Σάββατο 20 Ιουνίου 2020

Ένα κλάμα που δεν συγκίνησε τους επαγγελματίες "ανθρωπιστές"...


Όλη η τραγικότητα της χώρας το - για τους λάθος λόγους - αλησμόνητο καλοκαίρι του 2015 αποτυπώνεται σε αυτή την εικόνα του ηλικιωμένου που, απελπισμένος από την αναλγησία του συστήματος των "ανθρωπιστών" που βρίσκονταν στην εξουσία, ξεσπά σε κλάματα έξω από μία τράπεζα την περίοδο των capital controls.

Ανάλογη εικόνα αντίκρισα σε μια τράπεζα της γειτονιάς μου, την ίδια περίοδο. "Πώς θα ζήσουμε εγώ και η γυναίκα μου;" ρωτούσε κλαίγοντας ένας γεράκος. Αλλά απάντηση δεν πήρε από τον κύριο με το κοστούμι, που αρκέστηκε να ανασηκώσει τους ώμους...

Ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα ότι είχε έρθει το τέλος του πολυθρύλητου "ηθικού πλεονεκτήματος". Που μάλλον δεν υπήρξε ποτέ, αφού πρόκειται απλά για το ηθικό μειονέκτημα των "άλλων"!

Παρεμπιπτόντως, τις μέρες εκείνες κι εγώ πείνασα. (Κάρτες δεν είχα τότε, κι ούτε αρκετά λεφτά στο πορτοφόλι μου - θα πήγαινα από Δευτέρα στην τράπεζα. Πού να 'ξερα...) Αυτό από μόνο του θα μπορούσα και να το συγχωρήσω. Την αναλγησία τους, όμως, απέναντι στους ηλικιωμένους επειδή δεν ανήκαν στη βασική δεξαμενή των ψηφοφόρων τους, δεν θα μπορέσω να την ξεχάσω ποτέ...

ΚΠ 

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2020

Πέντε χρόνια από ένα "ΝΑΙ" που ποτέ δεν έγινε "ΟΧΙ"...




Ήταν πέντε χρόνια πριν... Τρίτη, τελευταία μέρα του Ιούνη... Όλοι ξέραμε ότι θα βρέξει δυνατά το απόγευμα. Μα δεν ήταν ώρα για λιποψυχίες, όχι μια βροχή αλλά κι έναν κατακλυσμό ολόκληρο θα μπορούσε εκείνη τη μέρα να αψηφήσει κανείς!

Στο σταθμό του μετρό στο Σύνταγμα δημιουργήθηκε από νωρίς το αδιαχώρητο. Ήταν άνθρωποι από κάθε γωνιά της πόλης, που τους είχε σπρώξει εκεί η κοινή αγωνία για το μέλλον μιας χώρας που έμοιαζε υπνωτισμένη και παραδομένη στα χέρια μιας άγριας συμμορίας φανατικών που την έσερναν χαρωποί κι ανέμελοι προς τον γκρεμό, έτσι όπως οι τρομοκράτες σέρνουν μαζί στο θάνατο δεκάδες, εκατοντάδες ανθρώπων που τυχαίνει να βρεθούν στο δρόμο τους. Μόνο που εδώ το συναπάντημα δεν ήταν έργο της μοίρας, μα της αφροσύνης...

Εκείνο το σαββατοκύριακο που προηγήθηκε είχαμε ξυπνήσει, εντελώς απροετοίμαστοι, σε μια χώρα αλλιώτικη. Μια χώρα έτοιμη να αυτοκτονήσει μέσα σε μία εβδομάδα, έχοντας μόλις αποφασίσει τη διενέργεια ενός δημοψηφίσματος που αντιστέκεται ως σήμερα σε κάθε απόπειρα λογικής ερμηνείας.

Μάθαμε πως η ζωή που ξέραμε, και ό,τι ως πριν θεωρούσαμε δεδομένο κι αυτονόητο, είχαν χαθεί ξαφνικά. Αρκούσε το αυτάρεσκο νεύμα ενός νάρκισσου γητευτή με επιτηδευμένα ανορθόγραφο όνομα, το αφελές χαμόγελο ενός μικρού, μαθητευόμενου μάγου που βρέθηκε σε μια καρέκλα πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθός του, και οι υστερικές κραυγές μιας πολιτικής κόρης με εξουσίες αυτόκλητου εθνικού δικτάτορα, για να αμφισβητήσουν το δικαίωμα στη ζωή που μας ανήκε.

Κι επειδή ούτε για μια στιγμή πιστέψαμε ότι το δικαίωμα αυτό μπαίνει σε διαπραγμάτευση, κινήσαμε αυθόρμητα, χωρίς να δεχθούμε «καπελώματα» από κομματικούς «τσοπαναραίους» και πολιτικούς καθοδηγητές, για να ενώσουμε τις φωνές μας (ή έστω, τις απλές παρουσίες μας) εκφράζοντας την κοινή αγωνία για το αύριο μιας χώρας που φαινόταν ανήμπορη να σταματήσει το βαγόνι που την οδηγούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στις χωματερές της Ιστορίας.

Κάποιοι, εκπρόσωποι του τότε πλειοψηφικού ρεύματος, μας ειρωνεύτηκαν ή και μας χλεύασαν. Ο απαξιωτικός νεολογισμός «μενουμευρώπη» δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του στα social media αλλά και σε σοβαρά ειδησεογραφικά sites, διατηρώντας την ισχύ του ως σήμερα και παίρνοντας σιγά-σιγά τον χαρακτήρα δόκιμου όρου στην πολιτική ορολογία.

Υπήρξαν και κάποιοι που μεταχειρίστηκαν ακόμα και το όπλο της δυσφήμισης, αν όχι της απροκάλυπτης συκοφαντίας. Με αφορμή μία υπέρμετρα διακινηθείσα – και βάναυσα παρερμηνευμένη – φωτογραφία δημόσιας οινοποσίας στην πλατεία Συντάγματος, ακούστηκε πως οι αγωνιούντες για το αύριο της χώρας ήταν απλά οι «βολεμένοι» (κατά προτίμηση, του Κολωνακίου ή των βορείων προαστίων) που αρνούνταν να «ξεβολευτούν»! Κάποιος χαρισματικός μαρξιστής αρθρογράφος σε κορυφαίο ειδησεογραφικό ιστότοπο το έθεσε κομψότερα, δίνοντας μια ηρωική διάσταση στον εθνικό διχασμό των ημερών εκείνων: Ήταν ένας πόλεμος, έγραψε, ανάμεσα σε εκείνους που είχαν κάτι να χάσουν και εκείνους που δεν είχαν να χάσουν τίποτα, αφού ούτως ή άλλως τίποτα δεν τους ανήκε! Είναι να αναρωτιέται κανείς αν οι ιδεολογικές εμμονές επιτρέπουν, τελικά, ακόμα και τη στοιχειώδη επαφή με τη σύγχρονη πραγματικότητα...

Το περίφημο δημοψήφισμα αποδείχθηκε, τελικά, παρωδία και ο πολιτικός θρίαμβος της κυβέρνησης ήταν πύρρεια νίκη. Μέσα σε λίγες μόνο μέρες η ίδια αυτή κυβέρνηση, συνειδητοποιώντας το αδιέξοδο και το εν δυνάμει καταστροφικό της πολιτικής της, έκανε μια αναγκαστική – αλλά σε κάθε περίπτωση εντυπωσιακή – στροφή προς τον ρεαλισμό, και η χώρα σώθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή από την οριστική χρεοκοπία και το σκοτεινό «αύριο» των συσσιτίων και των ντροπιαστικών αποστολών ανθρωπιστικής βοήθειας!

Για εμάς που είχαμε κατέβει υπό καταρρακτώδη βροχή στο Σύνταγμα, ήταν μια κάποια δικαίωση. Από τα ίδια τα πράγματα, βέβαια, όχι από τη ρητορεία των φανατικών, που συνέχισαν να πιπιλούν με χλευαστική διάθεση την καραμέλα των «μενουμευρωπαίων», λες και επρόκειτο για εχθρούς της κοινωνίας και της πατρίδας, ή λες και οι χλευάζοντες δεν είχαν αντιληφθεί τον πολιτικό αναθεωρητισμό εκείνων που οι ίδιοι είχαν αναδείξει – και έμελλε να αναδείξουν εκ νέου – στην εξουσία.

Μένω τώρα με τις μνήμες ενός βροχερού απογεύματος στο τέλος του Ιούνη του 2015. Ξαναβλέπω τις λασπωμένες πατημασιές που ολοένα πυκνώνουν στα σκαλιά του μετρό στο Σύνταγμα, ακούω και πάλι τις εναγώνιες πολιτικές συζητήσεις του απλού κόσμου και τα περιρρέοντα σενάρια τρόμου να παίρνουν και να δίνουν κάτω από πρόχειρα υπόστεγα, φωνάζω ξανά τον πλανόδιο ομπρελά για να προλάβω να αγοράσω εκείνη την τελευταία ροζ ομπρέλα, αφού η γυναίκα μου αμέλησε, ως συνήθως, να πάρει μαζί τη δική της...

Και το χιλιοειπωμένο και κοινότοπο «ποτέ ξανά!» μου έρχεται αυθόρμητα στο νου, τόσο φυσικά που μοιάζει πρωτότυπο...

ΚΠ