Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

IMDb - Review for "Dheepan"

"Dheepan": Cinematic beauty without political didacticism

Author:  Costas Papachristou from Athens, Greece

24 November 2015

In our review for Robert Guédiguian's wonderful film "The Snows of Kilimanjaro" (http://www.imdb.com/title/tt1852006/reviews-6) we raised the question whether Art should be an imitation of life or whether it should be the other way around. The advocates of realism will make the first choice since, in their opinion, life is full of ugliness that Art must faithfully portray. As is often the case, the artist does not even distinguish between realism and pessimism. In the case of cinema, in particular, the audience must leave the theater full of dark thoughts and feelings of vanity; happy ending is a taboo and a positive message should be hard to find. Idealism, on the other hand, reserves a more noble and ambitious role for Art by creating high standards of human character, thus offering psychological, ideological and aesthetic motivation for man to overcome the inherent weaknesses of his nature and morally elevate himself by striving to reach these standards.

Guédiguian's film masterfully balances between these two opposite philosophical trends. One could hardly say anything less about Jacques Audiard's "Dheepan" (Palme d'Or at the 2015 Cannes Film Festival). In the first place, the subject – immigration to Europe from war-torn places of the Third World – is so timely that the film almost acquires the character of a documentary. The audience, however, progressively witnesses a marvelous transformation from the harsh reality of human survival to the final triumph of human moral exaltation!

Here is the beginning of the story:

"Dheepan" is a freedom fighter of the "Tamil Tigers" in the Sri Lankan Civil War. The war approaches its end and defeat of the revolutionaries is imminent. Dheepan, whose entire family was lost in the war, decides to flee the country together with a woman and a little girl – two persons previously unknown to him as well as to each other – in the hope that, by pretending that they are a family, it would be easier for them to claim asylum somewhere in Europe. Arriving in Paris, the "family" seeks temporary housing while Dheepan tries to earn some money by selling little things under the nose of the Police. Finally, he finds a permanent job as a caretaker in a building block somewhere in the suburbs. Although the place is miserable and, moreover, is a den of unlawful activities, Dheepan works hard to build a new life for him and his new family...

The craftsmanship of the narrative lies in the wonderful balance between the hard realism of the subject and the cinematic poetry that permeates the film from beginning to end. This narrative carefully and skillfully avoids the traps of over-sentimentalism and political didacticism, as well as the temptation of sanctification or demonization of the various characters, as such oversimplifications would undoubtedly undermine the artistic result. The main heroes, in particular, are not a priori "good". They discover the good parts of their own nature as the story progresses, thus developing as human beings in the process.

It is precisely this miracle of character revelation and moral elevation in front of the viewer's eyes that makes cinema such a wonderful art, after all. And, even if it seems too idealistic to be true, this miracle is far from representing a utopia!

Source: IMDb

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

“Dheepan”: Μετανάστευση και κινηματογραφική ποίηση

Νέα ταινία - Κριτική

Ξεκινώντας την κριτική μας για την υπέροχη ταινία του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν, «Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο», είχαμε γράψει πριν χρόνια στο «Βήμα»:

Το ερώτημα είναι απλό και απέχει πολύ απ’ το να είναι ρητορικό: Η Τέχνη μιμείται τη ζωή, ή η ζωή την Τέχνη; Οι οπαδοί του ρεαλισμού θα επιλέξουν ανεπιφύλακτα την πρώτη εκδοχή: η ζωή είναι γεμάτη ασχήμιες, τις οποίες οφείλει να αποτυπώνει χωρίς τεχνητές ωραιοποιήσεις η Τέχνη (είναι μάλιστα θεμιτό ακόμα και να υπερθεματίζει μέχρις υπερβολής στην καταγραφή τους, αν αυτό υπηρετεί καλύτερα τους στόχους της).

Συχνά, τα όρια ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον πεσιμισμό είναι δυσδιάκριτα για τον δημιουργό του έργου Τέχνης. Ειδικά στον κινηματογράφο, ο θεατής πρέπει να φύγει από την αίθουσα με σκοτεινές σκέψεις και αισθήματα ματαιότητας και αρνητικής ψυχικής φόρτισης. Το “happy ending” είναι ταμπού, και το θετικό μήνυμα δυσεύρετο (αφού η ίδια η ζωή δεν το εμπεριέχει). Από το σύμπλεγμα αυτό δεν ξέφυγε ούτε μια κατά τα άλλα αξιόλογη Ελληνική ταινία, που όμως δύσκολα θα την κατέτασσε κανείς καταρχήν στη σχολή του ρεαλισμού: η «Πολίτικη Κουζίνα»!

Στον αντίποδα του ρεαλισμού ορθώνεται ο ιδεαλισμός, μια φιλοσοφική αντίληψη που επιφυλάσσει στην Τέχνη έναν ευγενέστερο και πιο φιλόδοξο ρόλο: να δημιουργεί υψηλά πρότυπα σκέψης και συμπεριφοράς, προσφέροντας παράλληλα και τα ψυχολογικά, ιδεολογικά κι αισθητικά κίνητρα στον άνθρωπο ώστε να υπερβεί τις εγγενείς αδυναμίες της φύσης του και να προσεγγίσει τα πρότυπα αυτά.

Η εξαιρετική ταινία του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στις δύο αυτές, αντίθετες φιλοσοφικές τάσεις...

Δύσκολα θα μπορούσαμε να πούμε κάτι λιγότερο για την ταινία του Ζακ Οντιάρ, «Dheepan – Ο Άνθρωπος Χωρίς Πατρίδα» (Χρυσός Φοίνικας Φεστιβάλ Καννών, 2015). Το θέμα – η μετανάστευση από εμπόλεμες περιοχές του Τρίτου Κόσμου προς την Ευρώπη – είναι τόσο «ζεστό» ώστε το έργο σχεδόν αποκτά το χαρακτήρα επίκαιρου ντοκιμαντέρ. Ας δούμε σε συντομία την υπόθεση:

Ο Ντιπάν είναι μαχητής των «Τίγρεων του Ταμίλ» στον εμφύλιο πόλεμο της Σρι Λάνκα. Ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του και η ήττα των επαναστατών είναι προδιαγεγραμμένη. Ο Ντιπάν, που έχασε ολόκληρη την οικογένειά του στον πόλεμο, αποφασίζει να εγκαταλείψει τη χώρα παίρνοντας μαζί του δύο άγνωστα πρόσωπα – μια γυναίκα κι ένα μικρό κορίτσι, επίσης άγνωστες μεταξύ τους – με την ελπίδα ότι, παριστάνοντας πως είναι οικογένεια, θα είναι πιο εύκολο γι’ αυτούς να ζητήσουν άσυλο κάπου στην Ευρώπη. Φτάνοντας στο Παρίσι, η «οικογένεια» αναζητεί προσωρινή κατοικία ενώ ο Ντιπάν, για λόγους επιβίωσης, πουλά μικροαντικείμενα κάτω από τη μύτη της αστυνομίας, ώσπου τελικά βρίσκει μόνιμη δουλειά σαν επιστάτης σε ένα κτιριακό συγκρότημα κάπου στα προάστια της πόλης. Αν και το μέρος είναι άθλιο και, επιπλέον, είναι άντρο παράνομων δραστηριοτήτων, ο Ντιπάν εργάζεται σκληρά για να φτιάξει μια νέα ζωή γι’ αυτόν και την «οικογένειά» του. Όμως, η βία που συναντά καθημερινά ανοίγει ξανά τα ψυχικά τραύματα του πολέμου, φέρνοντας στην επιφάνεια τα άγρια ένστικτα του πολεμιστή όταν ο ήρωας αναγκαστεί να προστατέψει αυτούς που αγαπά και που ελπίζει να γίνουν αληθινή του οικογένεια...

Η δεξιοτεχνία της αφήγησης έγκειται στη θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στο σκληρό ρεαλισμό του θέματος και στην κινηματογραφική ποίηση που διαπερνά το έργο απ’ την αρχή ως το τέλος του, αναδεικνύοντας τις πιο όμορφες πτυχές που (μπορεί να) κρύβει η ανθρώπινη φύση ακόμα και μέσα στις πλέον απάνθρωπες συνθήκες επιβίωσης. Και η αφήγηση αυτή αποφεύγει επιδέξια την παγίδα του γλυκερού και τον πειρασμό της αγιογράφησης ή της δαιμονοποίησης των χαρακτήρων, πράγμα που θα μπορούσε να υπονομεύσει το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Οι ήρωες δεν είναι a priori «καλοί»: ανακαλύπτουν κι οι ίδιοι, μπροστά στα μάτια του θεατή, το καλό που κρύβουν μέσα τους και εξελίσσονται, έτσι, ως άνθρωποι. Κι αυτή η διαδικασία ηθικής ανύψωσης είναι που κάνει τον κινηματογράφο να φαίνεται τόσο, μα τόσο ωραίος ως τέχνη!

Κλείνουμε με τον επίλογο του άρθρου μας για το «Κιλιμάντζαρο», που βρίσκουμε πως ταιριάζει κι εδώ απόλυτα:

Φύγαμε από τον κινηματογράφο γεμάτοι από αισθήματα που αναπλάθουν την ψυχή, και σκέψεις που θέτουν σε εγρήγορση τη συνειδητότητα. Αφήνοντας οριστικά πίσω μας τις οδυνηρές μνήμες νοσηρών ταινιών του Χάνεκε, ή ακόμα νοσηρότερων δημιουργιών των αδελφών Κοέν...