Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Ο Θίασος (1975)

Σενάριο - σκηνοθεσία: Θόδωρος Αγγελόπουλος

Μία από τις σημαντικότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, ανεξάρτητα αν (δικαίως) υπάρχουν ενστάσεις για την μονόπλευρη προσέγγισή της στη μεταπολεμική Ιστορία του τόπου.

Η "χειρουργική" ακρίβεια της σκηνοθεσίας και η υπέροχη φωτογραφία δύσκολα αποκρύπτουν τον ναρκισσισμό του σκηνοθέτη, ο οποίος χρησιμοποιεί τους ηθοποιούς περίπου σαν μαριονέτες κουκλοθεάτρου που συμπληρώνουν το σκηνικό, προτιμώντας τα μακρινά πλάνα και αποφεύγοντας να εστιάσει στα πρόσωπα και τις εκφράσεις τους. Αυτό, όμως, τον εμποδίζει να εμβαθύνει περισσότερο στους χαρακτήρες του έργου, οι οποίοι προσεγγίζονται μάλλον επιφανειακά (είναι οι καταστάσεις που ενδιαφέρουν περισσότερο, όχι τόσο οι άνθρωποι που τις βιώνουν)...

Δείτε μια ανάλυση της ταινίας εδώ.



Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2018

Εικόνες μιας πόλης που αντέχει στο χρόνο...

Athens: Garden at Zappion
Κήπος στο Ζάππειο

Athens: Syntagma Square
Πλατεία Συντάγματος

Athens: Kotzia Square
Πλατεία Κοτζιά

Acropolis: The Herodion
Ηρώδειο

Acropolis: The Herodion
Ηρώδειο

Acropolis: The Herodion
Ηρώδειο

A night view of Herodion
Ηρώδειο, τη νύχτα...

Constantin Carathéodory - Albert Einstein on a wall
Καραθεοδωρή - Αϊνστάιν. Σε έναν τοίχο στην Ιερά Οδό

The Lake in Nea Philadelphia
Πάρκο Νέας Φιλαδέλφειας

The Lake in Nea Philadelphia
Πάρκο Νέας Φιλαδέλφειας

Lake in Nea Philadelphia
Πάρκο Νέας Φιλαδέλφειας

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

Για έναν δάσκαλο που, ίσως, δεν υπήρξε ποτέ…


Πάνε είκοσι χρόνια, τώρα, που έφυγε από τη ζωή ένας δάσκαλος. Δεν είχα ακούσει ποτέ το όνομά του (ήταν σε επιστημονικό πεδίο εντελώς διαφορετικό από το δικό μου) ως τη μέρα, πρόσφατα, που βρέθηκα τυχαία σε μία διάλεξη με θέμα την εκπαίδευση. Κι εκεί μίλησε γι’ αυτόν ένας πρώην φοιτητής του στο Πανεπιστήμιο. Με μεγάλο θαυμασμό και απέραντη αγάπη για τον δάσκαλο, όμως δίχως την παραμικρή ένδειξη θεοποίησης και ειδωλολατρίας. Γιατί, όπως τόνισε ο ομιλητής, ο δάσκαλος είναι πάνω απ’ όλα άνθρωπος. Με γήινες ατέλειες κι αδυναμίες... 

Παραθέτω από μνήμης, με άτακτη σειρά, τα πιο σημαντικά πράγματα που άκουσα για τον άγνωστο σε εμένα δάσκαλο: 

Όταν δίδασκε δεν έκανε ποτέ μονόλογο από την κορυφή του Ολύμπου. Έκανε διάλογο με τους μαθητές του και τους ενθάρρυνε να τον διακόπτουν, όχι μόνο για να τον ρωτούν αλλά και για να τον διορθώνουν. Τους ζητούσε να τον αμφισβητούν διαρκώς, όπως και να αποδέχονται πάντα την αμφισβήτηση στο πρόσωπό του απ’ όπου κι αν αυτή προέρχεται. «Όποιος μας αμφισβητεί δεν είναι εχθρός μας», έλεγε, «αλλά μια καλή ευκαιρία να επανεξετάσουμε τις βεβαιότητές μας για το αλάνθαστο του εαυτού μας»

Το ακροατήριό του στο αμφιθέατρο δεν χρησίμευε σαν καθρέφτης για να αυτοθαυμάζεται, δεν ήταν μέσο για να τροφοδοτεί τον – ούτως ή άλλως ανύπαρκτο – ναρκισσισμό του. Ήταν όμως καθρέφτης για να αυτοκρίνεται, να αναγνωρίζει τις ατέλειές του και να βελτιώνεται σαν δάσκαλος και σαν άνθρωπος. Επιζητούσε και απολάμβανε την εκτίμηση και την αγάπη των μαθητών του, δεν τους επέτρεψε όμως ποτέ να γίνουν οπαδοί του διολισθαίνοντας στην προσωπολατρία. Και, για να αποτρέψει τούτο το ενδεχόμενο, δεν έκανε τον εαυτό του να φαντάζει στα μάτια τους σαν ιδανικό και αξεπέραστο πρότυπο, αφού συνειδητά δεν έκρυβε από αυτούς τις ανθρώπινες αδυναμίες του. 

Ήταν βαθιά και ουσιαστικά ταπεινόφρων, δεν δίδασκε απλά τη σημασία της ταπεινοφροσύνης χωρίς να τη βιώνει μέσα του. Ο στόμφος και η οίηση απουσίαζαν ολότελα από τον λόγο του. Αν και ευρυμαθής, δεν επιδιδόταν σε επίδειξη των γνώσεών του με σκοπό να εντυπωσιάσει το ακροατήριό του. Συχνά μάλιστα καμωνόταν πως δεν γνώριζε κάτι και οδηγούσε με τρόπο τους μαθητές του να το ανακαλύψουν μόνοι τους, λέγοντάς τους στο τέλος πως αποτελούσε γνώση που ήδη κατείχαν μέσα τους μα δεν γνώριζαν εξαρχής πως την κατείχαν! Πίστευε και δίδασκε πως στον πυρήνα της μάθησης βρίσκεται η αυτογνωσία. Το «γνώθι σαυτόν» ήταν το σταθερό παιδαγωγικό του αξίωμα. 

Πίστευε επίσης πως το καλό μνημονικό μικρή αξία έχει μπροστά στην ορθή κρίση και τη διάθεση για αναζήτηση. Ο επιστήμων και δάσκαλος, έλεγε, δεν είναι μία απέραντη αποθήκη ονομάτων, χρονολογιών και δεδομένων αλλά ένας νους που μεθοδικά αναζητά την αλήθεια, την αξιολογεί, την οργανώνει, την καταγράφει, και στο τέλος τη μεταλαμπαδεύει στους μαθητές του με τρόπο τόσο απλό και κατανοητό που η αλήθεια αυτή να μοιάζει αυτονόητη. 

Δίδαξε στους μαθητές του την αξία της ζωής και τους εμφύσησε την αγάπη γι’ αυτήν. Έλεγε πως ακόμα και ένας δοξασμένος θάνατος μικρή σημασία έχει αν πίσω του δεν αφήσει μία προσωπική πορεία βιωμένη στην πληρότητά της ως την τελευταία στιγμή. «Ζούμε για να ανακαλύπτουμε συνεχώς πόσο ψηλότερα μπορεί να φτάσει η συνειδητότητά μας», έλεγε, «όχι για να προετοιμάσουμε επιμελώς το τέλος μας τη στιγμή που δεν θα αντέχουμε άλλο το βάρος της ύπαρξής μας»

«Έφυγε» ταπεινά κι αθόρυβα, έτσι όπως έζησε. Όχι ως ισχυρός, αλλά με βαθιά επίγνωση του πεπερασμένου της ύπαρξής του. Ούτε όμως κι έρημος, αφού δεν ανέβηκε ποτέ σε μοναχικές βουνοκορφές για να βλέπει τους άλλους από ψηλά, σαν να ήταν επίγειος θεός. Ο θάνατός του δεν αποτέλεσε πρώτο θέμα στα media, δεν έγινε ιστορία μυστηρίου κι ούτε θρύλος που στοίχειωσε τη λαϊκή φαντασία. Άφησε πίσω του κληρονόμους και συνεχιστές της σκέψης του, όχι στενόμυαλους, σκληροπυρηνικούς και μισαλλόδοξους οπαδούς. Και άφησε τις φοιτήτριές του με τη γλυκιά ανάμνηση ενός σεμνού δασκάλου, όχι με αίσθημα οιονεί χηρείας για την απώλεια κάποιου αυτάρεσκου εν δυνάμει εραστή... 

Το τέλος της διάλεξης με βρήκε να αμφιβάλλω κατά πόσον αυτές οι ιδιότητες θα μπορούσαν πράγματι να αντιστοιχούν σε υπαρκτό πρόσωπο στον ακαδημαϊκό χώρο. Άραγε, μήπως ο δάσκαλος αυτός δεν ήταν παρά δημιούργημα της φαντασίας του ομιλητή, κάποιος που θα ‘θελε να είχε συναντήσει στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα μα δεν το αξιώθηκε ποτέ; Ή μήπως είχε υπάρξει, όχι όμως στον κόσμο τούτο αλλά σε ένα Σύμπαν αντιύλης όπου τα αρνητικά γίνονται θετικά και τα δεξιόστροφα αριστερόστροφα; 

Μη θέλοντας, εν τούτοις, να καταστρέψω τη μαγεία που είχα βιώσει, αποφάσισα να μην καταφύγω σε μηχανές αναζήτησης στο Διαδίκτυο ενώ απέφυγα και να κάνω διερευνητικές ερωτήσεις στον βιβλιοπώλη μου. Εξ άλλου, τι κι αν ο δάσκαλος αυτός δεν είχε, τελικά, υπάρξει; Και τι θα απέκλειε το ενδεχόμενο να εμφανιστεί άξαφνα μια μέρα ένας σαν αυτόν σε κάποια αίθουσα διδασκαλίας, τη στιγμή ακριβώς που κανείς πια δεν θα ανέμενε τον ερχομό του; 

Βέβαια, έχουν περάσει αιώνες από τότε που ο τελευταίος δάσκαλος του είδους έφυγε από τη Γη, δηλώνοντας ως το τέλος ότι το μόνο που γνώριζε ήταν πως δεν γνώριζε τίποτα! Κάποιοι προσπάθησαν αργότερα να μιμηθούν το δικό του τέλος, πίνοντας ενδεχομένως παρόμοιο ποτό. Με μία διαφορά μόνο: εκείνοι γνώριζαν τα πάντα... 

Aixmi.gr

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Το κέρατο της κατσίκας (1971) (χωρίς υποτίτλους)

Σκηνοθεσία: Metodi Andonov (1932-1974)

Παραγωγή: Βουλγαρία, 1971 (ή 1972)

Κατά την προσωπική μου άποψη, το απόλυτο αριστούργημα του Βαλκανικού κινηματογράφου! Ζητώ συγνώμη για την απουσία υποτίτλων (μία βέρσιον που υπήρχε με ελληνικούς υπότιτλους αποσύρθηκε από το υστερικό YouTube για λόγους "πνευματικών δικαιωμάτων"). Όμως, οι διάλογοι είναι ούτως ή άλλως τόσο σπάνιοι και υποτυπώδεις που θα μπορούσαν ακόμα και να απουσιάζουν ολότελα!

Λίγα λόγια για την υπόθεση:

Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Βουλγαρία κατά τον 17ο αιώνα. Όταν η γυναίκα ενός βοσκού βιάζεται και δολοφονείται από τέσσερις ντόπιους Οθωμανούς αφεντάδες, εκείνος αποφασίζει να αναθρέψει την κόρη του σαν αγόρι, καταπιέζοντας και αφανίζοντας κάθε στοιχείο θηλυκότητας σ' εκείνη, για να την μετατρέψει σε συνεργό σε ένα αιματηρό παιχνίδι εκδίκησης. Η εκδίκηση, όμως, ανήκει τελικά στην ίδια τη Φύση. Και είναι αμείλικτη...


Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

Εικόνες μιας πόλης...








Ανθρωπισμός και συμφιλίωση στο «Σπίτι δίπλα στη θάλασσα»


Ο Ρομπέρ Γκεντιγκιάν μάς είχε γοητεύσει πριν λίγα χρόνια με το μαγευτικό φιλμ "Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο". Έτσι, πήγαμε με μεγάλο ενδιαφέρον και εύλογες προσδοκίες να δούμε "Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα" (La Villa, Γαλλία 2017).

Η υπόθεση είναι απλή, με κάποιες - συνειδητές ή όχι - αναφορές στον "Βυσσινόκηπο" του Τσέχοφ. Τρία αδέλφια - δύο άντρες και μία γυναίκα, αποξενωμένα από χρόνια, ξανασυναντούνται στο πατρικό σπίτι σε μία πανέμορφη παραθαλάσσια τοποθεσία κοντά στη Μασσαλία, με αφορμή την σοβαρή ασθένεια του πατέρα τους. Ο καθένας τους έχει να παλέψει με τους δικούς του δαίμονες από το παρελθόν, που χρόνια τον στοιχειώνουν υπόγεια και τώρα ξυπνούν ξανά. Όμως, η ανθρωπιά που κρύβουν μέσα τους έρχεται, τελικά, να θεραπεύσει τις πληγές...

Παρά τις αδυναμίες της (θα τις αναφέρουμε πιο κάτω) σε σύγκριση, τουλάχιστον, με το αριστουργηματικό "Κιλιμάντζαρο", η ταινία φέρει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κινηματογραφικής φιλοσοφίας του Γκεντιγκιάν, στην οποία ο σκηνοθέτης μένει πιστός και, από την άποψη αυτή, είναι απόλυτα συνεπής με το προσωπικό του ύφος. Στα μάτια του θεατή ξετυλίγεται και πάλι μια καθαρτήρια, λυτρωτική διαδρομή από την άρνηση στην κατάφαση, από την πικρία στη συμφιλίωση, από το σκοτάδι στο φως, κι ακόμα - γιατί όχι; - από τον θάνατο στη ζωή! Παράλληλα, μέσα από την υπαρξιακή αυτή πορεία αναδεικνύεται η ωραιότητα της ανθρώπινης ψυχής.

Έτσι, σε ό,τι αφορά την φιλοσοφική προσέγγιση του Γκεντιγκιάν, θα μπορούσαμε να επαναλάβουμε λέξη προς λέξη τα περισσότερα από εκείνα που είχαμε γράψει στις 22-3-2012 στο "Βήμα", στην κριτική μας τοποθέτηση πάνω στα "Χιόνια του Κιλιμάντζαρο" (αφαιρώ τις λίγες φράσεις που αναφέρονται σε εκείνη ειδικά την ταινία):

--------------------------------

Το ερώτημα είναι απλό και απέχει πολύ απ’ το να είναι ρητορικό: Η Τέχνη μιμείται τη ζωή, ή η ζωή την Τέχνη; Οι οπαδοί του ρεαλισμού θα επιλέξουν ανεπιφύλακτα την πρώτη εκδοχή: η ζωή είναι γεμάτη ασχήμιες, τις οποίες οφείλει να αποτυπώνει χωρίς τεχνητές ωραιοποιήσεις η Τέχνη (είναι μάλιστα θεμιτό ακόμα και να υπερθεματίζει μέχρις υπερβολής στην καταγραφή τους, αν αυτό υπηρετεί καλύτερα τους στόχους της).

Συχνά, τα όρια ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον πεσιμισμό είναι δυσδιάκριτα για τον δημιουργό του έργου Τέχνης. Ειδικά στον κινηματογράφο, ο θεατής πρέπει να φύγει από την αίθουσα με σκοτεινές σκέψεις και αισθήματα ματαιότητας και αρνητικής ψυχικής φόρτισης. Το happy ending είναι ταμπού, και το θετικό μήνυμα δυσεύρετο (αφού η ίδια η ζωή δεν το εμπεριέχει). Από το σύμπλεγμα αυτό δεν ξέφυγε ούτε μια κατά τα άλλα αξιόλογη Ελληνική ταινία, που όμως δύσκολα θα την κατέτασσε κανείς καταρχήν στη σχολή του ρεαλισμού: η "Πολίτικη Κουζίνα"!

Στον αντίποδα του ρεαλισμού ορθώνεται ο ιδεαλισμός, μια φιλοσοφική αντίληψη που επιφυλάσσει στην Τέχνη έναν ευγενέστερο και πιο φιλόδοξο ρόλο: να δημιουργεί υψηλά πρότυπα σκέψης και συμπεριφοράς, προσφέροντας παράλληλα και τα ψυχολογικά, ιδεολογικά κι αισθητικά κίνητρα στον άνθρωπο ώστε να υπερβεί τις εγγενείς αδυναμίες της φύσης του και να προσεγγίσει τα πρότυπα αυτά.

Η εξαιρετική ταινία του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν (...) ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στις δύο αυτές, αντίθετες φιλοσοφικές τάσεις. Από τη μία, οι σκληρές πραγματικότητες της εποχής (...) Από την άλλη – και αυτά είναι τα στοιχεία που αναδεικνύει προοδευτικά η ταινία ως την καθαρτήρια κατάληξή της – παρελαύνουν από τα μάτια του θεατή σκηνές απίστευτης ομορφιάς όπου θριαμβεύει η φιλία, η ανθρωπιά, η συγχώρεση, η αλληλεγγύη (...). Μα, πάνω απ’ όλα, η αγάπη, ο έρωτας και η σύμπνοια που κρατούν ζωντανό ένα γάμο μέσα στο χρόνο κι ενάντια στις δοκιμασίες της ζωής!

Φύγαμε από τον κινηματογράφο γεμάτοι από αισθήματα που αναπλάθουν την ψυχή, και σκέψεις που θέτουν σε εγρήγορση την συνειδητότητα. Αφήνοντας οριστικά πίσω μας τις οδυνηρές μνήμες νοσηρών ταινιών του Χάνεκε, ή ακόμα νοσηρότερων δημιουργιών των αδελφών Κοέν...

--------------------------------

Σε ό,τι αφορά τον πολιτικό προβληματισμό τού Γκεντιγκιάν στη νέα ταινία, το κέντρο βάρους έχει τώρα μετατοπιστεί από τη διάψευση, κυρίως, των οραμάτων της Αριστεράς μέσα σε έναν αναδυόμενο, ακραία νεοφιλελεύθερο κόσμο, στις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο Δυτικός κόσμος μπροστά στην έκρηξη του μεταναστευτικού προβλήματος (με κάποιες επιφανειακές αναφορές και στο ζήτημα του ρατσισμού). Εν τούτοις, όπως αναφέραμε στην αρχή, από την ταινία δεν λείπουν και κάποια αδύνατα σημεία. Η αφήγηση στο πρώτο μέρος είναι κατά κύριο λόγο διαλογική (θα λέγαμε, δίνει την εντύπωση θεατρικής παράστασης σε φυσικό, εξωτερικό χώρο) και η υπόθεση "σέρνεται", με αποτέλεσμα να κουράζει κάπως τον θεατή (ο οποίος, πάντως, αποζημιώνεται γενναιόδωρα στη συνέχεια!). Επίσης, το σενάριο αφήνει μια αίσθηση τεχνητής "συγκόλλησης" καταστάσεων που είναι σε μεγάλο βαθμό ασύνδετες μεταξύ τους και δύσκολα μπορεί να δει κανείς με ποιον τρόπο αλληλο-επηρεάζονται.

Αυτό που μένει, όμως, στο τέλος είναι το θετικό μήνυμα πως αξίζει τον κόπο να αλλάξουμε τη ζωή μας προκειμένου να φέρουμε στο φως την ανθρώπινη πλευρά που ίσως αγνοούμε πως κρύβεται μέσα μας. Φυσικά, μια τέτοια ιδεαλιστική προσέγγιση στην Τέχνη δεν εκφράζει το μεγαλύτερο μέρος των δημιουργών, των κριτικών, αλλά και του ίδιου του κοινού. (Από πολύ κοντινό μου πρόσωπο άκουσα πριν χρόνια την σαρκαστική προτροπή "να πάω καλύτερα να δω τη Χιονάτη και τους εφτά νάνους", όταν εξέφρασα την απογοήτευσή μου για την σεναριακή τροπή στο τέλος της "Πολίτικης Κουζίνας"!) Όμως, το καλό με την Τέχνη είναι πως τίποτα δεν είναι οικουμενικό κι απόλυτο, αφού η αίσθηση του ωραίου είναι, εν τέλει, ζήτημα καθαρά υποκειμενικό. Έτσι, κατά το κοινώς λεγόμενο, "σ' όποιον αρέσει"! Στο κοντινό μου πρόσωπο, πάντως, και η νέα αυτή ταινία του Γκεντιγκιάν άρεσε πολύ...

Aixmi.gr

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

Κοινός Παρονομαστής (2014)

Σενάριο-Σκηνοθεσία: Σωτήρης Τσαφούλιας

Πρωταγωνιστούν: Αντώνης Αντωνίου, Βλαδίμηρος Κυριακίδης,
Ρένος Χαραλαμπίδης, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Μαρκέλλα Γιαννάτου


Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Έτερος Εγώ (2016)

Εντυπωσιακό "Χιτσκοκικό" ψυχολογικό θρίλερ, σε σενάριο - σκηνοθεσία Σωτήρη Τσαφούλια. Αξιόλογη η ερμηνεία του κεντρικού ρόλου από τον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη.

Παρεμπιπτόντως, δείτε την θλιβερή (επιεικώς) "κριτική" του Χρήστου Μήτση στο "αθηνόραμα", για την ταινία. Αλήθεια, τι ακριβώς έχουν να προσφέρουν οι κριτικοί σε ένα κοινό το οποίο οι ίδιοι απαξιώνουν; Διαβάστε το κείμενο και θα καταλάβετε τι εννοώ...

Διαβάστε επίσης...


Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Ένα γλυκόπικρο ταξίδι στην "Τζαμάικα"...


Πηγαίνοντας να δούμε την «Τζαμάικα», πρώτη κινηματογραφική σκηνοθετική απόπειρα του Ανδρέα Μορφονιού, ομολογώ ότι περιμέναμε άλλη μία συμπαθητική ελληνική παραγωγή από έναν καλό σκηνοθέτη της τηλεόρασης που επιθυμεί να «εισβάλει» στον κινηματογράφο κάνοντας φιλότιμες προσπάθειες να μην προδώσει το τηλεοπτικό background που συνοδεύει το βιογραφικό του. Το ίδιο το θέμα της ταινίας, εξ άλλου, βασισμένο σε μια ιδέα του Φάνη Μουρατίδη (ο οποίος και πρωταγωνιστεί), φαινόταν να υπόσχεται πράγματα που τα είχαμε ξαναδεί:

Δύο αδέρφια – ο ένας πετυχημένος και πλούσιος, ο άλλος φτωχός και καλόκαρδος βιοπαλαιστής – που έχουν χρόνια να μιλήσουν μεταξύ τους, αφού ο πρώτος δεν έχει χρόνο για οικογενειακές σχέσεις ενώ ο δεύτερος κουβαλά μέσα του αισθήματα απόλυτης άρνησης για τον αδερφό του... Μία τυραννική σύζυγος που με κάθε ευκαιρία εξευτελίζει τον «ανεπρόκοπο» που δεν φέρνει αρκετά χρήματα στο σπίτι (εδώ προστίθεται και πεθερά, που κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα)... Ώσπου ξαφνικά ο πλούσιος αδερφός μαθαίνει ότι είναι σοβαρά άρρωστος και, σαν για εξιλέωση, αποφασίζει να δώσει στον φτωχό τις ευκαιρίες που του είχε στερήσει η ζωή...

Μέχρι εδώ, όλα θυμίζουν το θρυλικό «Έξω οι κλέφτες» με τον Ορέστη Μακρή. Όμως, ο ίδιος ο επιτυχημένος αδερφός (Μουρατίδης) είναι τώρα το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας. Και η ιδέα του έργου βασίζεται ακριβώς στην απόφασή του να μην τον βάλει κάτω η αρρώστια, αλλά αντίθετα να τον οδηγήσει – με όπλο το χιούμορ που αγγίζει τα όρια φιλοσοφικής στάσης – σε μια επανεκτίμηση όλων εκείνων των πραγμάτων που είναι σημαντικά στη ζωή. Μια ιδέα που, αν και έχουμε δει σε ουκ ολίγες χολιγουντιανές παραγωγές, δεν χάνει ποτέ τη γλυκόπικρη γοητεία της...

Το πιο δυνατό χαρτί της ταινίας είναι η εξαιρετική, μέσα στην εκφραστική λιτότητά της, ερμηνεία του Σπύρου Παπαδόπουλου (ομολογώ ότι ήταν η πρώτη φορά που «ξέχασα» τους ισχυρούς δεσμούς του με τον ελάχιστα συμπαθή, σε εμένα, Ολυμπιακό!). Θύμισε – αν όχι ξεπέρασε – τις καλύτερες κωμικο-δραματικές ερμηνείες του μεγάλου Θανάση Βέγγου, χωρίς καν να χρειαστεί να καταφύγει στην εύκολη υπερβολή, κάνοντας ένα και μόνο βλέμμα να λέει όσα χίλιες λέξεις!

Εξίσου εντυπωσιακή, και δίχως παραπομπές σε τηλεοπτικά πρότυπα, η σκηνοθεσία του Μορφονιού. Αξίζει κανείς να προσέξει τις λεπτομέρειες (π.χ., το φευγαλέο είδωλο ενός προσώπου στο πλαϊνό καθρεφτάκι ενός σπορ αυτοκινήτου). Μια σκηνοθεσία που υποστηρίχθηκε αποτελεσματικά από ένα σφιχτό μοντάζ, αλλά και από την απέριττη μουσική επένδυση του Θέμη Καραμουρατίδη.

Το επιμύθιο της ταινίας απλό, αλλά φιλοσοφημένο: «Η ζωή δεν είναι για να μας στενεύει αλλά για να τη φοράμε στο νούμερό μας!» Αξίζει να πεταχτεί κανείς ως τη «Τζαμάικα» για να το δει στην πράξη...

Aixmi.gr