για μας;

Σκασμός, πλήρωνε, δούλευε, έτσι σου πρέπει.

Και για τα μάτια μας;

Πολλά είδατε, πολλά απολαύσατε.

Ο άνθρωπος δεν ημπορεί

όλα να τα ποθεί και όλα να τα βλέπει.


Γι' αυτό σκοτάδι μαύρο και βαθύ,

τώρα την τσέπη και το βλέμμα μας θα σκέπει.


"Παρακμή"

Ακρόπολη - Πλάκα, 2-7-2014



Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

Εικόνες μιας πόλης… #26



«Παλιά Βιβλία – Σπάνιες Εκδόσεις» στο Μοναστηράκι. Η πρώτη – ίσως και τελευταία – ελπίδα των βιβλιόφιλων να (ξανα)βρούν κάποιες παλιές, χαμένες αγάπες…

Aixmi.gr

Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Πώς θα 'γραφε τους "Βαρβάρους" αν ζούσε σήμερα ο Καβάφης...

Από ανώνυμη αναγνώστρια, με το ασύνηθες ψευδώνυμο "Παρακμή", έλαβα ένα ιδιοφυές σατιρικό ποιητικό σχόλιο με αφορμή την ξαφνική αδιαθεσία γνωστού δημοσιογράφου (στον οποίο, αυτονοήτως, το blog εύχεται "περαστικά"). Μια σύγχρονη εκδοχή των "Βαρβάρων" του αγαπημένου μου Αλεξανδρινού. Όπως ίσως θα τους έγραφε αν ζούσε στην εποχή (της παρακμής) μας...

Ο παπαγάλος μας... 
Είναι ο πόλεμος να γίνει σήμερα!
Είναι βασιλιά να διαλέξουμε!
Είν' Εκκλησιά που γυρεύει αρχιτέκτονα!
Είναι και ο σεισμός που έρχεται,
Είν' ο κατακλυσμός που επίκειται! 
Και είναι ο Παπαγάλος μας,
με ένα πετραδάκι τόσο δα
-μόλις στα πέντε χιλιοστά-
που στο νοσοκομείο
αδύναμο κι αμίλητο τον έφερε! 
Κι εμείς; τι θ' απογίνουμε
σαν πάθει κάτι ο παπαγάλος μας;
Πώς θα σκεφτόμαστε;
και πώς θ' αποφασίζουμε;
πώς, σ' ό,τι μας λένε, θα πιστεύουμε; 
Και πώς θα πάρουμε απόφαση μεγάλη
να πάμε σ' εκλογές, ή όχι;
ποιος θα μας εξηγήσει
τι να κάνουμε και τι να δανειστούμε
τώρα που ο παπαγάλος μας αρρώστησε; 
Τουλάχιστον, όσο μιλούσε
κι όσο μας εξηγούσε
υπήρχε κάποια ελπίδα
να κάνουμ' επί τέλους το σωστό...! 
"Παρακμή"

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Εικόνες μιας πόλης… #25



Λιμνούλα και γεφύρι (μόλις διακρίνεται) στου Φιλοπάππου. Μια γωνιά της πόλης, που είναι πρόκληση να την ανακαλύψεις…

Aixmi.gr

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

Ένας ξεχωριστός σκύλος, ένας σπάνιος φίλος!

Της Ελένης Αθανασούλη

Ήταν ένα μικρούλι ανοιχτοκάστανο κουταβάκι. Ο μπάρμπα Γιάννης, ο τσοπάνης μας, δεν ήθελε να το κρατήσει, γιατί η μάνα του, μια λύκαινα είχε ξενοπερπατήσει μ’ ένα συνηθισμένο παλιόσκυλο, κι αντί για πρώτης ράτσας σκύλο, τού ‘φερε τούτο το τιποτένιο κουτάβι. Μεγάλος μπελάς!. Αυτός ήταν φύλακας για κότες, δεν ήταν για κοπάδι.

Στο πρόβλημά του βρήκε τη λύση. Ήρθε επίσκεψη στο σπίτι, για να μας φέρει γάλα και τυρί, και με την ευκαιρία, έφερε στα παιδιά του αφεντικού κι ένα δώρο: το κουτάβι, που είχε για πέταμα! Η κυρά-Αρετή πήρε το τυρί, πήρε και το γάλα που είχε παραγγείλει για να φτιάξει τον τραχανά και τις χυλοπίτες της χρονιάς, κι ευχαρίστησε το μπάρμπα Γιάννη για τον κόπο του. Ο Νίκος, ο μεγαλύτερος από μας τα παιδιά, παρέλαβε το κουτάβι. Μας μάζεψε κοντά του για να μας κάνει επίδειξη. Εμείς σαστισμένα, με το καινούργιο «παιχνίδι» σταθήκαμε στην αράδα για να παρακολουθήσουμε. Ο Νίκος, σαν μεγαλύτερος που ήταν, είχε την ευθύνη για όλα, και οι κατευθύνσεις που θα έδινε αυτός ήταν υποχρεωτικός γνώμονας για όλους εμάς τους μικρότερους. Έτσι λοιπόν, για το καλωσόρισμα του κουταβιού, άρχισε αμέσως, να παίζει μαζί του και να το γυμνάζει, να του δίνει εντολές και να ελέγχει την υπακοή του. Ο Νίκος, δεν ήταν μόνο ο σοβαρός και υπεύθυνος καθοδηγητής μας, ήταν και παιχνιδιάρης και ζαβολιάρης. Έτσι, γυμνάζοντας το κουταβάκι, προσπαθούσε να το ξεγελάσει, να το μπερδέψει. Ετούτο το κακόμοιρο, που ήταν ορφανό και πεταμένο, έκανε τα πάντα αποζητώντας αγάπη κι επιδοκιμασία. Και την πέτυχε. Ήταν ένα εξαιρετικής ευφυΐας κουτάβι, που μας κέρδισε όλους, για τη χάρη με την οποία ξέφευγε από τις παγίδες, για το πώς συμμορφωνόταν κι εκτελούσε τις εντολές και το πόσο αποζητούσε από όλους μας την επιβράβευση ύστερα από τόσα και τόσα παιχνίδια και δουλειά. Δεν μπορούσες ποτέ να αρνηθείς την αγάπη σου σ’ αυτόν το σκύλο.

Ο Νίκος τον ονομάτισε Αζώρ. Τον είχαμε στην αυλή του σπιτιού. Ήξερε πολύ καλά το ρόλο και το έργο του. Ήταν συνήθως ελεύθερος. Δεν άφηνε ξένους να μπουν στην αυλή, γιατί αισθανόταν την παραβίαση. Αγαπούσε όμως όλους τους εργάτες της οικογένειας, τους οποίους γνώριζε πολύ καλά, κι αυτοί τον αγαπούσαν και τον χάιδευαν. Σ’ όλους ανεξαιρέτως κάτι είχε προσφέρει, χαρά ή προσωπική εκδούλευση.

Νεαρός σκύλος ακόμη, μια μέρα που βολτάριζε κοντά στο σπίτι, δεν ξέφυγε από το δόκανο του μπόγια, που γύριζε τα χωριά για να ελέγξει την αμέλεια των νοικοκυραίων. Έριχνε φόλες στ’ αδέσποτα, για να σωφρονίσει όσους δεν μεριμνούσαν για την αποφυγή κινδύνων από τους ελεύθερους σκύλους. Ο ελεύθερος Αζώρ, είδε τον μπόγια ως άγνωστο, τον γαύγισε, κι εκείνος τού 'ριξε τη φόλα. Ο καημένος ο Αζώρ την πήρε και την έφαγε. Σε λίγο αρρώστησε βαριά. Η μάνα μας, σαν τον είδε, κάλεσε και το Νίκο, τα κουβέντιασαν, κι αποφάσισαν να του δώσουν παστό χοιρινό με αρκετό λίπος για να του προκαλέσουν ναυτία. Αλλά ο σκύλος, αρνήθηκε να πάρει απείραχτο φαγητό. Ήταν συνηθισμένος να τρώει υπολείμματα φαγητού. Με το ζόρι, του κράτησαν το στόμα ανοιχτό και άδειασαν μέσα σ’ αυτό ένα μπουκάλι λάδι. Μετά από λίγο, εξέμεσε τη φόλα. Τον φροντίσαμε κι εβγήκε γερός από αυτή τη δοκιμασία. Όλοι μας ήμασταν χαρούμενοι που επέζησε, και προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπους να τον προφυλάξουμε από κάθε κίνδυνο κι από κάθε κακό ενδεχόμενο.

Ο Νίκος έφυγε για την Αυστραλία, κι ο Αζώρ λυπήθηκε πολύ γι’ αυτήν την απουσία, όπως όλοι μας. Εγώ θεώρησα αυτήν την μετανάστευση ως το ισχυρότερο πλήγμα που είχα δεχθεί στην καρδιά μου μέχρι τότε. Ήμουν 13 χρονών. Η μαμά μου, μια γυναίκα, με σιδερένια υγεία και λιονταρίσια καρδιά, για πρώτη φορά στη ζωή της λιποθύμησε. Ο Μπαμπάς το πήρε κατάκαρδα, Ο άνθρωπος αυτός, που δεν είχε δουλέψει με τα χέρια του εδώ και 30 χρόνια, αποσύρθηκε στο καινούργιο χωράφι που είχε αγοράσει, και άρχισε, στα 55 του, να δουλεύει σκληρά για να κουράζει το σώμα του, ώστε να μην έχει η θλίψη αποκούμπι. Φοβόμασταν όλοι για την ψυχική του υγεία. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε ζήσει σκληρά παιδικά χρόνια, είχε μεγάλες ατυχίες στη προσωπική και την επιχειρηματική του ζωή, και γι’ αυτό είχε εύθραυστη υγεία. Σε τούτη τη δύσκολη ώρα ο Αζώρ, ήταν ένας σύντροφος, που βρισκόταν μαζί του όλη μέρα. Ο Μπαμπάς, ήταν ένας άνθρωπος πολύ τρυφερός. Σ’ όλους μας, μιλούσε με χαϊδευτικά και υποκοριστικά. Έτσι μιλούσε και στον Αζώρ. Τον φώναζε Αζοράκο. Ποτέ δεν τον κάλεσε, ούτε τον μάλωσε αυστηρά. Πάντοτε μειλίχια και γλυκά έδινε τις εντολές ή επέβαλλε τις τιμωρίες, σαν αναγκαίο στάδιο για την εκπαίδευση και το σωφρονισμό. Αυτός ήταν ο δικός του ο τρόπος. Χαμηλόφωνα και με φωνή που δεν επιδέχεται αντιρρήσεις, «Αζοράκο, όχι, δεν έκανες καλά». «Αζοράκο, πήγαινε φέρ'το». «Αζοράκο άσ'το», και τελικά, «μπράβο Αζοράκο!», μ’ ένα γέλιο γλυκό γεμάτο κατάφαση και ικανοποίηση. Χαίρονταν οι δυο τους και σφυρηλατούσαν μια σχέση δυνατή, σχέση συντροφιάς, συνεργασίας, παρέας, συνύπαρξης. Έζησαν πολλά χρόνια μαζί.

Ο Μπαμπάς τον έπαιρνε μαζί του όταν έβγαινε με το δίκαννο για να κυνηγήσει. Οι φίλοι του τον κοροϊδεύανε, πως «τρέχει μαζί του στο κυνήγι έναν κοπρίτη». Αλλά ο Μπαμπάς, είχε διδάξει λίγα μυστικά στον Αζώρ. Κι εκείνος, με τη σειρά του, με την εξυπνάδα και τα χαρίσματά του, έμαθε πώς να ανιχνεύει τα πουλιά στις κρυψώνες τους. 1-2 τη φορά.

Όταν θερίζανε τα γεννήματα, μέσα στις καλαμιές κρύβονταν τα ορτύκια. Εκεί ξεκίνησαν τα γυμνάσια για το κυνήγι. Ο Μπαμπάς έπαιρνε τον Αζώρ και έβγαιναν στις καλαμιές. Ο Αζώρ μπροστά, ο Μπαμπάς ακολουθούσε με το δίκαννο προτεταμένο. Ο Αζώρ, στην αρχή, δεν ήξερε για ποιο λόγο διέσχιζε τις καλαμιές, αλλά όταν κάποια στιγμή είδε να ξεπετάγονται μέσα απ’ τις φωλιές τους οι ορτυκομάνες και όσα από τα μικρά τους μπορούσαν να πετάξουν, αυτός χαιρόταν κι ήθελε να παίξει μαζί τους, προσπαθούσε να τα φτάσει, αλλά ο κυνηγός έριχνε και ο Αζώρ κατάπληκτος έβλεπε το πουλί να πέφτει και το τρεχαλητό του για παιχνίδι έχανε το νόημα του! Ο κυνηγός χαρούμενος για τη στόχευσή του, φώναζε: «Αζώρ το ορτύκι!» κι ο Αζώρ κοίταζε σα χαμένος, μια το Μπαμπά, και μια κατά το μέρος που είχε πέσει το πουλί. Μετά από λίγο, με θλίψη στα μάτια, πήγαινε το 'παιρνε και το πήγαινε στο Μπαμπά. Ο Μπαμπάς, το 'παιρνε και καμάρωνε τον Αζώρ! Ο Αζώρ τριγύριζε γύρω-γύρω από το Μπαμπά και περίμενε το χάδι πάνω στο κεφαλάκι του.

Όταν πήγαιναν για κυνήγι, στην αρχή, ο Αζώρ ήταν πολύ χαρούμενος, κι έτρεχε, έτρεχε πολύ γρήγορα, κι ο μπαμπάς δεν τον πρόφταινε. Στο πέρασμά του όλα τα πουλιά που ήταν φωλιασμένα στις καλαμιές, πετάγονταν ξαφνιασμένα κι έφευγαν. Ο Μπαμπάς δεν έφτανε να χτυπήσει κανένα. Σιγά-σιγά ο Αζώρ έμαθε να προπορεύεται στη σωστή απόσταση και η κυνηγετική έξοδος ήταν αποδοτική, πάντα όμως μέσα στο αποδεκτό όριο: όχι πάνω από 1-2 θηράματα.

Με την υπομονή του Μπαμπά ο Αζώρ έγινε πολύ καλός ιχνηλάτης. Έμαθε να ιχνηλατεί αλάνθαστα, ορτύκια, μπεκάτσες, τρυγόνια, συκοφάγους κ.ά. Το σπουδαιότερο όμως ήταν το κυνήγι της πάπιας. Όχι μόνο στο ποτάμι αλλά και στη θάλασσα.

Αδυνατώ να θυμηθώ αν υπήρξε κάποια στιγμή που ο Αζώρ ζήτησε τη χαρά και την ευτυχία σε κάποια άλλη αγάπη, διαφορετική από τη δική μας. Ο Αζώρ μεγάλωσε κοντά μας, και ζούσε ευτυχισμένος. Δεν θυμάμαι να είχε κάποιο φλερτ, ή κάποιον έρωτα. Δεν τον θυμάμαι να ζευγάρωσε ποτέ. Ήταν ο σκύλος που χαρά του ήταν να μας υπηρετεί. Κι η δική μας αγάπη και περηφάνια για την εξυπνάδα και τη χάρη του, ήταν κάθε μέρα και μεγαλύτερη.

Ο Αζώρ ένοιωσε την αγάπη του Νίκου, του Μπαμπά και όλων μας. Ένοιωσε πως η αγάπη σ’ αυτό το σπίτι ήταν θεσμός. Ήταν αναγκαίος όρος. Ο Μπαμπάς, ήταν κάθε μέρα στο χωράφι με τα ζώα, και τις καλλιέργειές του. Συντροφιά του κρατούσε ο Αζώρ, που βγαίνανε παρέα και για κυνήγι, και μια γάτα. Η γάτα αυτή και ο Αζώρ έγιναν -μετά από επανειλημμένα μαθήματα αγάπης και αποδοχής- κολλητοί φίλοι. Έτρωγαν από το ίδιο πιάτο, κι αν για κάποιο λόγο έτρωγε κάποιος απ’ τους δύο πρώτος χωρίς να έχει φάει ο άλλος, η μερίδα του άλλου φυλασσόταν από τον πρώτο. Απλώς, ο καθένας έτρωγε το μισό. Ήταν πραγματικά απίστευτο, να βλέπεις να τρώνε από το ίδιο πιάτο ο σκύλος και η γάτα. Αγάπη και Δικαιοσύνη.

Σ’ ένα ξέφωτο αυτού του χωραφιού, σπαρμένο με κριθάρι, έβοσκαν ολημερίς οι κότες, υπό το άγρυπνο βλέμμα του Αζώρ. Δεν τολμούσε να εμφανιστεί καμμιά απειλή γι’ αυτές. Ο φύλακας αυτός θα τον εξουδετέρωνε. Στηριγμένος στα δυο του μπροστινά πόδια, με το κεφάλι ψηλά σαν το περισκόπιο του υποβρυχίου, περιώπτευε το τοπίο και έδινε σήμα στον Μπαμπά-κυνηγό οσάκις εμφανιζότανε αλεπού. Μια φορά μάλιστα, της έστησε καρτέρι κρυμμένος, και αμέσως ξεσήκωσε το Μπαμπά, ο οποίος την εξολόθρευσε.

Σταθμό στην αγάπη όλων μας για τον Αζώρ στάθηκε το ακόλουθο περιστατικό: Ένα βραδάκι ο Μπαμπάς αφού τέλειωσε τη μέρα του στο χωράφι, με τα ζώα και τις καλλιέργειες, επέστρεφε στο χωριό. Με το θόρυβο από το βηματισμό του αλόγου ο Μπαμπάς δεν αντιλήφθηκε ότι ακολουθούσε σιωπηλός και ο Αζώρ. Όταν κάποια στιγμή τον είδε, σταμάτησε, πήγε κοντά του, τον κοίταξε αυστηρά (και με παράπονο για την εγκατάλειψη του καθήκοντος) του είπε: «Αζοράκο, οι κότες μας τι θα γίνουν απόψε; Πίσω γρήγορα, στις κότες!». Ο Αζώρ, έσκυψε το κεφάλι, έριξε κάτω τ’ αυτιά, έβαλε και την ουρά στα σκέλια, και γύρισε αναντίρρητα πίσω στις κότες!

Κύκνειο άσμα για τον Αζώρ, στάθηκε η μέχρις εσχάτων εκτέλεση του καθήκοντος. Ας ιστορήσουμε το τελευταίο περιστατικό δράσης του Αζώρ, με την ακρίβεια που ταιριάζει στη μνήμη του πιο άξιου τετράποδου φίλου: Ήταν βαρύς χειμώνας. Η κοίτη του Ευρώτα είχε γεμίσει, και το νερό κυλούσε ορμητικό παρασέρνοντας στο διάβα του ό,τι έβρισκε. Είχε μπει σε περιβόλια κι είχε ξεριζώσει δένδρα. Είχε ξεριζώσει ακόμη κι από τις όχθες ψηλόκορμα δένδρα. Τα ξεριζωμένα δέντρα, μέσα στην κοίτη, όδευαν προς το τέρμα του ταξιδιού, τη θάλασσα. Με τέτοιο καιρό συνήθως κατεβαίνουν και πάπιες. Αγριόπαπιες. Οι πάπιες ακολουθούν τη ροή του ποταμού και φτάνουν, κι αυτές, μέχρι τη θάλασσα. Εκεί κοπάδια πια, πλέουν στην κυματισμένη θάλασσα. Βουτούν, τινάζονται, κρύβονται έρχονται, φεύγουν. Μεθυστικό το κυνήγι. Ο Αζώρ ορμά στο νερό, και φέρνει το σκοτωμένο θήραμα στο Μπαμπά.

Μια τέτοια μέρα ο Μπαμπάς πήρε τον Αζώρ και πήγαν στο ποτάμι για να κυνηγήσουν πάπιες. Ο Αζώρ είδε ότι μια χτυπημένη πάπια είχε πέσει πέρα από το μέσον της κοίτης. Μπήκε στο ποτάμι πήρε τη χτυπημένη πάπια και, όπως πάντα σε αντίστοιχες περιπτώσεις, την πέρασε απέναντι. Εκεί την άφησε, βούτηξε πάλι και γύρισε στο Μπαμπά μου. Ο Μπαμπάς τον μάλωσε: «Αζοράκο η πάπια είναι δική μας! Γρήγορα, την πάπια!». Ο Αζώρ, ξαναβούτηξε, πέρασε απέναντι, πήρε την πάπια και ξεκίνησε για να τη φέρει στο Μπαμπά μου. Όμως το ποτάμι ήταν «φουσκωμένο», και το ρεύμα πεισματάρικο, δυνατό. Ένας ξεριζωμένος, τσακισμένος, ευκάλυπτος έπλεε κατευθείαν για τη θάλασσα, αλλά, πάνω στην καμπή της κοίτης, στρίμωξε τον Αζώρ, που κρατούσε την πάπια στο στόμα. Ο κορμός του θεόρατου δένδρου φυλάκισε τον Αζώρ στη στροφή. Η ορμή του νερού κατάπιε και την τελευταία του αντίσταση, κι ο Αζώρ άφησε την τελευταία του πνοή στην προσπάθειά του να φέρει την πάπια πίσω. Κι αυτό έγινε, μπροστά στα μάτια του κατάπληκτου Μπαμπά, που δεν μπορούσε ούτε να βοηθήσει ούτε να βλέπει.

Θρηνήσαμε όλοι μας τον Αζώρ, που ορφανό κουταβάκι βρήκε κοντά μας αγάπη κι ευτυχία, και μας έδωσε χαρά κι υπερηφάνεια. Που έδωσε και τη ζωή του για να υπηρετήσει το αφεντικό του. Ήταν θυσία που χαράχτηκε στην καρδιά και τη μνήμη όλων μας. Κανένας άλλος σκύλος, ύστερα από αυτό, δεν θα μπορούσε να μπει στην καρδιά μας και να κερδίσει τέτοια αγάπη.

Ξαναδιαβάζοντας τούτη την ιστορία, για να διορθώσω τυχόν παραδρομές της μηχανής, βλέπω με κατάπληξη, ότι δεν υπάρχει μέσα της η ψυχή μου, με την αγάπη της γι' αυτό το φίλο, τον αγαπημένο. Βλέπω, πως δεν μπορεί ο αναγνώστης να καταλάβει τη θύελλα της τρυφερότητας και τη λαχτάρα μου για τη ζωή του Αζώρ όταν αυτός κινδύνεψε στ' αλήθεια να πεθάνει. Δεν μπορείτε να καταλάβετε το θρήνο που ρήμαξε την καρδιά μου όταν αυτός ο φίλος χάθηκε τόσο πονεμένα και αυτοθυσιαστικά. Γιατί αυτός ο θάνατος δεν ήταν μάταιος. Μου έδειξε τη σημασία της πίστης και τη σημασία της αφοσίωσης. Και τούτη την ώρα τα δάκρυά μου σ' αυτή τη μνήμη, μπορεί να φαίνονται περίεργα, είναι όμως βαθύτατο πένθος μιας αξεπέραστης απώλειας...

Το άσυλο των ζώων: Μια μουσική ειρωνεία…


Το άρθρο του Αργύρη Κωστάκη, «Ο Συμεών μου, το μοναδικό σκυλί στον κόσμο με… φαβορίτες», έφερε πίσω μνήμες και έξυσε πληγές. Για κάποιες απ’ αυτές είχα μιλήσει παλιότερα, σε κείμενα που είχαν δημοσιευθεί στην (παλιά) Ελευθεροτυπία και στο Βήμα. Παραθέτω ένα απόσπασμα, έτσι συμβολικά, στη μνήμη των μόνων φίλων που ποτέ δεν μας πλήγωσαν…

Όσοι δεν έτυχε να έχουν ζώο στο σπίτι, δεν θα γνωρίζουν ότι ο πόνος της απώλειάς του είναι συγκρίσιμος με τον πόνο για το χαμό αγαπημένου προσώπου…

Ήταν πριν λίγες μέρες που είχα χάσει ξαφνικά το σκύλο μου. Σε μια ξένη χώρα και σε μια δύσκολη προσωπική στιγμή, έψαχνα τρόπους να ξεπεράσω την απώλεια. Τότε, ένας φίλος μού πέταξε την ιδέα: «Τι θα ‘λεγες για έναν καινούργιο σκύλο;» Η ιδέα έμοιαζε σωστική!

Μετά από σειρά ανεπιτυχών αναζητήσεων σε σπίτια της πόλης, επόμενος σταθμός ήταν το “Animal Shelter”, το άσυλο των ζώων της περιοχής. Ένα τεράστιο, καταθλιπτικό κτίριο που πρόσφερε προσωρινή φιλοξενία σε ζώα, που στη χώρα μας απλά θα κυκλοφορούσαν αδέσποτα. Αν κάποιο ζώο αποδείχνονταν άρρωστο ή αν δεν βρισκόταν κανείς να το υιοθετήσει, θα έπρεπε να αδειάσει το κελί του ώστε να δοκιμάσει την τύχη του κάποιο άλλο. Και η «τύχη» του ζώου ήταν, στη συνέχεια, απόλυτα προδιαγεγραμμένη (“put to sleep” ήταν η κομψή έκφραση που χρησιμοποιούσαν οι Αμερικάνοι…).

Αν δεν έτυχε ποτέ να βρεθείτε σε τέτοια ιδρύματα, δεν γνωρίζετε μια πολύ διαπεραστική έκφανση της έννοιας της τραγικότητας! Η ξαφνική παρουσία σου στο διάδρομο ανάβει στα ζώα μια σπίθα ελπίδας για τη σωτηρία τους. Κρεμιούνται στα κάγκελα και, με έκφραση έκδηλης αγωνίας, κυριολεκτικά σε εκλιπαρούν να τα ελευθερώσεις απ’ το κελί τους, γλιτώνοντάς τα απ’ το σκοτεινό πεπρωμένο τους, το οποίο προαισθάνονται… Τραγική ειρωνεία, η απαλή, ευχάριστη μουσική που ακουγόταν απ’ τα μεγάφωνα. «Για να ηρεμούν τα ζώα!», μου εξήγησε ο φύλακας…

Σε ένα κελί, μια μεγαλόσωμη σκύλα με τα νεογέννητα κουτάβια της. Το βλέμμα της ξεψυχισμένο, μίζερο, σαν ήδη να δήλωνε παραίτηση και συνθηκολόγηση με τη μοίρα… Σε άλλο κελί, ένα μαλλιαρό, άσπρο, θηλυκό κανίς. «Μάλλον άρρωστη», είπε μελαγχολικά ο φύλακας καθώς άνοιγε το κελί να βάλει νερό. Και σε μια στιγμή, σαν τους απελπισμένους του Άουσβιτς που καβαλούσαν τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα για να «γλιτώσουν» απ’ τους θαλάμους των αερίων, μαζεύοντας όση δύναμη της είχε απομείνει, η σκυλίτσα πετάχτηκε έξω απ’ το κελί της τρέχοντας άναρχα στους υποφωτισμένους διαδρόμους του ασύλου. Χρειάστηκαν οι συντονισμένες προσπάθειες δύο-τριών φυλάκων για να επαναφέρουν στο κελί της μια μελλοθάνατη, που το μόνο «έγκλημά» της ήταν ότι υπήρξε…

Έφυγα κρατώντας μόνο την τραγική ειρωνεία της μουσικής από το τοπικό FM 100. Δυστυχώς, δεν είχα βρει κάποιο ζώο υγιές και κατάλληλο για τις περιοριστικές προδιαγραφές του σπιτιού μου, να πάρω απ’ το άσυλο. Λίγες μέρες μετά, πήρα τελικά ένα αξιαγάπητο κουταβάκι κόκερ σπάνιελ από ένα καλό σπίτι της πόλης. Την ονόμασα Lady. Ξέρετε, σαν εκείνη που τα έμπλεξε με τον Αλήτη στην ταινία του Ντίσνεϊ. Σύντομα διαπίστωσα, μάλιστα, πως είχε και ταλέντο στο τραγούδι!

Εδώ και πολλά χρόνια, αναπαύεται σε κάποιο κτήμα στο Διόνυσο. Είχε φύγει ξαφνικά, προδομένη απ’ την καρδιά της. Την πάντα γεμάτη απ’ την αγάπη, που γενναιόδωρα έδωσε και πήρε…

Aixmi.gr

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Εικόνες μιας πόλης… #23








Λειψά τ’ αστέρια έβρισκα παιδί

στο μέτρημα ξεχνούσα το φεγγάρι…

(Χρήστος Παναγιωτόπουλος, «Άλκης και Αλέξανδρος», από τη συλλογή «ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ»)

Photo: Φεγγάρι πάνω απ’ την Πλατεία Κοτζιά

Aixmi.gr

Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Εικόνες μιας πόλης… #22



Απογευματινή πτήση πάνω απ’ τον Κεραμεικό… (Ή, όταν οι δυνάμεις του Σύμπαντος συνωμοτούν για χάρη του φωτογραφικού φακού!)


Το σχόλιο της Ε. Αθανασούλη:

Ας διανθίσουμε αυτήν την ωραία φωτογραφία με το παρακάτω βίντεο, για να έχουμε και μια ενημέρωση για τον τόπο:



Ευχαριστούμε για τη όμορφη φωτογραφία του μνημειακού χώρου, και για την αφορμή να ψάξουμε περισσότερο…

Aixmi.gr

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Έρωτες στα ερείπια του πολέμου

(Από το ημερολόγιο της Ελένης Αθανασούλη)

Η Βάσια είναι μια Μεγάλη Γυναίκα. Ζει πια μόνη.

Το πρόσωπό της λίγο μαραμένο από το χρόνο, μ' ακόμη πανέμορφο, τα μάτια της γελαστά κι ευτυχισμένα, το χαμόγελό της, κερασάκι ώριμο. Χαριτωμένη κώμη με φυσικούς κυματισμούς πλαισιώνει αυτή την ωραία μορφή. Ένας γεμάτος κι ευτυχισμένος άνθρωπος, πάντα προσηνής, πάντα “φωτεινή”. Λόγια, γέλιο, κινήσεις, απαιτήσεις, προσδοκίες, όλα με μέτρο. Το Άριστον.

Αυτή η ευφρόσυνη ύπαρξη, η Βάσια, δεν είναι ποτέ μόνη. Γιατί έζησε μια οικογενειακή ζωή με πληρότητα συναισθημάτων και αρετών. Είναι γεμάτη μνήμες αγάπης.

Ναύπλιο, λίγο μετά τον πόλεμο. Η μαμά, κυρία κι αρχόντισσα του σπιτιού, είναι μορφωμένη και πάντα γαλήνια. Μεγάλη καρδιά. Η επικοινωνία μαζί της ήταν μυσταγωγία, χαρά και διδασκαλία, αγάπη και φιλία. Αμεσότητα και ειλικρίνεια. Η Βάσια, μαθήτρια στο Γυμνάσιο, κι η μαμά την έβλεπε να μπουμπουκιάζει και ν' ανθίζει. Κι από κοντά οι νέοι να την πλησιάζουν και να τη φλερτάρουν. Όλα τα νεανικά μυστικά της η Βάσια τα φανέρωνε στη λατρεμένη της μητέρα. Κι εκείνη, μ' αγάπη για το παιδί της, μάνα και πατέρας μαζί (αφού ο μπαμπάς “έφυγε” στην κατοχή), δε σταματούσε να λέει: ό,τι και να γίνει, πρόσεχε το σχολειό σου. Πρώτα απ' όλα η μόρφωσή σου και μετά όλα τ' άλλα. Πρόσεχε τις παρέες σου, κι όποιος είναι μαζί σου θα έρχεται στο σπίτι μας.

Τελευταία χρονιά στο Γυμνάσιο. Ένας νέος, μαζί με το φίλο του συνοδεύουν από μακριά τη Βάσια, στο δρόμο της επιστροφής, από το σχολείο. Μέρες τώρα. Η μικρή Βάσια, κολακεύτηκε, ανησύχησε, κι η περιέργειά της άναψε. Μαζί με φόβο. Τη μια μέρα επιτάχυνε το βήμα. Την άλλη κοίταξε πίσω της, ανήσυχη. Η “παρακολούθηση” συνεχιζόταν. Οι νέοι, συμμαθητές από το δημοτικό σχολείο.

Προς το τέλος της σχολικής χρονιάς, η Βάσια, δεν βάσταξε άλλο. Γύρισε πίσω της για να λογαριαστεί με τους “υπόπτους”.

-Γιατί με παρακολουθείτε; τους ρώτησε.

-Δεν σε παρακολουθούμε! Της απάντησαν ευγενικά, και φιλικά, “μη φοβάσαι!” Της απάντησαν.

Όμως για μέρες αυτό συνεχιζόταν, κι εκείνη, μια μέρα, ρώτησε πάλι

-Γιατί εξακολουθείτε να με παρακολουθείτε; Το σπίτι μου είναι εδώ κοντά. Να εκεί! Είπε, σαν να 'θελε να πει “δίνω μια και μπαίνω μέσα και δεν θα με βλέπετε” , ή “αν τολμάτε ελάτε εκεί”.

Τότε, ο ένας νέος της είπε: “την επόμενη Κυριακή θα έρθω στο σπίτι σου”.

Την επόμενη Κυριακή, ο νέος, πήγε στο σπίτι της. Η ευγενέστατη μητέρα της τον δέχθηκε, τον ρώτησε γι' αυτόν, τον περιποιήθηκε, κι εκείνος, λίγο πριν τους αποχαιρετήσει τους είπε:

-Την επόμενη Κυριακή θα έρθω με τους γονείς μου.

Αποχαιρετίστηκαν κι έφυγε. Έτσι κι έγινε. Την επόμενη Κυριακή, πήγε με τους γονείς του, οι οικογένειες γνωρίστηκαν, οι γονείς του νέου ζήτησαν για το παιδί τους το χέρι της Βάσιας και διαβεβαίωσαν τη μητέρα της, πως η κόρη της θα ζήσει ευτυχής, χωρίς να της λείψει ποτέ το παραμικρό.

Η σοφή μαμά της, τους ευχαρίστησε, τους διαβεβαίωσε πως εκείνη έχει ήδη φροντίσει για να μη λείπει τίποτε (από όλα εκείνα τα πρακτικά και καθημερινά πράγματα) στην κόρη της. Αλληλοευχαριστήθηκαν, κι η οικογένεια του νέου αποχώρησε. Σ' ένα χρόνο έκαναν τον αρραβώνα και σ' ένα ακόμη χρόνο έκαναν το γάμο.

Η Βάσια έζησε μαζί με τον καλό της 48 ολόκληρα χρόνια ανέφελου και ειρηνικού βίου, μέχρι που εκείνον τον κάλεσε στους κόλπους του ο Κύριος της αγάπης. Σήμερα η καρδιά της είναι γεμάτη, χορτάτη. Η όψη της δείχνει γαλήνη και πληρότητα. Οι ανάγκες της δεν είναι του κόσμου τούτου, είναι των αγγέλων. Το πρόσωπό της καθρέφτης της εσωτερικής της ειρήνης, της γαλήνης της καρδιάς της. Της πλησμονής της ύπαρξής της όλης.

Μια μορφή ευγενής, μια ψυχή καθαρή, μια καρδιά γαλήνια. Ένας Άνθρωπος, “μορφωμένος” μέσα στην αγάπη.

Ευλογημένη Βασούλα!

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Alejandro Casona: "Βάρκα δίχως ψαρά"

Το αριστουργηματικό θεατρικό έργο του Alejandro Casona (1903-1965), "Βάρκα δίχως ψαρά", σε ραδιοφωνική διασκευή του 1967. Παρουσίαση σε μορφή slideshow, με φωτογραφίες εμπνευσμένες από τον τίτλο του έργου.

Σε ένα από τα κορυφαία έργα θεατρικής φιλοσοφίας του 20ού αιώνα, ο Αλεχάντρο Κασόνα εξετάζει το ζήτημα της ηθικής της πρόθεσης. Παραπέμπει στον Φάουστ, αλλά "σκάβει" σε βαθύτερα και σκοτεινότερα ένστικτα του ανθρώπου που τον οδηγούν στο έγκλημα (και μάλιστα με τα ταπεινότερα των ελατηρίων) δίχως ίχνος ηθικής αναστολής. Ο Κασόνα, όμως, επιλέγει να κλείσει το δράμα με ένα αισιόδοξο μήνυμα: ότι, στο βάθος της ανθρώπινης συνείδησης υπάρχει πάντα - εν υπνώσει, έστω - το καλό. Κι αυτό είναι που στο τέλος θριαμβεύει!

Ο δημιουργός ισορροπεί αριστουργηματικά ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία, με τη δεύτερη συνιστώσα να εκφράζεται με την αποθέωση του παράλογου: Ο ίδιος ο Διάβολος, σε ρόλο τέλειου ηθικολόγου, διδάσκει στον άνθρωπο το καλό και την αρετή δίνοντάς του ένα ανεπανάληπτο μάθημα ηθικής!

Για να σπάσω τη μονοτονία του ήχου (αφού πρόκειται για ραδιοφωνική παραγωγή), πρόσθεσα εικόνες θαλασσινές από την προσωπική μου συλλογή φωτογραφιών. Καλή ακρόαση!



Alejandro Casona: Βάρκα δίχως ψαρά (Μέρος Α) από costaspap


Alejandro Casona: Βάρκα δίχως ψαρά (Μέρος Β) από costaspap

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Αναμνήσεις κι αναπολήσεις....

Ένα νοσταλγικό κείμενο της Ελένης Αθανασούλη...

Πέρασε κι η γιορτή της μητέρας! (μας!)

Η δύση έκανε μια γιορτή για το κάθε τι, σε μια ορισμένη μέρα.

Εμπορευματοποίηση. Τις άλλες μέρες μπορούμε να ξεχνάμε

τη μάνα μας, το σύντροφό μας, το δάσκαλό μας, το περιβάλλον κ.ο.κ.


Τούτη τη φορά, μιλώντας με τους φίλους

και τις μαμάδες φιλενάδες μου,

ένιωσα -κι είναι αλήθεια- πρώτη φορά, μόνο μάνα!


Και τώρα, σαν κόρη

αναλογίζομαι τους κόπους, τις αναμονές, το θάρρος,

τις περιστασιακές ματαιώσεις της....

Όμως ήταν μάνα πάνω απ' όλα!

Μάνα ήταν και για τα εγγόνια της. Τρυφερή μάνα.


Θυμάμαι ιδιαίτερα, όταν της πήγαινα τα παιδιά.

Τα δικά μου τα θεωρούσε καλομαθημένα (παρόλο που δεν ήταν)

και τα φιλοξενούσε σα μοναχοπαίδια.

Τα κρατούσε μέρες, καλοκαιριάτικες συνήθως.

Κι εκεί στις 10 το πρωί, που ήταν η ώρα για το αυγό τους,
έκανε τόσα πράγματα για να τα ευχαριστήσει,
που δεν θυμάμαι να 'κανε για μας κάτι παρόμοιο.

Έβαζε λοιπόν, το μελάτο αυγό σ' ένα ποτήρι-κούπα,
και πρόσθετε τόσα πράγματα μέσα, που γινόταν ολόκληρο γεύμα.

Μερικά από αυτά: αλατοπίπερο, τριμμένη-λυωμένη φέτα τυρί,

ρίγανη, λάδι και ψίχα ψωμιού (!). Τους το 'δινε με το κουτάλι το μεγάλο!

Αργότερα που μεγαλώσανε θέλανε κι άλλα.

Τους έφτιαχνε λοιπόν πότε πιτούλες από το ζυμάρι του ψωμιού,
πότε σαλάτα και τυρί, και ελιές (πέρα από το δεκατιανό αυγό).

Για τις ελιές είχε το εξής πλάνο: ήθελε να βγάζει όλα τα κουκούτσια,

για να μη της πνιγούν τα “πρωτευουσιανάκια τα άμαθα”!
Όχι πως χρειαζόταν, αυτοί ήταν τσακάλια!

Αλλά εκείνη που τα 'βλεπε λίγο,

ήθελε να τα περιποιείται πολύ! Τέτοια ψυχή!

Η μνήμη τους αυτή είναι ολοζώντανη, γιατί (τα καθάρματα) για να τη βάλουν

να τρέχει περισσότερο για χάρη τους

δεν ήθελαν από τις ίδιες ελιές!

ο ένα ήθελε μαύρες ξυδάτες, κι άλλος πράσινες λεμονάτες!

Κι εκείνη τους έκανε το χατήρι, με γλυκόλογα, κι αγάπες.

Αυτή η μνήμη,
είναι γι' αυτούς πολύ δυνατό στοιχείο για την αγάπη της γιαγιάς τους!
Ξέχωρα από τα δεκάρικα που ήθελαν σχεδόν κάθε μέρα

για να αγοράζουν βιβλία παιδικής λογοτεχνίας,

βλέπεις.. η καθημερινή ψυχαγωγία!
Το “κακό” για τη μάνα μου ήταν πως διαβάζανε γρήγορα!
-Δεν τους προφταίνω! μου έλεγε, με ξεφραγκίσανε!
-Μαμά μη τους κάνεις όλα τα χατήρια! της έλεγα, κι εκείνη:
-Καημένη μου, πόσες μέρες θα είναι εδώ; του χρόνου θα τα ξαναδώ!

μέχρι του χρόνου θα τα 'χω ξαναμαζέψει τα λεφτά μου! έχει ο Θεός!

Αχ! μάνα!

Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Εικόνες μιας πόλης… #20



Εικόνες παλιάς, αρχοντικής γειτονιάς, ενθυμήματα μιας άλλης εποχής. Τότε που ήταν προνόμιο να ζει κανείς στα Εξάρχεια

Aixmi.gr

Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

Ένα ποιητικό σχόλιο για μια εικόνα...

Ο ποιητής Αθανάσιος Βαβλίδας δημοσίευσε ένα απίστευτα διεισδυτικό σχόλιο για τη φωτογραφία που εμπεριέχεται στο άρθρο: Εικόνες μιας πόλης… #19, στο Aixmi.gr. Καθώς η αξία του σχολίου υπερβαίνει κατά πολύ την αξία της ίδιας της εικόνας, αναδημοσιεύω το υπέροχο αυτό κείμενο του διακεκριμένου Έλληνα ποιητή, το οποίο μας τιμά αφάνταστα!

Υπέροχο το θέμα της φωτογραφίας όπου δεν ξέρει κανείς τι να προσέξει περισσότερο: το άνω περίγραμμα που παραπέμπει σε κουρτίνα με τις φουντίτσες στις απολήξεις, την καγκελωτή προφύλαξη με γραμμές που καμπυλώνουν στα άκρα προσπαθώντας να αποφύγουν την κλασική αυστηρή (αμυντική) γραμμή, το μυστηριώδες γαλάζιο φως από μέσα που δεν ξέρεις αν σχετίζεται με το τεχνητό φως απ’ έξω, τις σκιές των δέντρων που πλαισιώνουν το κάδρο σαν προέκταση μιας άγνωστης εσωτερικής λειτουργίας, την υποψία ενός υφάσματος που κρέμεται από μέσα σαν κουρτίνα ή έκθεμα οροφής, ένα παράθυρο για μία πόλη αλλού και άλλοτε…! 
Αθανάσιος Βαβλίδας

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Η Αλήθεια της Μάνας: Δύο ποιήματα της Ελένης Αθανασούλη

Ψάχνοντας στα άδυτα των ηλεκτρονικών μου αρχείων, κατάφερα ν' ανακαλύψω δύο ανέκδοτα ποιήματα της Ελένης Αθανασούλη. Πέρα από την αναμφισβήτητη ποιητική τους αξία, ο συνδυασμός τους παρουσιάζει ιδιαίτερο ψυχολογικό ενδιαφέρον, αφού περιγράφει τη γυναίκα διαλεκτικά, ως σύνθεση δύο συνειδητοτήτων: της μάνας και -ταυτόχρονα- της κόρης...


Αλήθεια...

Αυτονόητα περνάει η μέρα μου
σαν να πρόκειται
να σ' ανταμώσω στο σπίτι
κάθε φορά που επιστρέφω.

Μάταιη κάθε επιστροφή,
η κάμαρά σου πάντα είν' αδειανή
γεμάτη από την απουσία σου.
Μπαίνω και στέκομαι για λίγο...
Με κοιτάζεις μες από τις φωτογραφίες σου
χαμογελώντας αδιάψευστα
στη συγκεκριμένη στιγμή...

Παιδί μου,
όπου και να 'σαι,
κλείνω τα μάτια και σε φαντάζομαι
χαμογελαστόν, δυνατόν και ωραίον,
μέσα στην αλήθεια των επιθυμιών σου,
μέσα στην αλήθεια των αδιεξόδων σου,
στην αλήθεια των επιλογών σου
και των τραυμάτων σου...

Πονάς;
Αίμα η καρδιά μου να δώσει
να σου κλείσει τα τραύματα,
η αγκαλιά μου να γειάνει
την ψυχή σου με θαύματα!

Αλήθεια,
πόσο λίγο καιρό
είναι γονιός κανείς...

.......................................................


Μάνα...


Είσαι η πηγή της ζωής,

Μάνα,

Η αγκαλιά σου όλους τους χωρεί,

Παιδιά και γέροντες,

Τους μόνους και τους λυπημένους...


Μα σαν μονάχη

Πονεμένη, τσακισμένη

Θα βρεθείς

Ένα μονάχα να θυμάσαι,

Μάνα για σένα,

Μόνη εσύ θε να ’σαι...


Ελένη Αθανασούλη

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Η τεμπέλα μοναχοκόρη

Ένα παραμύθι της Ελένης Αθανασούλη


Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που οι άνθρωποι δεν είχαν αυτοκίνητα, ούτε τηλέφωνα σταθερά και κινητά, ζούσε σ’ ένα μεγάλο χωριό ένας άρχοντας με την οικογένειά του, και το μεγάλο βιος του: χτήματα και ζώα, και πολλούς υπηρέτες κι εργάτες.

Ο άρχοντας ήταν ένας καλός άνθρωπος που αγαπούσε τη φαμίλια του, και πάσχιζε να δίνει καλές οδηγίες και συμβουλές για να μεγαλώνουν σωστά τα παιδιά του. Ο ίδιος, είχε προκόψει κι είχε αποκτήσει σπουδαίο βιος, από καλή του τύχη, αλλά κι από τη φιλοπονία και την τιμιότητά του. Ο άνθρωπος αυτός είχε και μια πανέμορφη κόρη. Ούτε τα νιάτα, ούτε η ομορφιά της όμως έδιναν χαρά στα γονικά της, γιατί η κόρη αυτή ήταν ανυπάκουη. Καμμιά συμβουλή των γονιών της δεν άκουγε και καμμιά δουλειά δεν έκανε στο σπίτι. Ούτε και γράμματα ήθελε να μάθει.

Σαν μεγάλωσε κι έγινε της παντρειάς, η αξεπέραστη ομορφιά της έγινε γνωστή σ’ όλη την περιφέρεια. Πολλά παλικάρια πήρανε το θάρρος και πήγανε να τη ζητήσουν σε γάμο. Ο πατέρας της όμως, που ήταν ένας σωστός και τίμιος άνθρωπος, δεν ήθελε να κρύψει τα ελαττώματα της κόρης του. Κι έτσι, σε κάθε νέο που εμφανιζόταν και ζητούσε να παντρευτεί την κόρη του, ο δυστυχής πατέρας δεν αρνιόταν, αλλά…

-«Με την ευχή μου, παιδί μου», έλεγε, «να την πάρεις, αλλά να ξέρεις ότι μόνος σου θα τραβήξεις όλα τα βάσανα της ζωής, γιατί η θυγατέρα μου είναι φοβερά ανυπάκουη, δύστροπη και τεμπέλα. Δεν ξέρει και δεν θέλει να κάνει τίποτε στο σπίτι. Ούτε ένα αυγό να βράσει».

Ο κάθε νέος όταν άκουγε όλα αυτά, όπου φύγει-φύγει!

Πέρασε πολύς καιρός, πέρασαν και πολλά παλικάρια που ζήτησαν σε γάμο την δύστροπη και τεμπέλα αρχοντοπούλα, αλλά κανένας δεν τολμούσε να φτάσει τελικά μέχρι το γάμο μαζί της.

Κάποτε, ένας νέος από μακρινό τόπο, περαστικός κατά τύχη από το χωριό του άρχοντα, έτυχε να ιδεί την κόρη του, που καθόταν έξω στον ήλιο και χτένιζε τα μακριά κι όμορφα μαλλιά της. Στάθηκε και θαύμασε την σπάνια ομορφιά της και ρώτησε. Κι αφού έμαθε γι’ αυτήν, χωρίς να χάσει καιρό, μια και δυο πήγε και βρήκε τον Πατέρα της.

-«Άρχοντά μου», του είπε, «είδα την κόρη σου, κι από κείνη την ώρα έχασα το μυαλό μου. Αν δεν την κάνω γυναίκα μου και μητέρα των παιδιών μου, δεν θέλω να ζήσω».

-«Χμ…», μουρμούρισε κι έσκυψε το κεφάλι ο άρχοντας. «Παιδί μου, με τιμά ο τρόπος που ζητάς την κόρη μου για γυναίκα σου, αλλά με δυσκολεύεις περισσότερο από όλους, εκείνους που πριν από σένα ήρθαν και μου τη ζήτησαν. Σ’ όλους εκείνους είχα μόνο να ειπώ, όσα έπρεπε να ξέρουν αυτοί για την κόρη μου. Τώρα πρέπει όχι μόνο να σε πληροφορήσω, αλλά και να σε παρηγορήσω»!

-Δεν σας καταλαβαίνω! Τι εννοείτε;

-Να, παιδί μου, εγώ, να ξέρεις, δεν έχω αντίρρηση να σου δώσω την συγκατάθεσή μου και να παντρευτείς την κόρη μου. Αλλά … η κόρη μου είναι φοβερά ανυπάκουη, είναι δύστροπη, είναι και τεμπέλα. Δεν ξέρει και δεν θέλει να κάνει τίποτε στο σπίτι. Ούτε ένα αυγό να βράσει.

-Δεν πειράζει. Δεν με νοιάζει. Εγώ θα τη μάθω να κάνει όλα όσα χρειάζεται.

-«Καλά παιδί μου, με την ευχή μου τότε, αλλά να θυμάσαι ότι εγώ σου είπα γι’ αυτά τα φοβερά ελαττώματά της, και δεν σου τα ’κρυψα» είπε ο άρχοντας. Κι αφού έφυγε ο γαμπρός, θα πήγαινε κι αυτός να πει στη γυναίκα και στην κόρη του τα ευχάριστα νέα!

Η κοπέλα μόλις άκουσε ότι ένας νέος την αγάπησε αμέσως μόλις την είδε και πως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτήν, και πως τη θέλει για παντοτινή σύντροφο της ζωής του, άστραψε από χαρά κι ευτυχία και αμέσως δέχτηκε αυτό το παλικάρι γι’ άντρα της!

Τόσο μεγάλος ήταν ο έρωτας του νέου για την όμορφη μοναχοκόρη του άρχοντα, και τόση η λαχτάρα του πατέρα να δει την κόρη του στο σπιτικό της, με οικογένεια, που ο γάμος έγινε αμέσως και το νιόπαντρο ζευγάρι έφυγε σε δυο μέρες για τον τόπο του νέου, για το δικό τους σπιτικό!

Στο σπίτι εκείνο, που δεν ήταν πλούσιο σαν το πατρικό της νέας, δεν υπήρχαν ούτε υπηρέτες για τις δουλειές του νοικοκυριού, ούτε εργάτες για τις δουλειές στα χτήματα. Στο σπίτι αυτό περίμενε το μονάκριβο γιο της η γριά μητέρα του παλικαριού.

-Γεια σου μάνα! είπε ο νέος.

-Καλώς τον ήλιο μου!, είπε η γερόντισσα.

-Μάνα βρήκα τη γυναίκα της ζωής μου, παντρεύτηκα και στην έφερα! Είπε ο νέος.

-Καλώς ήρθες κόρη μου, να ζήσεις, και με καλούς απογόνους να ζωντανέψεις το σπίτι μας, είπε η γερόντισσα, και τραβήχτηκε στην άκρη.

-Τι καλό θα φάμε μάνα σήμερα; είπε ο νέος.

-Φασολάδα με ελιές γιέ μου! Κι ένα ποτήρι κρασί για το καλώς ορίσατε!

Έστρωσε η γερόντισσα το τραπέζι για να φάνε. Η νύφη καθόταν και κοίταζε. Τέλειωσαν το φαγητό τους. Η νύφη καθόταν, περίμενε και κοίταζε. Σηκώθηκε η γερόντισσα «μάζεψε το τραπέζι» κι έπλυνε τα πιάτα. Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε. Η γερόντισσα έβγαλε και γλυκό του κουταλιού για το καλώς όρισες. Το ‘φαγαν. Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε. Η γερόντισσα κέρασε και τις γειτόνισσες που ήρθαν σε λίγο για τα καλορίζικα. Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε.

Τ’ απόγευμα, η γερόντισσα φρόντισε τα κατοικίδια ζώα, τις κότες την κατσίκα, το σκύλο, τη γάτα. Μάζεψε τα πλυμένα που είχε απλώσει, κι άρχισε να ετοιμάζει το φαγητό της αυριανής ημέρας. Ο γιος της, βλέπεις, σηκωνόταν πρωί –πρωί για τα χωράφια του, κι εκείνη θα ‘πρεπε να έχει έτοιμο το φαγητό για να του δώσει μαζί του. Δεν μπορεί κανείς να δουλεύει νηστικός, από το πρωί ίσαμε το βράδυ! Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε, αλλά δεν συμμετείχε σε τίποτε!

Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί ο νέος σηκώθηκε για να πάει στις δουλειές του. Η νύφη κοιμόταν. Δεν άκουσε τον άντρα της που σηκώθηκε να φύγει για τη δουλειά. Η μάνα του όμως, ξύπνησε για να τον φροντίσει. Άναψε το τζάκι, και ζέστανε ένα ποτήρι γάλα. Ετοίμασε και τον καφέ του. Η γερόντισσα έδωσε την ευχή της στο παιδί της, και σαν έφυγε εκείνος, ξάπλωσε πάλι, γιατί τα χρόνια την έκαναν να πονάει. Η νύφη ακόμη κοιμόταν. Πολλές ώρες κοιμόταν.

Σαν τέλειωσε τη δουλειά του στο χωράφι ο νέος, έφερε και έκοψε και τα ξύλα για το τζάκι, και επί τέλους μαζεύτηκε στο σπίτι του μετά τη δύση του ηλίου, όταν και το κρύο είχε αρχίσει να τσούζει.

-Γεια σας! είπε ο νέος γελαστός και με αγάπη, καθώς μπήκε, τι κάνετε;

-Καλώς τον ήλιο μου!, είπε η γερόντισσα.

-Τώρα ήρθες; Λέει η γυναίκα του, όλη μέρα ήμουν μόνη μου!

-Εγώ καλή μου πρέπει να δουλεύω για να ζήσουμε. Κι εσύ πρέπει να ομορφαίνεις τη ζωή μας. Τι καλό θα φάμε σήμερα;

-Δεν ξέρω, είπε η νύφη.

-Μπριάμ, είπε η γερόντισσα. Ήθελες κάτι άλλο παιδί μου;

-Ευχαριστώ μάνα, είπε ο νέος, όλα τα φαγητά καλά είναι άμα είναι φτιαγμένα με αγάπη.

Έστρωσε η γερόντισσα το τραπέζι για να φάνε. Η νύφη καθόταν και κοίταζε. Τέλειωσαν το φαγητό τους. Η νύφη καθόταν, περίμενε και κοίταζε. Σηκώθηκε η γερόντισσα «μάζεψε το τραπέζι» κι έπλυνε τα πιάτα. Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε.

Αφού τέλειωσε το δείπνο, μαζεύτηκαν κι οι τρεις τους γύρω από το τζάκι, για να ζεσταθούν κι άκουγαν να τριζοβολούν τα ξύλα καθώς οι λόγχες της φωτιάς τρυπούσαν τα κούτσουρα. Η θεριεμένη φωτιά ζέσταινε το σπίτι. Ο νέος περίφροντις συλλογιζόταν τον τρόπο που θα χρησιμοποιούσε για να κάνει τη γυναίκα του να καταλάβει ότι στην οικογένεια όλοι έχουν αποστολή και ρόλο. Δεν ήθελε να τη στενοχωρήσει. Ήθελε να τη βοηθήσει με ωραίο τρόπο. Ήθελε να την κερδίσει για να την έχει δίπλα του σ’ολόκληρη τη ζωή τους συντροφιά, παρηγοριά και στήριγμα. Όπως κι εκείνος θα της στεκόταν συντροφιά, παρηγοριά, ασφάλεια και στήριγμα. Στις καλές και στις κακές μέρες.

Σαν τις προηγούμενες πέρασε κι η επόμενη μέρα. Η νύφη ζούσε στον κόσμο της, τον παιδικό. Τον ανεύθυνο.

Ο νέος μετά από πολύ σκέψη, συνέλαβε -κι έβαλε σ’ εφαρμογή- το παρακάτω σχέδιο: Την επόμενη μέρα που ξύπνησε για τη δουλειά, έδωσε στη μάνα του -που σηκώθηκε για να τον φροντίσει- λίγο φαγητό και λίγο ψωμί. Για τη γυναίκα του που δεν ξύπνησε ούτε για να τον ξεπροβοδίσει, άφησε μόνο μια φέτα ψωμί. Μετά κλείδωσε όλα τα ντουλάπια, και πήρε τα κλειδιά μαζί του. Όσο αυτός έλειπε δεν μπορούσε κανείς να φάει τίποτε άλλο, εκτός από ό,τι εκείνος άφησε.

Όταν επέστρεψε το βράδυ από τη δουλειά, άνοιξε τα ντουλάπια. Έστρωσε πάλι η γερόντισσα το τραπέζι κι έφαγαν αμίλητοι λίγες μπουκιές ο καθένας, από ό,τι υπήρχε. Τέλειωσαν το φαγητό τους. Η νύφη καθόταν, περίμενε και κοίταζε. Σηκώθηκε η γερόντισσα «μάζεψε το τραπέζι» κι έπλυνε τα πιάτα. Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε. Πήγαν για ύπνο αμίλητοι.

Τα ίδια επαναλήφθηκαν την επομένη και τη μεθεπομένη.

Η νύφη πείνασε. Επαναστάτησε. Περίμενε τον άντρα της με βαθουλωμένα από την πείνα μάτια και με το στομάχι άδειο. Ήθελε να του ζητήσει το λόγο της πείνας και της εξαθλίωσης.

Με παράπονο τον ρώτησε γιατί αφήνει στη γριά περισσότερο από ό,τι αφήνει για κείνην.

-Μα η μάνα μου σηκώνεται κάθε πρωί και με φροντίζει για να ξεκινήσω τη δουλειά, ενώ εσύ κοιμάσαι! της απάντησε. Μου πλένει και τα ρούχα, φροντίζει τις κότες, την κατσίκα, το σκύλο, τη γάτα! Ενώ εσύ κάθεσαι και κοιτάς! Σ’ αυτό το σπίτι αγάπη μου, όποιος δουλεύει τρώει!

-Μπα!, τι λες; Ήταν η κατάπληκτη απάντηση της νέας.

Την άλλη μέρα το πρωί, η νύφη σηκώθηκε πριν από τον άντρα της, είπε στη γερόντισσα –άσε μάνα, θα φροντίσω εγώ τον άντρα μου, κι άναψε τη φωτιά. Ετοίμασε πρωινό για τον άντρα της, κάθισε μαζί του κι είπαν δυο κουβέντες για τη δύσκολη μέρα που ξεκίναγε και τον ξεπροβόδισε. Εκείνος, φεύγοντας, την κάλεσε κοντά του, και μ’ ένα φιλί, της εμπιστεύτηκε τα κλειδιά του σπιτιού του. Κι αυτή, σαν γύρισε μέσα, πήρε τη γερόντισσα από το χέρι, της έδωκε ένα φλιτζάνι ζεστό γάλα και την έβαλε ξανά στο κρεβάτι της να ζεσταθεί, χαϊδεύοντας το ασπρισμένο της κεφάλι. Μαγείρεψε, περιποιήθηκε και τα ζωντανά, και έφτιαξε κόκορα κρασάτο να φάει ο κουρασμένος άντρας της σαν θα γύριζε από τη δουλειά.

Όταν κάθισαν τούτη φορά στο τραπέζι, η νύφη τα είχε όλα έτοιμα. Με χάρη σέρβιρε τον άντρα της, με αγάπη πρόσφερε και στην πεθερά της, και τους έδειξε όλη της τη φροντίδα. Ενθουσιασμένος για την κρυμμένη αξιοσύνη της την καμάρωνε ο άντρας της, κι ευτυχισμένη η γερόντισσα καλοτύχιζε τα γονικά της για την κόρη τους, που σαν νεράιδα έδινε πνοή στο σπιτικό του παιδιού της τώρα που οι μέρες της ίδιας λιγόστευαν!

Κι έτσι περνούσαν οι μέρες από 'δώ και πέρα: Με συμμετοχή, με αγάπη και σεβασμό για όλα τα καλά που έλαβε η όμορφη αρχοντοπούλα.

Ο άρχοντας πατέρας της, γνωρίζοντας τι σόι κόρη είχε, ντρεπόταν να περάσει από το σπίτι του γαμπρού του να ιδεί πώς τα περνάνε και πώς τα πάνε. Πέρασε καιρός πολύς, και πεθύμησε να δει το παιδί του. Χώρια η περιέργεια που είχε. Για το ζήτημα της τεμπελιάς. Έτσι, μια μέρα τ’ αποφάσισε. Δεν κρατιόταν άλλο. Είπε: θα επισκεφτώ την κόρη μου, κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει, εγώ μια φορά δεν έκρυψα τίποτα!

Πήρε την άσπρη του φοράδα, της έβαλε το κόκκινο κιλίμι, καβαλλίκεψε και ξεκίνησε! Μετά από 2-3 ώρες δρόμο, έφτασε στο χωριό του γαμπρού του και πήγε κατευθείαν στο σπίτι του! Κατάπληκτος βλέπει την κόρη του στην αυλή του σπιτιού, να καίει το φούρνο! Η γυναίκα είχε ζυμώσει κι έπρεπε να φουρνίσει το ψωμί!

Πλησιάζει ο πατέρας της, τη χαιρετάει

- Γεια σου κόρη μου.

- Γεια σου πατέρα, απαντάει αυτή χωρίς να σταματήσει.

- Πού είναι ο άντρας σου; τη ρωτάει.

- Είναι στην αγορά- απαντάει αυτή χωρίς να σταματήσει πάλι.

- Βλέπω κόρη μου… [κάνει να πει ο πατέρας της].

- Άσε τα λόγια πατέρα, κι έλα ρίξε κάνα ξύλο στο φούρνο, γιατί σε τούτο το σπίτι όποιος δουλεύει τρώει, είπ’ εκείνη, κι ο γέροντας δακρύζοντας καταχάρηκε που είδε την κόρη του στο σωστό το δρόμο, στο δρόμο της ευθύνης και της συμμετοχής..….