Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Για τη Γυναίκα των "Μονολόγων"...


Η οιονεί ποιητική συλλογή "Μονόλογοι στην Αφροδίτη", με το απροκάλυπτα σαρκαστικό της ύφος, εύκολα θα μπορούσε να κατηγορηθεί ως προϊόν "μισογυνισμού". Μοιάζει να περιγράφει τη γυναίκα ως μία σύνθεση ελαττωμάτων: ματαιοδοξία, υποκρισία, ετεροπροσωποποιημένος έρωτας, αναζήτηση συναισθηματικών υποκατάστατων, θεοποίηση κοινών θνητών και κατασκευή "ειδώλων" (που άλλα λατρεύει αληθινά και για άλλα απλώς υποκρίνεται)...

Οι "Μονόλογοι", εν τούτοις, δεν περιγράφουν αυτοτελώς τη γυναίκα. Αναδεικνύουν απλά τις σκοτεινές πλευρές της, τις στενά συνυφασμένες με τη φύση της. Από αυτή την άποψη, θα μπορούσε κάποιος καλοπροαίρετα να δει τη συλλογή ως έναν ύμνο στη γυναίκα. Γιατί, η Τέχνη (έστω κι η "οιονεί") έχει σαν αποστολή να υμνεί το ωραίο. Και την ομορφιά τη συνθέτει η τρομακτική εκείνη αντίθεση ανάμεσα στο σκότος και το φως...


Ταυτότητα


Ρωτάς ποιος είμαι...
Δεν είμαι!
Μορφή δεν έχω
ούτε ταυτότητα.
Αν θέλεις
μπορώ να πάρω τις μορφές
όλων αυτών που πέρασαν
αλλά δε λησμονήθηκαν.
Είμαι καλός σ’ αυτό!
Στο τέλος όπως πάντα
θα γίνω ο αξιολάτρευτος «κανένας»
που δε διεκδικεί υπόσταση
μες στη συνείδησή σου.
Ως τη στιγμή που η νοσταλγία
θα σ’ ωθήσει πάλι
ένα βαρκάρη να ζητήσεις
γενναίο μα κι επιδέξιο,
για λίγο απ’ τον Άδη
να κλέψει τις σκιές...


Αλλού...


Μη με κοιτάζεις
και μη ζητάς να γελαστείς
γιατ’ είναι μάταιο!
Αυτό που αναζητάς δεν είν’ εδώ,
το πήρ’ ο χρόνος
κι έγινε φως θαμπό
που αργοσβήνει
μέσα στον κουρασμένο νου.
Και η μορφή που χάνεται
παίρνει μαζί θαρρείς
και την ταυτότητά σου...

Μου λες πως ένιωσες πολλά.
Μη νιώθεις χρέος:
ξέρω καλά,
εγώ δεν ήμουνα εκεί!
Ήταν μονάχα μια σκιά
που στοίχειωσε ξανά στο νου
και γύρεψε να βγει στο φως
για μια στιγμή,
κλέβοντας τη μορφή μου...


Αποκάλυψη


Ξέρω, πρώτη φορά που έτσι νιώθεις!
Ως τώρα η ζωή σου έν’ απέραντο κενό
διανθισμένο με φροντίδες ανιαρές
και τετριμμένα «πρέπει».
Α, ναι, η μόνη γεύση ευτυχίας
ήταν τα παιδιά...

Και ξάφνου
απ’ της ανυπαρξίας τα βάθη
ανέτειλε ο ήλιος και σε φώτισε!
Κι είδες εσένα
όπως ποτέ δε γνώρισες,
και είπες λόγια
που ποτέ δεν είπες,
λευτερωμένη απ’ τη λογική
από γεννησιμιού που σ’ έπνιγε...

Και όλ’ αυτά
χάρη σε τούτη τη μοναδική,
υπέροχη αφέλεια
που ανατριχιάζει υπερήφανα
στο πλαϊνό το μαξιλάρι!


Παράδεισος


Δε λέω,
γλυκός είναι ο πόνος
να βασιλεύεις στον Παράδεισο
τώρα που φύγαν οι θεοί.
Και οι πατημασιές που αφήκαν
- βαριές και ανεξίτηλες -
το πιο καλό αντίδοτο
στη ματαιοδοξία σου...

Ήρθε λοιπόν η ώρα σου
ευγενικέ κι αόρατε φιλόσοφε:
Μ’ αυτά τα μισοφαγωμένα μήλα
την τέχνη σου όλη βάλε
και της ψυχής σου τη γλυκύτητα
να φτιάξεις μια υπέροχη κομπόστα!


Μάτια


Το βλέμμα σου είν’ άδειο
εδώ στην ερημιά,
πιο άδειο κι απ’ το στερεμένο
το πηγάδι!
Σα να μη βλέπεις πια...
Ίσως γιατί σου λείπουνε
τα ξένα μάτια.
Αυτά που σε κοιτούσαν
και σου ‘διναν ταυτότητα.
Κι αυτά που όλο κρυφόβλεπαν
το κάθε που σου ανήκε
και σ’ έπειθαν, ανόητη
κι εσύ πως το ποθείς!


Αυτοκίνητο


Μου πήρε λίγη ώρα
μα στο ετοίμασα.
Δεν ήταν τίποτα,
μονάχα κάπως κόλλαγε το γκάζι.
Συγνώμη αν καθυστέρησα,
σε βλέπω ανήσυχη και νευρική.
Ελπίζω η φίλη σου
- πώς μου την είπες; -
να μην κακιώσει που άργησες.

Αυτό το άρωμα...
Καινούργιο είναι;

("Μονόλογοι στην Αφροδίτη", από την ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ)

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Επικίνδυνη Τέχνη...


Στην εποχή του σκληρού πραγματισμού, η Τέχνη μπορεί να αποδειχθεί μια επικίνδυνη καταφυγή. Γιατί, αλλοίμονο σ' εκείνους που θα χάσουν το δρόμο του γυρισμού...


Κατά λάθος...


Σαδιστικά, ανελέητα
ο Brahms σφυροκοπάει τις αισθήσεις!
Λες και με δόλο βάλθηκε να ξετρυπώσει
μία παλιά, μια ξεχασμένη απόδειξη
που αν έβγαινε στο φως
θα σ’ έκανε να ντρέπεσαι:
πως κάποτε ήσουν κι εσύ
ανάμεσα στους τιποτένιους, τους περιφρονημένους
που ειρωνικά λέγονταν «άνθρωποι»!
Κάποτε που μπορούσες χωρίς φόβο να δακρύζεις
σ’ ένα κρεσέντο απελπισμένο της ορχήστρας,
ν’ αναριγάς όταν τρεμόπαιζαν οι βιόλες και τα τσέλα
στην εκπνοή ενός θλιμμένου adagio
(«τέτοιες αδυναμίες ανεπίτρεπτες
είναι που θα σε καταστρέψουν»
σου ‘λεγαν πάντα, και σωστά, ώσπου
το μάθημά σου πια στο μάθανε καλά...).

Τι προδοσία απ’ την τέχνη αυτή που λάτρεψες!
Γι’ αυτό σου λέω, σταμάτα τον το δίσκο...
Να, κοίτα στον τοίχο το ρολόι, πάει τέσσερις,
σε λίγο πρέπει και ν’ ανοίξεις το γραφείο.
Κι αυτοί που θάρθουν θέλουν να σε δούνε δυνατό
κατά πώς λέει κι η διαφήμιση: «εμπιστοσύνη!».

Όσο γι’ αυτό το δίσκο που από λάθος σου ‘δωσαν
σίγουρα θα τον θέλουν πίσω.
Αύριο πρωί ζήτα εκείνον που χρειάζεσαι
με τα αρχεία για τους ισολογισμούς...

("Μετά τα Περιστέρια...", από την ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ)

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Η ζωή, ένα ταξίδι αυτογνωσίας…


Για κάποιους, η ζωή είναι απλά μια συλλογή εμπειριών. Για κάποιους άλλους, ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Αναζητώντας ένα συμβιβασμό, θα λέγαμε πως η ζωή είναι ένα αυτογνωστικό ταξίδι δια μέσου των εμπειριών μας. Γιατί, ακόμα κι όταν προσπαθούμε να ξεκλειδώσουμε το Σύμπαν, αυτό που στ’ αλήθεια αναζητούμε είναι ο εσώτερος εαυτός μας. Αυτός που ήδη γνωρίζει τα πάντα, μόνο που εμείς, σε επίπεδο συνείδησης, δεν το γνωρίζουμε!

Από αυτή την άποψη, η ζωή είναι μια αποστολή και μια ευκαιρία: Ερχόμαστε σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο από καθρέφτες. Αν δούμε μόνο τους καθρέφτες χωρίς να προσέξουμε το είδωλό μας, η αποστολή έχει αποτύχει και η ευκαιρία έχει χαθεί!

Κάθε μικρό βήμα στην αυτοσυνειδησία είναι μια υπέρβαση του εαυτού που γνωρίζαμε. Μα τα ερεθίσματα της εμπειρίας συχνά μας πλανεύουν με την απατηλή γοητεία τους. Και πέφτουμε στην παγίδα να δούμε το δάχτυλο αντί το φεγγάρι – τα επιφαινόμενα αντί της εσώτερης αλήθειας που υπεμφαίνουν. Έτσι η υπέρβαση ματαιώνεται, κι η γνώση του εαυτού (που είναι γνώση του κόσμου ολόκληρου) μένει μετέωρη. Κι εμείς μένουμε για πάντα παγιδευμένοι στον μικρόκοσμο των ψευδαισθήσεών μας, που μοιάζει τόσο αληθινός κάτω απ’ τη λάμψη των αστεριών…

http://www.aixmi.gr/index.php/zwhenataksidi/


Υπερβάσεις

(Σ’ αυτούς που τολμούν ν’ ανακαλύπτουν...)

Τον εαυτό σου αναζητάς
μες από μικρές, καθημερινές
υπερβάσεις...

Μες από σκοτεινές ματιές
που στάζουν αίμα
πάνω απ’ της πόλης τα φώτα...

Μες απ’ τους ήχους μυστικής καμπάνας
που αγκαλιάζουν πένθιμα την πόλη
σα νυχτώσει...

Μες από μύρια μικρά ξεθαρρέματα
καθένα τους θαρρείς που είναι
το πρώτο και το τελευταίο...

Μες από παιδικά παραμύθια
σε μονοπάτια ώριμα ειπωμένα
που οδηγούν σε γεύσεις πρωτόγνωρες...

Μες από όρκους και υποσχέσεις
με ειλικρίνεια που δόθηκαν
μα ξέρεις δε θα τηρηθούν...

Μες απ’ το σπαραγμό
για ένα τέλος
κανείς που δεν τολμά να δώσει...

Μες απ’ τη θέα τού αύριο
που όλο αδυνατίζει
πίσω από τις ψευδαισθήσεις τού σήμερα...

("Απ' το Νησί του Ναυαγού", από την ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ)

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Η μπαλάντα της μοναξιάς...


Η περίφημη "κρίση" που διερχόμαστε χαρακτηρίζεται συνήθως ως οικονομική. Όμως, η οικονομία είναι μόνο η αφορμή για την ανάδειξη μιας άλλης κρίσης, πολύ πιο μεγάλης κι οδυνηρής: αυτής των ανθρώπινων σχέσεων. Ή μάλλον, για να γίνω ακριβής, της κρίσης που προκαλεί η αποκάλυψη της ρηχότητας και της σαθρότητας των σχέσεων, σε όλες τις βαθμίδες της κλίμακάς τους...

Αν στο πεδίο της κοινωνίας η κρίση έφερε τη μία τάξη (κοινωνική ή επαγγελματική) απέναντι στην άλλη, στο μικρόκοσμο των οικογενειακών σχέσεων ανέδειξε τη βαθύτατη μοναξιά που κρύβεται κάτω από την επίφαση της συντροφικότητας. Θύμα κυρίως ο άντρας, δέσμιος παραδοσιακών στερεοτύπων που τον θέλουν εγγυητή ασφάλειας και προμηθευτή ευζωίας στην οικογένεια. Κι όταν βρεθεί μπρος στο φάσμα της ανεργίας - της μάστιγας της εποχής μας - νιώθει να χάνει αυτή τούτη την ταυτότητά του. Η απώλεια του αισθήματος αυταξίας, μάλιστα, γίνεται ακόμα μεγαλύτερη αν πλάι του τύχει να βρίσκεται μια ύπαρξη ματαιόδοξη και καταρριπτική.

Το τίμημα, τότε, της κρίσης είναι βαρύ. Και μοιράζεται ανισοβαρώς, αφού σχεδόν πάντα το πληρώνει εκείνος. Οι στατιστικές για όσους δεν άντεξαν το αποδεικνύουν...


Τηλεφωνητής...


Σε πήρα πάλι σήμερα μα δεν το σήκωνες.
Ήθελα να μιλήσω λίγο,
ίσως να ‘ρθω για λίγες μέρες να σε δω
έτσι, να ξεχαστώ, να καταφύγω
να φάω λίγο μαγειρευτό φαΐ...
Μα τη φωνή σου ακούω πια μόνο στον τηλεφωνητή.
Γι’ αυτό αποφάσισα - κι ας μην το συνηθίζω -
να σου απαντήσω σήμερα μ’ αυτόν.

Ήθελα να σου πω για τη δουλειά.
Όλα αβέβαια, κάποιους τους διώξαν ήδη.
Εγώ είμαι πιο παλιός, ίσως να τη γλιτώσω...
Είναι και η Μαρία...
Της κόστισε πολύ που δεν το κάναμε
εκείνο το ταξίδι, μα χρωστούσα.
Ακούει και τους άλλους που καλοπερνούν...
Πώς τα βολεύουν; Νιώθω σαν άχρηστος
(ξέρω, «οι περιστάσεις» θα μου πεις εσύ
«όμως δε χάνεται η αξία!»).
Κι άμα με διώξουνε;
Μέχρι που σκέφτηκα πως, αν συμβεί...
Μα είναι τα παιδιά, τι φταιν εκείνα;

Το βράδυ πάλι ο ύπνος μου ανήσυχος.
Λέει ο γιατρός πως έχω πίεση, να προσέχω!
Να προσέχω...
Μεγάλη απώλεια για το Σύμπαν, όσο να πεις.
Έτσι που λέω καμιά φορά...
Και θα τους μείνει κι η ασφάλεια,
να πάψει να γκρινιάζει κι η Μαρία!

Ξέρω, θα λες πάλι σε ψυχοπλάκωσα.
Μα αλλού δεν έχω να τα πω...
Α, χθες σου έβαλα την άλλη τη φωτογραφία
εκείνη που τραβήξαμε στον κήπο, με το μπλε το φόρεμα
(η άλλη στη βεράντα δε μου άρεσε).
Ήρθε κι ένας τεχνίτης και χαράξαμε τα γράμματα.
Άντε, δυο χρόνια σου τα έκρυψα:
του είπα «ετών ογδόντα».

("Μετά τα Περιστέρια...", από την ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ)

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Αποδομώντας το "Εγώ"...


Η πρόσφατη, ανατριχιαστική περίπτωση μιας (περίπου) δημόσιας ευθανασίας μάς έκανε να συλλογιστούμε ξανά πάνω στο φαινόμενο του θανάτου. Το θέμα αυτό το είχαμε θίξει πρόσφατα, αναλύοντας μια ιστορική διάλεξη του Δ. Λιαντίνη (εδώ κι εδώ).

Αν θέλαμε να το δούμε φιλοσοφικά, ο θάνατος είναι πάνω απ' όλα μία αποδόμηση του "Εγώ" - του κεντρικού συστατικού της γήινης ανθρώπινης συνειδητότητας. Το "Εγώ" για να επιβιώσει χρειάζεται χώρο και χρόνο. Διαχωρίζει έτσι το "πριν" από το "μετά" κι αναζητά αιτιακούς νόμους για να τα συνδέσει, βιώνοντας το αίσθημα του τρόμου μπροστά στο άγνωστο... Ξεχωρίζει το "εδώ" από το "εκεί", περιχαρακώνοντας το χώρο "του" και συχνά διεκδικώντας το χώρο του "άλλου"... Οδηγεί στην αποκρουστικότερη - μα συνάμα και πιο τραγική (εδώ) - ανθρώπινη αδυναμία: την αλαζονεία...

Κάποιες φορές, μάλιστα, η αλαζονεία εξαντλεί τα όρια ζωής του φορέα της και πεθαίνει μαζί του!


Υπέρβαση του Εγώ


Αυτός ο στυλογράφος ο ακριβός
ήταν δικός μου:
κοίτα στο πλάι το μονόγραμμα!

Αυτό το σπίτι το ψηλό
σε μένα ανήκε:
μες στο συρτάρι είναι τα συμβόλαια!

Αυτό το ποίημα το εξαίσιο
εγώ το έγραψα:
πρόσεξε τ’ όνομά μου στο εξώφυλλο!

Αυτό το πλήθος το τεράστιο
για μένα ζητωκραύγαζε:
σώπα και άκουσε στο δίσκο τα συνθήματα!

Αυτή τη δωρεά τη γενναιόδωρη
εγώ την είχα κάνει:
για δες στην πινακίδα τα χρυσά τα γράμματα!

Αυτοί που κλαιν με σπαραγμό
για μένα κλαίνε:
διάβασε τ’ όνομά μου χαραγμένο στο σταυρό!

... Όμως «εγώ» δεν είμαι πια Εγώ:
Είμαι «εσύ», είμαι «εμείς»,
είμ’ ό,τι πέρασε και ό,τι θάρθει,
το χθες μαζί και τ’ αύριο,
το εδώ και το εκεί αγκαλιασμένα στο παντού,
ψυχή του Σύμπαντος και όλων των Συμπάντων!

Τώρα πια λεύτερος,
καμία αιτιότητα κρυφή να μη με σκιάζει...

("Μετά τα Περιστέρια...", από την ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ)

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ...


Ένα εξαιρετικό λογοτεχνικό κείμενο της Φέφης Παπαλάμπρου!

Εκεί επάνω στο συμπλήρωμα, όταν όλα τα είχες ξοδέψει, εκεί που σου έμεναν κάτι ψιλά ακόμη, τα πέταξες ένα ηλιοβασίλεμα στη θάλασσα. Εκεί στο συμπλήρωμα σε συνάντησα. Κυνηγούσα και εγώ τον ήλιο όταν βαθυκόκκινος βουτούσε στη θάλασσα. Έκανα μια βουτιά να τον αγγίξω και έπιασα κάτι ψιλά που μόλις είχες πετάξει, ευτελούς αξίας για σένα, όπως όλα τα συμπληρώματα...

Κράτησα τα ψιλά σφιχτά στο χέρι μου, νόμισα ότι ήταν θησαυρός που μου τα άφησε ο βαθυκόκκινος ήλιος που μόλις χάθηκε στην κρύα θάλασσα. Αυτό είναι το τυχερό μου, σκεφτόμουν όταν έβγαλα το κεφάλι μου να πάρω μια ανάσα. Είχε πια σκοτεινιάσει όταν βγήκα βρεγμένη μέχρι βαθιά στην ψυχή μου, με μια λύπη για τον ήλιο που με ξεγέλασε και χάθηκε, όταν σε είδα απέναντι, δίπλα στο μοναχικό παγκάκι, με μια φωτογραφική μηχανή να γυρίζεις την πλάτη σου για να φύγεις...

Κύριε, κύριε, σου φώναξα! Με κοίταξες απορημένος, σαν να ήμουν παρείσακτη στο μοναχικό εκείνο σημείο που κυνηγούσες το άπιαστο... Κύριε, να τι έπιασα, λένε ότι όταν ρίχνουν νομίσματα στο νερό κάνουν και μια ευχή. Είμαι η τυχερή, τα έπιασα στο βυθό! Χαμογέλασες ευγενικά: Όχι, μου είπες, δεν είναι τυχερά, εγώ τα πέταξα. Ήταν τα τελευταία ψιλά που μου έμειναν, την ξόδεψα όλη μου την ψυχή, αυτά τα λίγα μου έμειναν και τα πέταξα στη θάλασσα, έτσι, σαν συμπλήρωμα. Δεν έχω τίποτα άλλο να δώσω... Είστε φωτογράφος; σε ρώτησα. Όχι, φωτογραφίζω τα ηλιοβασιλέματα, μοναχικά παγκάκια δίπλα στη θάλασσα, θλιμμένες μοναχικές βάρκες που τις νανουρίζει το κύμα, μου είπες...

Δεν ήθελες να συνεχίσεις τη συζήτηση, βιαζόσουν να φύγεις. Εσύ ντυμένος και εγώ σχεδόν γυμνή και από τα βρεγμένα μαλλιά μου έπεφτε στάλα – στάλα το θαλασσινό νερό στην παγωμένη μου πλάτη και στο στήθος, εκεί ακριβώς στην καρδιά που χτυπούσε αλλόκοτα. Τι δουλειά κάνετε; σε ρώτησα πάλι. Γύρισες την πλάτη σου και χάθηκες, χωρίς να απαντήσεις. Έτσι σε ονόμασα «μελαγχολικό ηλιοβασίλεμα». Από τότε κυνηγούσα τα ηλιοβασιλέματα δίπλα στη θάλασσα, μήπως σε συναντήσω. Ήθελα να μάθω ποιος είσαι, γιατί χάθηκε αυτή η συνάντηση χωρίς καν να αρχίσει. Δεν τόλμησες ή τα είχες ξοδέψει όλα; Ποτέ δεν έμαθα τι ήσουν. Φωτογράφος δεν ήσουν και όμως αγαπούσες τις φωτογραφίες, ρομαντικός δεν ήσουν και όμως το βλέμμα σου κάτι έψαχνε στην απουσία... Ποιητής ίσως...;

Δεν είμαι, θα μου απαντούσες, δεν έχω ταυτότητα...

29-8-2016

Φέφη Παπαλάμπρου

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

A nation of single-color-visioned people...

We are a nation of single-color-visioned people. If we can only see the blue, we can never enjoy the red of the sunset. If we only see the red, we can never appreciate the beauty of the sea or that of the morning sky. What is worse, we cannot accept the fact that some people can see a color different from ours. Even worse is our belief that it is natural to hate them for this!

The possibility of combining, at least, our single-color-visions in cooperation with one another, so that everyone can see the colors he misses through some other's eyes, has never crossed our minds. Of course, this would require a degree of intelligence we do not possess...