Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

ΤΟ ΘΛΙΜΜΕΝΟ ΠΙΑΝΟ...


Μια ιστορία της Φέφης Παπαλάμπρου

Όταν ήθελε να σκεφθεί, συνήθιζε να βγαίνει τα μεσάνυχτα, την ώρα που βγαίνουν τα φαντάσματα.
Ήταν ένα παραμύθι για μάγισσες και φαντάσματα που της έλεγαν μικρή, λίγο πριν κοιμηθεί και η φαντασία της οργίαζε.
Όταν μεγάλωσε, συνέχισε να ψάχνει τα φαντάσματα, θέλοντας να ξεφύγει από την πραγματικότητα.
Εκείνο το βράδυ, μπήκε σε ένα μικρό μπαράκι, λες και την καλούσε ο ήχος του πιάνου, που χάιδεψε απαλά τα αυτιά της.
Πήρε ένα ποτό και χάθηκε στις σκέψεις της, δεν κοίταξε τον πιανίστα, η μεγάλη διαίσθησή της της έλεγε ότι αυτό το πιάνο έψαχνε το άγγιγμα κάποιου άλλου πιανίστα.
Εκείνου, του σχεδόν άγνωστου της, που κάποια μέρα της είπε ότι φεύγοντας για μια άλλη Ήπειρο, άφησε το πιάνο του, για να το επαναλάβει για δεύτερη φορά στην επιστροφή του.
Κατάλαβα ότι θα τον πόνεσε, αλλά δεν το είπε, κρατάει πολλά μέσα του, αλλά περισσότερο αισθάνθηκα το λυγμό του πιάνου, γιατί κάθε χέρι που το αγγίζει ζει και μια ξεχωριστή ηδονή.
Το καταλαβαίνεις, κάθε ήχος του είναι μοναδικός. Άλλοτε σε ταξιδεύει, άλλοτε παραδίνεσαι, άλλοτε κάνεις τα πιο τολμηρά όνειρα και κάποτε πνίγεσαι στο δάκρυ.
Άγνωστε πιανίστα, πόσα βράδια άραγε δραπέτευσες από τον εαυτό σου, πόσες φορές χάιδεψες τα πλήκτρα, όπως θα χάιδευες το πιο ποθητό κορμί μιας αγαπημένης, πόσες φορές θα βυθίστηκες στη θλίψη για χαμένα όνειρα, πόσες φορές θα χτύπησες τα πλήκτρα σε ένα ξέσπασμα για την αδικία αυτού του κόσμου.
Άφησες ένα κομμάτι του εαυτού σου στο πιάνο που εγκατέλειψες και αυτό θα σου λείπει πάντα.
Δεν σου κάνω κριτική, με ποιο δικαίωμα άλλωστε, με ποια προσόντα θα κρίνω εγώ εσένα.
Την ψυχή μου ανοίγω απλώς με ένα τυχαίο ερέθισμα που λέγεται ….40 !
Ξέρω ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο, διαφορετικά δεν θα βρισκόμουν απόψε εδώ, να κάνω συντροφιά στο πιάνο που άφησες και να του πω τα νέα σου.
Έφθασε ψηλά, ήταν η πρώτη λέξη που του είπα, αλλά δεν καταδέχεται να το αποδεχθεί.
Συνεχώς κάτι ψάχνει, σαν να μην τον ικανοποιεί τίποτα.
Προσφέρει γνώση με πολύ αγάπη και σεβασμό στα μεγάλα παιδιά.
Τον ενδιαφέρει η κοινωνία και παίρνει θέση σε όλα τα θέματα με θάρρος για τη γνώμη του. Δεν φοβάται να εκτεθεί γράφοντας από μία ιστορία – παραμύθι έως ένα σοβαρό επιστημονικό θέμα. Γράφει, γράφει συνεχώς και εκεί που νομίζεις ότι δεν εστιάζει κάπου την προσοχή του, τα έχει δει όλα και κάθε τι, είναι και ένα νέο ερέθισμα γι΄ αυτόν.
Γράφει πολύ ωραία ποιήματα αλλά τα κρατάει για τον εαυτό του, αγαπάει την Αθήνα και την μισεί ταυτόχρονα για την κατάντια της.
Φωτογραφίζει σαν επαγγελματίας, αλλά μόνο ό,τι έχει συναίσθημα και διηγείται μια ιστορία.
Αποφεύγει το ανθρώπινο στοιχείο στις φωτογραφίες του, μόνο τα πουλιά αγαπάει.
Σπάνια θα δεις φωτογραφία του με ανθρώπινο στοιχείο, ελάχιστες φορές η μόνη πινελιά, η γυναίκα της ζωής του.
Τον μαγεύουν τα ηλιοβασιλέματα και τα φουρτουνιασμένα κύματα που σμιλεύουν τα βράχια.
Ακούει κλασσική μουσική, όπως έχει δηλώσει, και μόνο μια φορά διάβασα ότι ενθουσιάστηκε με το πολιτικό τραγούδι.
Είναι ένας πολυγράμμων άνθρωπος πολύ σημαντικός.
Δηλώνει δεν είναι τίποτα σπουδαίο και σε φέρνει σε δύσκολη θέση γιατί νοιώθεις πόσο λίγος είσαι μπροστά του.
Είναι φιλικός και απόμακρος ταυτόχρονα, δεν ξέρω αν προφυλάσσεται από τους άλλους ή προφυλάττει τον ίδιο τον εαυτό του και τις ευαισθησίες του.
Δεν ξέρω αν μείνει ποτέ ικανοποιημένος με όσα έχει κάνει και θα κάνει.
Είναι δημιουργικός και αγαπάει με πάθος το κίτρινο χρώμα.
Έχω την τιμή να δηλώνω φίλη του με τη συμβολή της τεχνολογίας.
Δεν γνωρίζω περισσότερα να σου πω και αυτά από ό,τι είδα και διάβασα.
Είμαι σίγουρη ότι θα σε σκέπτεται και θα έχετε τη δική σας μυστική επικοινωνία.
Εγώ περαστική ήμουν απόψε από εδώ και σου είπα τα νέα του…
Ξημέρωσε... σηκώθηκα να φύγω… δεν μπορούσα… τα βήματα μου με γύρισαν πίσω και με ένα χάδι παρηγόρησα το πιάνο στη γωνία…

Φέφη Παπαλάμπρου

Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

Πολιτικό Τραγούδι – Ηλιούπολη 15-11-2014

Πολιτιστικός Σύλλογος Αγ. Κωνσταντίνου «ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ»

Μουσικο-Θεατρική εκδήλωση για το Πολιτικό Τραγούδι

Σάββατο 15 Νοέμβρη 2014, Θεατρική Αίθουσα Δημαρχείου Ηλιούπολης

Επιλογή τραγουδιών, Ενορχήστρωση, Διδασκαλία και Διεύθυνση χορωδίας: Σοφία Καμαγιάννη

Επιμέλεια κειμένων, Καλλιτεχνική και Σκηνοθετική επιμέλεια: Βάσω Φλώρου

ΧΟΡΩΔΙΑ:
Βαλιμίτη Κούλα, Βιάζης Μιχάλης, Γκάζικας Πάνος, Δέτση Ελένη, Ευαγγέλου Κική, Καραγιάννης Νίκος, Καραγιάννη Σοφία, Καραπαναγιώτου Μαρία, Κάρουλα Αιμιλία, Κολομβούνη Χρύσα, Κούκουρα Γεωργία, Κούσουλα Ελένη, Κωστόπουλος Βαγγέλης, Μαργαρώνη Ελένη, Μαργαρώνη Λένια, Μόσχου Άννα, Μπάτση Αγγελική, Μπουλμπασά Καίτη, Πετρίδου Θεοδοσία, Ροντογιάννη Άννα, Σαντοριναίου Ξένια, Σκαροπούλου Ειρήνη, Σκαρόπουλος Λευτέρης, Σπυροπούλου Μαρία, Σωτηριάδου Ελισσάβετ, Ταγαρά Άννα, Τσαμουρτζόγλου Ελένη, Φρατζέτης Μιχάλης, Φωτιάδου Πόπη

ΟΡΧΗΣΤΡΑ:
Ιρίνα Δημάκη: Τσέλο
Νίκος Σκουράκης: Πιάνο
Βασίλης Κωστόπουλος: Κιθάρα
Γιάννης Μπαξεβάνης: Μπουζούκι
Από την ομάδα μουσικής για μη μουσικούς του Συλλόγου: Αλεξίου Μπέτυ, Πάνου Σοφία, Περδικάκη Βίκη, Φρατζέτη Ελισσάβετ

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ:
Μαργαρώνη Ελένη, Μαργαρώνη Λένια, Καραγιάννης Νίκος, Κορρές Παύλος («νέος»), Καρύδης Λεωνίδας («παππούς»)

ΔΡΩΜΕΝΑ:
Κείμενα «Λευκής Μάσκας»: Βάσω Φλώρου
Απόδοση: Ελένη Καραμολέγκου, Αγγελική Σκαροπούλου, Ρόζα Φλωράτου

Κριτική Παράστασης στο Aixmi.gr:
http://www.aixmi.gr/index.php/politikotragoudihlioupol/


Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Διαβάζοντας ποίηση!


Της Φέφης Παπαλάμπρου

Να είσαι αυστηρή στην κρίση σου όταν έρθεις σε επαφή με τα γραφτά μου, που είναι κάτι σαν ποιήματα.
Δεν έλαβα υπόψη μου την απειλή, οι ποιητές δεν μπορεί να σου κάνουν κακό, μόνο τον εαυτό τους μπορεί να βλάψουν, να τον πονέσουν.
Οι ποιητές τον πόνο τους κρύβουν μέσα στους στίχους τους, ξαλαφρώνουν για λίγο και αρχίζουν πάλι την εσωτερική τους αναζήτηση.
Μια διαρκής πάλη με τον εαυτό τους.
Έχουν δικά τους μάτια οι ποιητές.
Όλοι θα δούμε το ίδιο ηλιοβασίλεμα, αλλά ο ποιητής θα δει τον ήλιο να βυθίζεται σε κάποια αγκαλιά, θα δει άλλα χρώματα, τα ηλιοβασιλέματα του έχουν συναισθήματα.
Όταν γεννιέται ένα ποίημα, ο τοκετός είναι επώδυνος.
Ο ποιητής δεν θα σου πει τι ένοιωσε σε μια μεγάλη απώλεια... θα σε παραπλανήσει ότι φταίει το βουητό του τρένου που διέλυσε τις ψευδαισθήσεις…
Ποτέ δεν θα σου πει τι περιμένει… είναι σε μια διαρκή αναμονή... και ο ταχυδρόμος πάντα φθάνει αργά.
Δεν θα θρηνήσει φανερά για κάτι που δεν τόλμησε… θα κρατήσει τα προσχήματα και ας θυσίασε μία ιστορία…
Και όταν αποκαλύπτεται, πάλι με γρίφους θα μιλήσει.
Όταν ερωτευτεί, δεν θα σου πει ποτέ σ΄ αγαπώ, θα σου μιλήσει για τα όνειρα που κάνει πριν κοιμηθεί, για τα απροσδόκητα συναπαντήματα που περιμένει, θα κάνει τα ασήμαντα σημαντικά.
Άλλες φορές μιλάει με τα περιστέρια, άλλοτε ψάχνει μέσα του να δει ποιος είναι, να αμφισβητηθεί, να μαλώσει με τον εαυτό του και να προσπαθήσει να σε πείσει... ότι εγώ δεν είμαι εγώ.
Πως να είσαι αυστηρή με ένα ποιητή;
Εξάντλησε όλη την αυστηρότητα μόνος του, δεν σου άφησε κανένα περιθώριο…
Αν όλα αυτά συμβαίνουν, αυτά που διάβασες δεν είναι «σαν ποιήματα»... είναι ποιήματα, που σου λένε πολλά…

22-12-2014

Φέφη Παπαλάμπρου

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Jennifer Lawn: Παιδικά τραύματα στο όνομα της έβδομης τέχνης!

Κάποιοι αναγνώστες του Aixmi.gr ίσως θυμούνται ένα παλιότερο άρθρο, με τίτλο: «Η τρομερή αλήθεια πίσω από μια φημισμένη κινηματογραφική σκηνή!». Στο άρθρο αυτό, προϊόν προσωπικής έρευνας, είχαμε φέρει στο φως μια άγνωστη πτυχή από τα γυρίσματα της φημισμένης ταινίας του Alan J. Pakula, “Sophie’s Choice” (1982) με την Meryl Streep (Όσκαρ ερμηνείας) και τον Kevin Kline. Μια πτυχή που αμαυρώνει τη φήμη τόσο της ίδιας της ταινίας, όσο και του ιδιοφυούς σκηνοθέτη της…

Αυτό που προσωπικά μας είχε εντυπωσιάσει όταν πρωτοείδαμε την ταινία, ήταν η ανατριχιαστικά ρεαλιστική ερμηνεία της μικρούλας Jennifer Lawn, η οποία υποδυόταν την κόρη τής Meryl Streep. Στην κορυφαία σκηνή του έργου, που λαμβάνει χώρα, υποτίθεται, στο Άουσβιτς κατά τη διάρκεια «υποδοχής» Πολωνών κρατουμένων, βλέπουμε την Jennifer «γαντζωμένη» στην αγκαλιά της κινηματογραφικής μητέρας της, με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο παιδικό προσωπάκι της (το τρεμούλιασμα των χειλιών της δύσκολα θα μπορούσε να το πετύχει με τόση φυσικότητα ακόμα και μια πεπειραμένη ηθοποιός!) καθώς ένα ναζιστικό κτήνος με στολή «παζαρεύει» τη ζωή και το θάνατό της. Η σκηνή κορυφώνεται με τα σπαραχτικά ουρλιαχτά της μικρούλας καθώς την αρπάζουν βίαια, απομακρύνοντάς την από τη «μητρική» αγκαλιά…

Αυτό που έφερε στο φως η έρευνα που είχαμε κάνει, ήταν ότι το παιδί δεν υποκρινόταν αλλά βίωνε στ’ αλήθεια τη σκηνή! Κι αυτό, όπως μάθαμε αργότερα, επιτεύχθηκε με τρόπο μεθοδικό από τους συντελεστές της ταινίας, με τη συναίνεση, μάλιστα, της (πραγματικής) μητέρας της μικρής ηθοποιού, που ήταν παρούσα στα γυρίσματα. Ο σκοπός προφανής: να επιτευχθεί ο μέγιστος δυνατός ρεαλισμός στην «ερμηνεία»!

Ο απόηχος αυτής της αποκάλυψης έφτασε πολύ μακρύτερα απ’ ό,τι θα μπορούσαμε να περιμένουμε. Η 36χρονη, σήμερα, Jennifer Lawn, που είχε κρατήσει ως πρόσφατα επτασφράγιστο το μυστικό του γυρίσματος εκείνης της φοβερής κινηματογραφικής σκηνής, μίλησε, επιτέλους, δημόσια για την εφιαλτική εμπειρία της, επιβεβαιώνοντας, ουσιαστικά, τις πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας τόσο στο Aixmi.gr, όσο και (στα αγγλικά) στο blog Musicphile. Σε πρόσφατη συνέντευξή της στο Entertainment Weekly, η οποία δημοσιεύθηκε με τον τίτλο: “Sophie’s Choice: The little girl and the story behind that haunting scene”, αποκάλυψε περισσότερα απ’ όσα ήδη γνωρίζαμε…

Καταρχήν, διέψευσε διακριτικά την Meryl Streep (αλλά κι εμάς που παρασυρθήκαμε από δηλώσεις της μεγάλης ηθοποιού): Η σκηνή δεν γυρίστηκε μόνο μία φορά, αλλά δεκατρείς! Και, κάθε φορά, η τετράχρονη μικρούλα ξαναζούσε τον ίδιο τρόμο της αρπαγής από μια αγκαλιά που την είχαν μάθει να εμπιστεύεται. Κι αυτή η εμπιστοσύνη χτίστηκε βήμα-βήμα, με τρόπο καλά μελετημένο, μεθοδικό, αφού, την περίοδο των γυρισμάτων, η Streep περνούσε ώρες ολόκληρες παρέα με τη Jennifer, πετυχαίνοντας να κάνει τη μικρή να τη νιώσει σαν πραγματική μητέρα της!

Ο ηθοποιός που ενσάρκωνε τον αξιωματικό των SS (ο Αυστριακός Karlheinz Hackl, 1949–2014) είχε πράγματι τρομερή όψη. Και, όπως θυμάται η Lawn, δεν εμφανιζόταν μπροστά στο παιδί παρά μόνο κατά τη στιγμή των γυρισμάτων, πράγμα που έκανε την παρουσία του ακόμα πιο τρομαχτική! Και, φυσικά, τη σκηνή ακόμα ρεαλιστικότερη…

Αυτά όλα, βέβαια, ανήκουν στο παρελθόν. Όμως, όπως έχουμε διαπιστώσει, εδώ και λίγο καιρό το όνομα Jennifer Lawn στο Google δεν παραπέμπει απλά και μόνο στην επιτυχημένη αντιπρόεδρο της μεγαλύτερης αμερικανικής ασφαλιστικής εταιρείας, αλλά και στο alter ego της: ένα ξεχασμένο κινηματογραφικό ταλέντο που απόχτησε μια πρόσκαιρη φήμη ξεπληρωμένη με παιδικά τραύματα. Όχι, πάντως, ανεξίτηλα, όπως βεβαιώνει η ίδια η Jennifer! Η οποία σήμερα ζει και εργάζεται μόνιμα στο Παρίσι, παντρεμένη με Γάλλο υπήκοο.

Όσο για το “Sophie’s Choice”, δεν ξέρω αν είναι η αγαπημένη της ταινία. Αυτό που είναι σίγουρο είναι πως, όπως λέει χαμογελώντας, μπορεί πια να τη βλέπει χωρίς να σφίγγεται το στομάχι της. Άρα και το δικό μας, επίσης!

Aixmi.gr

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Ραντεβού με ένα θλιμμένο χαμόγελο...

Του φάνηκε σαν θείο δώρο όταν η Λίνα τού είπε πως θα έφευγε για λίγες μέρες, να επισκεφθεί τη μητέρα της στην επαρχία. Η αλήθεια ήταν πως κι εκείνος ήταν έτοιμος να της πει κάτι ανάλογο. Μόνο που, στη δική του περίπτωση, ο αληθινός λόγος του ταξιδιού δεν θα μπορούσε να ειπωθεί. Θα έμοιαζε σαν παραμύθι. Για εκείνη, όμως, θα ήταν ένα επικίνδυνο, απειλητικό παραμύθι, για το οποίο δεν της είχε μιλήσει ποτέ...

Το ταξίδι του θα ‘χε σα σκοπό την εκπλήρωση μιας υπόσχεσης που είχε δοθεί χρόνια πριν, όταν, παιδί ακόμα, έκανε τις καλοκαιρινές διακοπές του σε κάποιο παραθαλάσσιο χωριό. Εκεί, το πλαϊνό σπίτι νοίκιαζε μια άλλη οικογένεια από την πόλη. Και καθόλου δεν θα του ‘χαν φανεί σημαντικοί και αξιομνημόνευτοι, αν ανάμεσά τους δεν υπήρχε εκείνη η μικρούλα, πάνω-κάτω στη δική του ηλικία...

Την έβλεπε πρωί κι απόγευμα να μελετά και να γράφει πάνω σε ένα παλιό τραπέζι, κάτι σαν πρόχειρο γραφείο. Πολύ αυστηροί θα πρέπει να ‘ταν οι δικοί της, να τη βάζουν να κάνει επαναλήψεις στα μαθήματα καταμεσής του καλοκαιριού, τις ώρες που οι υπόλοιποι της ηλικίας της έπαιζαν στους δρόμους! Θυμάται που πέταγε, εκείνος, επίτηδες τη μπάλα μακριά, ίσαμε το σπίτι της, και προθυμοποιούταν πάντα να τρέξει να τη φέρει. Είχε έτσι την ευκαιρία να κοντοσταθεί έξω απ’ την αυλόπορτά της, να τη δει που διάβαζε σκυμμένη στα βιβλία. Και είχε πάντα στο πρόσωπο εκείνη τη θλιμμένη έκφραση που την έκανε να δείχνει τόσο όμορφα αινιγματική...

Για κάποιο μεταφυσικό λόγο, δεν έμαθε ποτέ το όνομά της. Έστεκε πάντα έξω απ’ την αυλόπορτα χωρίς να μιλά, κοιτώντας σαν υπνωτισμένος εκείνο το θλιμμένο βλέμμα. Ως τη μέρα που είδε τους γείτονες να κάνουν ετοιμασίες γι’ αναχώρηση. Άρπαξε τότε κάτι βιαστικά απ’ τον εκδρομικό σάκο του και έτρεξε στο διπλανό σπίτι. Την είδε στην είσοδο, λες και τον περίμενε, λες και το ‘ξερε πως θα πήγαινε να τη χαιρετήσει. Ήταν για πρώτη φορά που την έβλεπε να χαμογελά!

«Άκου», της είπε, «δεν ήρθα να παίξουμε τόσον καιρό γιατί σε έβλεπα που διάβαζες. Όμως... πάρε αυτό!» Και, με μια κίνηση αδέξια, έβγαλε από την τσέπη μια πρόσφατη φωτογραφία του. «Περίμενε», απάντησε εκείνη και έτρεξε βιαστικά στο σπίτι. Γύρισε κρατώντας μια δική της φωτογραφία, που την έβαλε κρυφά στο χέρι του.

Κοντοστάθηκαν για λίγο, κοιτάζοντας αμήχανα ο ένας τον άλλο. Και τότε, έτσι για να σπάσει τη σιωπή, του ‘ρθε να προτείνει μια ιδέα που, για χρόνια μετά, ντρεπόταν να τη θυμάται έτσι ανόητη που του φάνηκε: «Δεν ξέρω αν θα σε ξαναδώ. Όμως, σα μεγαλώσουμε... δηλαδή, ξέρω ‘γώ... σε 40 χρόνια, ας πούμε, τι θα ‘λεγες να ξαναβρεθούμε εδώ, στο ίδιο μέρος, την ίδια μέρα σαν σήμερα;»

«Σε 40 χρόνια; Μα, πώς θα γνωριστούμε τότε; Το σκέφτηκες;» Εκείνος βρήκε αμέσως τη λύση: «Άκου τι θα κάνουμε: Θα κρατάμε κι οι δυο τις φωτογραφίες. Έτσι, θα ξέρουμε!» Εκείνη συμφώνησε: «Εντάξει. Σε 40 χρόνια από σήμερα!»

Τα χρόνια που πέρασαν από τότε, έφερνε συχνά στο νου του εκείνη τη γελοία πρόταση που είχε κάνει, σίγουρος πως το κορίτσι του διπλανού εξοχικού σπιτιού θα τον είχε πάρει για τρελό! Δεν ξέχασε, όμως, ποτέ εκείνο το θλιμμένο χαμόγελό της τη μέρα του αποχαιρετισμού. Ακόμα και μετά που γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του, με την οποία τώρα ζούσε ευτυχισμένος και ήταν πάντα αληθινά ερωτευμένος...

Μα, να που η ζωή παίζει τα παιχνίδια της, ίσως για να δοκιμάσει πόσο σταθερά είναι τα απαράβατα που έχουμε ορίσει στη ζωή μας! Δεν πάνε πολλές μέρες που άνοιξε εκείνο το κουτί, ψάχνοντας για ένα παλιό βιβλιάριο καταθέσεων. Κι εκεί, μέσα σε ένα μικρό φάκελο, είδε τη φωτογραφία. Θυμήθηκε πως από πίσω είχε γράψει μια ημερομηνία. Και – τι σύμπτωση! – ήταν ίδια με τη μεθαυριανή μέρα. Μα, το σπουδαιότερο αφορούσε τη χρονολογία: θα συμπληρώνονταν ακριβώς 40 χρόνια από τότε!

Λίγο για να εκπληρώσει συμβολικά μια ανενεργή, πλέον, υπόσχεση, λίγο για να ξορκίσει οριστικά ένα παιδικό απωθημένο, αποφάσισε να ταξιδέψει ως εκείνο το παραθαλάσσιο χωριό, στο οποίο ποτέ δεν είχε ξαναβρεθεί από τότε. Η βολική απουσία της γυναίκας του θαρρείς και ήταν σημάδι από τον ουρανό που δεν έπρεπε να αγνοηθεί! Ντύθηκε πρόχειρα (ποιον θα συναντούσε εκεί, άλλωστε;) και μπήκε στο αυτοκίνητο...

Έφτασε σε λίγες ώρες. Το χωριό είχε αλλάξει, ήταν σχεδόν αγνώριστο κάτω από τον αναγκαίο τουριστικό εκσυγχρονισμό. Βρήκε, όμως, εύκολα το σπίτι που κάποτε φιλοξένησε εκείνο το αινιγματικά θλιμμένο χαμόγελο της τελευταίας μέρας. Για την ακρίβεια, ήταν τώρα ένα σύγχρονο ξενοδοχείο. Και η αυλόπορτα είχε δώσει τη θέση της σε μια συρόμενη ηλεκτρική πόρτα που άνοιγε αυτόματα με τηλεκοντρόλ.

Έβγαλε μηχανικά τη φωτογραφία από την τσέπη. Του φάνηκε τόσο αστεία η κίνηση! Άφησε, όμως, το βλέμμα του να περιεργαστεί για λίγο ακόμα εκείνο το μελαγχολικό παιδικό πρόσωπο. Μετά, με μια κίνηση γεμάτη σιγουριά, έβαλε το χέρι στην τσέπη αναζητώντας τον αναπτήρα. Έπρεπε να βάλει τέλος σε κάθε νήμα που τον κρατούσε δεμένο με ό,τι απόμεινε να του θυμίζει το παιδί που υπήρξε κάποτε. Γιατί η ζωή είναι σκληρή, δε στο συγχωρεί αν καταλάβει πως ακόμα δε μεγάλωσες όσο θα ‘πρεπε...

Μα δεν πρόλαβε να κάψει τις μνήμες. Σηκώνοντας το βλέμμα, είδε άξαφνα μπροστά του τη Λίνα! Φαίνεται τον είχε παρακολουθήσει, ίσως και να ‘χε μυριστεί το ψέμα που με ολοφάνερη αδεξιότητα (άμαθος, βλέπεις, σε τέτοια) της είχε πει, για ένα συνέδριο που τάχα θα γινόταν σε κάποια μακρινή πόλη...

Όμως, έδειχνε το ίδιο σαστισμένη κι αμήχανη μ’ εκείνον. Τόσο που δε μπόρεσε ν’ αποσώσει μια αυθόρμητη κίνηση να κρύψει αυτό που κρατούσε στο χέρι της. Και ήταν κάτι γνώριμο σ’ αυτόν, κάτι που είχε χρόνια να δει: η μαθητική φωτογραφία του από τις γυμναστικές επιδείξεις του σχολείου. Ναι, εκείνη η ίδια φωτογραφία που, για λόγο που δε θυμάται πια, είχε μαζί του στις διακοπές το καλοκαίρι πριν 40 χρόνια!

Ξάφνου, λες για ν’ αποδιώξουν την κοινή αμηχανία τους, ξέσπασαν κι οι δυο σε δυνατά γέλια. Και γελούσαν κι αγκαλιάζονταν ώρα πολλή, δίχως να λένε άλλη λέξη. Ναι, η Λίνα δεν είχε πια εκείνο το γνώριμο μελαγχολικό χαμόγελο, αυτό που τόσο τον είχε γοητεύσει όταν την πρωτοείδε. Γελούσε, όμως, τώρα στ’ αλήθεια, ίσως για πρώτη φορά τόσο αυθόρμητα. Κι ήταν ακόμα πιο όμορφη...

(Αφιερωμένο σ’ εκείνους που ψάχνουν μέσα τους να βρουν αν το Σύμπαν εκτείνεται για πάντα, ή κάνει κύκλους και ξαναγυρνά...)

Aixmi.gr

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Πολιτικό τραγούδι στην Ηλιούπολη: Μια αξιέπαινη μουσική πρωτοβουλία!

Με το δήμο Ηλιούπολης έχω ιδιαίτερες προσωπικές σχέσεις. Έτσι, με χαρά δέχθηκα την πρόσκληση να παρακολουθήσω μια μουσικο-θεατρική εκδήλωση του Πολιτιστικού Συλλόγου «Άγγελος Σικελιανός», στη Θεατρική Αίθουσα του Δημαρχείου Ηλιούπολης, το Σάββατο 15 Νοέμβρη. Η Θάλια με προειδοποίησε εμφατικά: «Κοίτα, μην αρχίσεις πάλι τους ακαδημαϊσμούς και την υψηλή μουσική ανάλυση, ψάχνοντας να βρεις κουσούρια στην παράσταση! Σου το λέω εκ των προτέρων: η χορωδία αποτελείται αποκλειστικά από ερασιτέχνες!»

Αφήνοντας κι εγώ τον Μπαχ, τον Μότσαρτ και τον Βάγκνερ στο σπίτι, κίνησα για το Δημαρχείο, να ακούσω τους «ερασιτέχνες». Αντικείμενο της εκδήλωσης ήταν το πολιτικό τραγούδι, με σαφείς αναφορές στους αγώνες της Αριστεράς. Το πρόγραμμα περιλάμβανε μερικά από τα πιο γνωστά πολιτικά τραγούδια της «κλασικής» δισκογραφίας του είδους, αλλά και κάποιες πιο πρόσφατες δημιουργίες. Τα τραγούδια ήταν διασκευασμένα για μικτή χορωδία, με συνοδεία τετραμελούς ορχήστρας (τσέλο, ηλεκτρικό πιάνο, κιθάρα, μπουζούκι) και κρουστών.

Το μουσικό μέρος της βραδιάς ήταν, για μένα, αληθινή αποκάλυψη! Η συνθέτης και μαέστρος Σοφία Καμαγιάννη κατάφερε το ακατόρθωτο: να πάρει στα χέρια της μια παρέα ανθρώπων με αγάπη στο τραγούδι αλλά δίχως ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις στη μουσική, και να τους διδάξει, στην πράξη, τι σημαίνει αρμονία, αντίστιξη και πειθαρχημένος μουσικός συντονισμός. Το εξαιρετικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα κάθε άλλο παρά σε «ερασιτεχνισμό» παρέπεμπε. Και η προτροπή της Θάλιας, τελικά, αποδείχθηκε πως παραβίαζε ανοιχτές θύρες!

Εκτός από τη μουσική διδασκαλία, το ίδιο εξαιρετική ήταν η μουσική διασκευή και η ενορχήστρωση των τραγουδιών από την Καμαγιάννη. Στέκομαι ιδιαίτερα στην περίτεχνη ενορχήστρωση, που κατόρθωσε να δημιουργήσει ορχηστρικά εφέ με ένα πολύ μικρό σύνολο οργάνων (χάρισμα που είχε και ο μεγάλος Χατζιδάκις). Ακόμα κι εκεί που έλειπαν φωνές, τις συμπλήρωνε επιδέξια το τσέλο, που έμοιαζε να ανήκει πότε στην ορχήστρα και πότε στη χορωδία!

Μοναδικό αδύνατο σημείο της παράστασης, η ανάγνωση «πολιτικών» κειμένων ανάμεσα στα τραγούδια. Λόγος που κάποιες στιγμές ακουγόταν κοινότοπος, ίσως ακόμα και λαϊκιστικός, μετριάζοντας τη δύναμη της μελοποιημένης ποίησης, διαβασμένος με μια επίκαιρη αντιμνημονιακή οργή που συχνά φόρτιζε το θέατρο με αρνητική ενέργεια. Και, εν τέλει, λόγος περιττός, αφού τα ίδια τα τραγούδια είπαν όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν!

Αφήνοντας, όμως, πίσω μας τη γκρίνια, φύγαμε από την παράσταση γεμάτοι από υπέροχες μελωδίες και εντυπωσιασμένοι από το υψηλό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Μπράβο σε όλους τους συντελεστές!

Aixmi.gr

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Μάθημα ταπεινοφροσύνης…

Το σωστό του όνομα κανείς δεν το γνώριζε, ή κι ίσως δεν το θυμόταν. Όλοι στο χωριό τον ήξεραν «Σκυφτο-Νικόλα». Έφταιγε η παράξενη περπατησιά του, πάντα με το κεφάλι κάτω, λες κι αναζητούσε κάτι που το ‘ψαχνε καιρό μα ποτέ δεν το ‘βρισκε!

Ο δάσκαλος, που κάτι παραπάνω ήξερε για τους ανθρώπους, έβγαλε μια μέρα το πόρισμα: «Το βάδισμα του Σκυφτο-Νικόλα προδίδει βαθύτατο αίσθημα ταπεινοφροσύνης. Ας γίνει ηθικό παράδειγμα προς μίμηση για όλους μας!»

Και, πράγματι, στο χωριό όλοι αγαπούσαν το Σκυφτο-Νικόλα. Μα πώς να μην τον αγαπούν; Ποιον δεν έτρεχε να βοηθήσει σαν είχε ανάγκη! Ποιον είδε πεινασμένο και δεν μοιράστηκε μ’ αυτόν το λιγοστό φαΐ του! Ποιον ένιωσε λυπημένο και δεν του ‘φτιαξε τη διάθεση με τον καλό το λόγο του!

Όμως, κανείς στο χωριό δεν πρόσεξε πως ο Σκυφτο-Νικόλας δεν ζητούσε τίποτα για τον εαυτό του. Όλοι το θεωρούσαν δεδομένο ότι ένας τόσο ταπεινόφρων άνθρωπος ήταν γεννημένος μόνο να δίνει, ποτέ να ζητά! Ο παπάς, μάλιστα, έλεγε πως αυτό το έκανε προσμένοντας ότι μια μέρα θα ανταμειβόταν γενναιόδωρα στους ουρανούς. Και όχι μόνο για τα λίγα χρόνια μιας γήινης ζωής, μα για μια ολόκληρη αιωνιότητα!

Τα χρόνια πέρασαν… Και, μια μέρα, ο Σκυφτο-Νικόλας κατάλαβε ότι είχε αρρωστήσει πολύ. Σε λίγο δεν θα μπορούσε πια να βγάζει τη μέρα χωρίς τη βοήθεια και τη φροντίδα των χωριανών του. Όμως, βάρος αυτός δεν ήθελε να γίνει σε κανέναν! Μια ζωή, είχε μάθει να δίνει μόνο… Εξάλλου, οι άνθρωποι είχαν τις δικές τους δουλειές, τις δικές τους έγνοιες. Ποιος θα έτρεχε να κοιτάξει, τώρα, έναν ανήμπορο που τίποτα πια δεν ήταν σε θέση να προσφέρει στην κοινωνία;

Μέρες πολλές το συλλογιζόταν… Κι ύστερα τ’ αποφάσισε! Με βήματα αργά, τυραννισμένα από τα χρόνια και την αρρώστια, ανέβηκε στο αντικρινό βουνό. Ακολουθώντας τα μονοπάτια μελλοντικών φιλοσόφων σε ένα δικό του, προσωπικό Ναραγιάμα, τρύπωσε στη σπηλιά που είχε εντοπίσει χρόνια πριν, σε κάποια μαθητική εκδρομή. Τότε που η ζωή έμοιαζε ακόμα τόσο αθώα πίσω από το πλανερό της χαμόγελο…

Σαν είχαν μέρες να τον δουν, στο χωριό άρχισαν να αναρωτιούνται… Ο δάσκαλος ήταν καθησυχαστικός: «Μην ανησυχείτε, καλά θα είναι! Οι ταπεινόφρονες άνθρωποι εμφανίζουν συχνά τάσεις εσωστρέφειας. Μένουν για λίγο μόνοι με τον εαυτό τους και αυτοκρίνονται, μελετώντας τα σφάλματά τους. Σε λίγο, με καθαρή πια τη συνείδηση, επιστρέφουν στην κοινωνία για να συνεχίσουν την προσφορά τους σε αυτήν!»

Το λόγο πήρε κι ο παπάς, που δεν διαφώνησε: «Καλά τα λέει ο δάσκαλος! Είμαι βέβαιος πως ο Σκυφτο-Νικόλας, έστω και αργά, ανακάλυψε τη δύναμη της προσευχής που εξαγνίζει την ψυχή του κάθε αμαρτωλού. Και, για να είμεθα ειλικρινείς, τώρα τελευταία έδειχνε σημάδια απόκλισης από το δρόμο της αρετής. Αποτραβηγμένος και μοναχικός, δεν έτρεχε πια με τον ίδιο ζήλο να προσφέρει τη βοήθειά του σ’ αυτούς που τη χρειάζονταν. Θα έλεγα, είχε αρχίσει να γίνεται κάπως εγωκεντρικός!»

Ο ενωμοτάρχης, όμως, της τοπικής χωροφυλακής δεν συμμεριζόταν τις αισιόδοξες σκέψεις του παπά και του δάσκαλου. Για εκείνον, ο Σκυφτο-Νικόλας ήταν εξαφανισμένος! Αποφάσισε, λοιπόν, να ανοίξει το σπίτι του, να δει μήπως κάτι του ‘χε συμβεί. Ξοπίσω του έτρεξε, με περιέργεια πολλή, όλο το χωριό…

Όπως ήταν φυσικό, βρήκαν το σπίτι άδειο. Μόνο πάνω στο γραφείο, ανάμεσα σε σκονισμένα βιβλία και αμέτρητα μισο-γραμμένα χαρτιά, ξεχώριζε ένα σημείωμα. Έγραφε κάτι που έμοιαζε με ποίημα:

Πάντα στο δρόμο με κοιτάς
που περπατώ σκυφτός.
Και εύκολη εξήγηση
σ’ αυτή μου τη συνήθεια δίνεις:
Πως είμαι το παράδειγμα
της ταπεινοφροσύνης!

Μα θέλω αλήθεια να σου πω
κι ας είναι την εικόνα μου
αυτό να αμαυρώσει:
Το δρόμο πρέπει να κοιτώ
γιατί σα στραβοπέσω
ξέρω κανείς δε θα βρεθεί
εκεί να με σηκώσει!

Ο δάσκαλος έμεινε εκστατικός: «Ώστε ήταν και ποιητής!» Το ίδιο κι ο παπάς: «Ευλογημένες λέξεις, με βαθιά ανθρώπινη σημασία! Περιγράφουν τη δυστυχία του σύγχρονου ανθρώπου που έχει απομακρυνθεί από την Εκκλησία!»

Ο καφετζής του χωριού, όμως, είχε τη δική του άποψη: «Αν ψάχνετε για τον τρελό, τον είδα που ανέβαινε κατά το βουνό. Κι ύστερα σου λένε, η τρέλα δεν πάει στα βουνά!»

Ο ενωμοτάρχης, μάλλον πιο ησυχασμένος τώρα, έκλεισε την πόρτα του σπιτιού και κίνησε για το σταθμό της χωροφυλακής, να συντάξει την έκθεση. Στην πλατεία του χωριού άρχιζαν οι ετοιμασίες για το τοπικό πανηγύρι…

(Αφιερωμένο σε όσους περπατούν σκυφτοί. Κοιτώντας μέσα τους, πριν σηκώσουν το κεφάλι να δούνε τ’ άστρα…)

Aixmi.gr

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Τάκης Κανελλόπουλος - "Ουρανός" (1962)

Ένα από τα αριστουργήματα του ελληνικού κινηματογράφου, που, δυστυχώς, αξιολογήθηκε και προβλήθηκε πολύ λιγότερο απ' ό,τι του άξιζε! Σκηνοθεσία που αγγίζει την τελειότητα, υπέροχη μαυρόασπρη φωτογραφία που αμφισβητεί την παντοκρατορία της έγχρωμης εικόνας, εντυπωσιακά εξωτερικά γυρίσματα που καταργούν τα μειονεκτήματα του χαμηλού προϋπολογισμού, δωρικοί αλλά μεστοί διάλογοι με απόλυτη αίσθηση της οικονομίας του λόγου, ζυγισμένες ερμηνείες που, χωρίς να καταφεύγουν στην υπερβολή, αποδίδουν την εσωτερική ένταση των στιγμών και των ηρώων... Και, να μην λησμονήσουμε να αναφέρουμε την εξαιρετική μουσική επένδυση του Αργύρη Κουνάδη, που πιάνει απόλυτα το σφυγμό της ταινίας! Ένα αληθινό έργο τέχνης που, όμως, έμεινε χωρίς συνέχεια στη σύντομη -και άνιση- καριέρα του Τάκη Κανελλόπουλου...


Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Μουσικο-φιλοσοφώντας στη συνοικιακή ταβέρνα

Στο «Δυο δεκάρες η οκά», στου Κουκάκη, δεν υπήρχαν άλλοι πελάτες εκείνη την ώρα. Έτσι, η μουσική του χώρου ήταν προσαρμοσμένη στα ιδιότροπα γούστα του μοναδικού θαμώνα της ταβέρνας, ενός ξενέρωτου τύπου που καθόταν στο τελευταίο μονό τραπέζι, στο βάθος της αίθουσας. Από τα μεγάφωνα ακούγονταν οι υπέροχοι ήχοι μιας πολύ γνωστής συμφωνίας ενός μεγάλου «κουφού»…

Ο Τιτάνας έγραψε εννέα συμφωνίες. Πολλοί θεωρούν (ίσως όχι άδικα) ως κορυφαία την τελευταία του, την Ένατη. Ήταν αυτή, άλλωστε, που άνοιξε το δρόμο στον Μπρούκνερ, τον Βάγκνερ, τον Μάλερ, ακόμα και τον Σοστακόβιτς!

Κάποια άλλη συμφωνία του, η Πέμπτη, είναι ιδιαίτερα δημοφιλής εξαιτίας του χαρακτηριστικού εναρκτήριου θέματός της. Ένα θέμα κατά βάση ρυθμικό (όχι μελωδικό), που θα το κωδικοποιούσαμε με την έκφραση «3+1». Δηλαδή, ένα γκρουπ από τρεις νότες (ή, αν προτιμάτε, τρία χτυπήματα), ακολουθούμενο από μια τέταρτη (ίδιας ή μεγαλύτερης διάρκειας) η οποία τονίζεται κάπως, έτσι ώστε να ξεχωρίζει από τις άλλες τρεις:

«παμ-παμ-παμ-ΠΟΜ»  ή  «παμ-παμ-παμ-ΠΟΟΟΜ»!

Αυτό που λίγοι συνειδητοποιούν είναι ότι η Πέμπτη Συμφωνία του Μπετόβεν είναι ένα αριστούργημα μινιμαλιστικής κυκλικής γραφής! Θα τολμούσα να πω, μια σχεδόν μονοθεματική συμφωνία όπου το θέμα, δίκην έμμονης ιδέας (για να θυμηθούμε τον Μπερλιόζ) επαναλαμβάνεται σε όλη την έκταση του έργου. «Μα, όχι», θα πει ο αναγνώστης, «το θέμα ακούγεται μόνο στο πρώτο μέρος και – κάπως παραλλαγμένο – στο σκέρτσο, πριν το φινάλε!»

Απαιτούνται πολλές, πάρα πολλές ακροάσεις της «Πέμπτης» για να εντοπίσει κανείς όλες τις παρουσίες αυτού του δαιμονικού «3+1» θέματος, που εμφανίζεται με όλες τις δυνατές του μεταμφιέσεις σε κάθε μέρος, σε κάθε απόσπασμα – οσοδήποτε μικρό – της φοβερής συμφωνίας. Ακόμα κι εκεί, όμως, που δεν ακούγεται στην κυριολεξία, ο ακροατής το «ακούει» ως αφαίρεση, προβάλλοντάς το ο ίδιος, σχεδόν ασυνείδητα, μέσα από το περιρρέον ορχηστρικό περιβάλλον!

Καθώς απολαμβάνει, υπό τους ήχους του Τιτάνα, τις σπεσιαλιτέ του μάγου σεφ Κώστα, ο πελάτης της ταβέρνας αναρωτιέται αν θα μπορούσε ένας κοινός θνητός, ακόμα και κάποιος κορυφαίος μουσικοσυνθέτης, να κατασκευάσει μια ολόκληρη συμφωνία δομημένη πάνω σε ένα θέμα με «3+1» νότες! Μα η σκέψη του ξεγλιστρά κάποια στιγμή από τη μουσική και ξαναγυρίζει στη ζοφερή πραγματικότητα μιας κατεστραμμένης χώρας. Και τότε, βασανιστικά μεταφυσικά ερωτήματα αρχίζουν να γεννιούνται στο νου:

Αν ο Μπετόβεν έχτισε μια ολόκληρη συμφωνία έχοντας στη διάθεσή του μονάχα ένα θέμα, θα μπορούσε άραγε να βρεθεί ένας χαρισματικός οραματιστής, να δείξει το δρόμο για την ανόρθωση αυτής της χώρας με τα πενιχρά μέσα και μόνο που της έχουν απομείνει; Και, εν τέλει, είναι που μας λείπουν τα μέσα, ή μήπως μας στέρεψε η διάθεση να τα ανακαλύψουμε και η ευρηματικότητα να τα αξιοποιήσουμε;

Τα ερωτήματα μένουν αναπάντητα, ενώ στα μεγάφωνα της συνοικιακής ταβέρνας το επικυρίαρχο μουσικό θέμα αποσυντίθεται θριαμβευτικά στην coda του φινάλε της συμφωνίας. Χωρίς ανάπαυλα, την ηχητική σκυτάλη παίρνουν τώρα οι νότες μιας Impromptu του Σούμπερτ, του μεγάλου αυτού παραγνωρισμένου της εποχής του, που έζησε ευτυχισμένος με την αγάπη των φίλων του και μόνο, για να λατρευτεί μετά θάνατον όσο περίπου κι ο Μπετόβεν!

«Εμάς, άραγε, μας έχουν απομείνει φίλοι;» αναρωτιέται ο ξενέρωτος από το βάθος της αίθουσας, καθώς περιμένει το λογαριασμό. Έξω μόλις άρχισε να ψιλοβρέχει. «Θα ‘ταν ωραία, τώρα, αν ζητούσα να βάλουν το 15ο πρελούδιο του Σοπέν!», σκέφτεται για μια στιγμή.

Όμως φεύγει βιαστικά, να προλάβει τη μπόρα. Τούτη τη φορά δεν θα ‘χε καν την πολυτέλεια να ξεχάσει την ομπρέλα του στο κάθισμα της πλαϊνής καρέκλας…

Aixmi.gr