Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2024

Τι είναι, τελικά, αληθινό;


 Με αφορμή την δημόσια υπερ-προβολή επίπλαστης "ευτυχίας" από ένα ζεύγος μεγαλοδικηγόρων, όπου τελικά ο σύζυγος λίγο έλειψε να χριστεί γυναικοκτόνος, ήρθε πρόσφατα στο προσκήνιο μία παλιά, σοφή ρήση της Μαλβίνας Κάραλη (της οποίας το ταμπεραμέντο, ομολογώ, ουδέποτε συμπάθησα ιδιαίτερα):

«Είμαι καχύποπτη με όσους διαφημίζουν υπερβολικά την ευτυχία τους!»

Παίρνοντας αφορμή από αυτό, ανάρτησα την ακόλουθη πρόταση στο Facebook:

Τα δύο πιο αθόρυβα πράγματα στον κόσμο είναι η αληθινή ευτυχία και ο αληθινός έρωτας!

Για να εισπράξω "πληρωμένη" απάντηση από την καλή φίλη, συνάδελφο και συν-φιλόσοφο, Δ.Κ.:

«Το θέμα είναι, όμως, πώς ορίζει κάποιος την έννοια του αληθινού...»

Με άλλα λόγια, υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα, ή μήπως τα πάντα είναι προβολές ενός απροσδιόριστου υποκείμενου κόσμου, που μορφοποιούνται ανάλογα με την οπτική γωνία του καθενός μας;

Έχοντας μελετήσει κβαντομηχανική, δύσκολα θα μπορούσα να απορρίψω καταρχήν το διαζευκτικό σκέλος του πιο πάνω ερωτήματος. Όμως, επειδή η κβαντομηχανική αφορά τον μικρόκοσμο - στον οποίο πολλά από τα αυτονόητα της καθημερινής μας εμπειρίας παύουν να ισχύουν - θα παραμείνω με ασφάλεια στον "Νευτώνειο" κόσμο της καθημερινότητάς μας.

Το τι είναι "αληθινό" δεν επιδέχεται μονοσήμαντο ορισμό. Θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε την έννοια αυτή από διαφορετικές σκοπιές που λειτουργούν συμπληρωματικά και, συντιθέμενες, οδηγούν σε μία κατά το δυνατόν ευρεία αντίληψη της ιδέας του αληθινού.

1. Η επιστημονική (αντικειμενική) αντίληψη: Αληθινό είναι αυτό που, όπως ένα θεώρημα των μαθηματικών, αντέχει σε κάθε αποδεικτική διαδικασία και ανθίσταται σε κάθε απόπειρα διάψευσής του. Αν κάποιος, λ.χ., που ισχυρίζεται ότι είναι "απόλυτα έντιμος" βρεθεί έστω και μία φορά να εξαπατά τους συνανθρώπους του, τότε ο πιο πάνω ισχυρισμός του αποδεικνύεται μη-αληθής.

2. Η επικοινωνιακή αντίληψη: Αληθινό είναι αυτό που προβάλλεται προς τα έξω δίχως ανάγκη μεταμφίεσης, ως σταθερή και αυτόνομη εικόνα, ανεξάρτητα από το κοινωνικό υποσύνολο που κατά περίσταση αποτελεί αποδέκτη της προβολής. Για παράδειγμα, αν, ενώ είμαι κατηφής στο άμεσο περιβάλλον μου, επιστρατεύω ένα στιγμιαίο χαμόγελο για τις ανάγκες μιας φωτογράφισης με σκοπό την ανάρτησή της στα social media, η ψυχική διάθεση που προβάλλω στους διαδικτυακούς "φίλους" μου είναι προφανώς αναληθής.

3. Η αυτογνωστική αντίληψη: Αληθινό είναι ό,τι κρύβεται μέσα μας και δεν ζητά να αποδείξει ή να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Αν πιστεύω, λ.χ., ότι έχω κάνει σωστές επιλογές ζωής, συμβατές με τις αρχές μου αλλά και με τα όρια των δυνατοτήτων μου, ακολουθώ συνειδητά και σταθερά τον δρόμο που εγώ ο ίδιος έχω χαράξει και δεν ζητώ την έγκριση των άλλων. Αυτός είναι ο δικός μου, αληθινός δρόμος!

4. Η δογματική αντίληψη: Αληθινό είναι αποκλειστικά και μόνο αυτό που υπαγορεύεται από ένα κατεστημένο σύστημα αρχών και ιδεών, όπως λ.χ. μία θρησκεία ή μια αυταρχική πολιτική ιδεολογία. Τα παραδείγματα εδώ περιττεύουν...

Ο αναγνώστης ας εμπλουτίσει την πολύπλευρη εννοιολογία του "αληθινού" με δικές του προτάσεις. Και ίσως βρούμε κάποτε μία ικανοποιητική απάντηση στο κριτικό ερώτημα που έθεσε εν είδει πνευματικής πρόκλησης η φίλη μαθηματικός!

Κ.

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2024

Αθήνα όπως... Καλιφόρνια!


Κυκλοφορήσαμε χριστουγεννιάτικα στην Αθήνα λες και βρισκόμασταν στην Καλιφόρνια: φορώντας ένα σακάκι ή ακόμα κι ένα απλό πουκάμισο. Αυτό, όμως, δεν είναι λόγος για να χαιρόμαστε...

Ήταν λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1986. Όπως πάντα τέτοια εποχή, στη Γιούτα όλα τα σκέπαζε το χιόνι. Από τα σπίτια κρέμονταν τεράστιοι σταλακτίτες πάγου, κοφτεροί σαν σπαθιά, που έτρεμες μην ξεκολλήσουν καθώς περνούσες από κάτω. Και, για να βαδίσεις στο πεζοδρόμιο χρειαζόταν να φοράς ειδικές μπότες που έμοιαζαν με εκείνες του αστροναύτη που εξερευνά την επιφάνεια της Σελήνης (σωστά τις έλεγαν "moon boots" οι Αμερικάνοι).

Η ομάδα Ακουστικής του πανεπιστημίου θα ταξίδευε στο Άναχαϊμ - στην ευρύτερη περιοχή του Λος Άντζελες της Καλιφόρνιας - για να λάβει μέρος σε ένα συνέδριο της Αμερικανικής Ακουστικής Εταιρείας. Αν και δεν είχα επιστημονική σχέση με το αντικείμενο, αποδέχθηκα με ευχαρίστηση την πρόσκληση να συμμετάσχω στην αποστολή ως απλός παρατηρητής. Θα ήταν, εξάλλου, και μία καλή ευκαιρία να επισκεφθώ την Ντίσνεϋλαντ!

Φύγαμε χαράματα με ένα mini bus από τη χιονισμένη Γιούτα. Αφού διασχίσαμε την ατέλειωτη έρημο της Νεβάδα, κάναμε στάση για φαγητό στο μεγαλύτερο καζίνο του Λας Βέγκας. Τελικά, κατά το βραδάκι φτάσαμε στο Άναχαϊμ. Και, για να ξεμουδιάσουμε από το πολύωρο ταξίδι, είπαμε να κάνουμε έναν περίπατο στην πόλη.

Πέρα από την ανείπωτη ομορφιά της Καλιφόρνιας, αυτό που με εντυπωσίασε ήταν ότι μπορούσες να κυκλοφορείς Δεκέμβρη μήνα φορώντας ένα απλό σακάκι, ή ακόμα και ένα σκέτο χειμωνιάτικο πουκάμισο. Θυμήθηκα αναπόφευκτα το πολικό ψύχος στη Γιούτα, που είχαμε αφήσει πίσω μας το πρωί. Μα στη συνέχεια η σκέψη ταξίδεψε πολλές χιλιάδες μίλια μακρύτερα: στην πόλη μου, την Αθήνα. Σκέφτηκα πόση παγωνιά θα έκανε κι εκεί, λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Ίσως ακόμα και να χιόνιζε. «Τι ευλογημένος τόπος η Καλιφόρνια!», είπα μέσα μου, παραβλέποντας προς στιγμήν τους σεισμούς αλλά και τις δυσοίωνες προειδοποιήσεις του Τζον Στάινμπεκ στα «Σταφύλια της Οργής».

Εκείνο που δεν μπορούσα τότε να φανταστώ είναι πως, σε λιγότερο από 40 χρόνια θα ήταν δυνατό να κυκλοφορεί κάποιος χριστουγεννιάτικα με ένα πουκάμισο και στην Αθήνα. Ακόμα περισσότερο, ότι αυτό δεν θα το θεωρούσαμε ευλογία αλλά απειλητικό σύμπτωμα μίας κλιματικής κρίσης που θα μπορούσε στο ορατό μέλλον να κάνει τη ζωή στην πόλη (όπως και σε πολλά άλλα μέρη της χώρας) ανυπόφορη.

Και μου έρχονται τώρα στη μνήμη κάποια ρεπορτάζ που έβλεπα στο CNN στα μέσα της δεκαετίας του '80 στην Αμερική. Μιλούσαν για την απειλή της λειψυδρίας στην Καλιφόρνια. Ένα πρόβλημα που, απ' ό,τι διαβάζω, όχι απλά παραμένει αλλά και συνεχώς επιδεινώνεται στην πολιτεία αυτή. Την ίδια απειλή είχε αντιμετωπίσει δραματικά η Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του '90. Εκείνη η πρόσκαιρη κρίση ανομβρίας ευτυχώς ξεπεράστηκε στο «παρά πέντε». Όμως, ο εφιάλτης της ξηρασίας πλανιέται τώρα και πάλι πάνω από την πόλη. Με αβέβαιη τούτη τη φορά τη δυνατότητα αντιμετώπισής του.

Οι ειδικοί επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα και ζητούν μέτρα διαχείρισης των εθνικών υδάτινων πόρων [1]. Ακούει κανείς εκεί στην Πολιτεία; Γιατί, όπως μελαγχολικά διαπιστώνει κι ο Στάινμπεκ, ακόμα και η Καλιφόρνια δεν είναι πάντα η γη της Επαγγελίας!


Τρίτη 1 Αυγούστου 2023

Ο Βύρωνας, η Κυρά-Μαλαίνα, και οι γειτονιές τού χθες...


Εικόνες από μια γειτονιά της Αθήνας, σε κάποια άλλη εποχή που έφυγε χωρίς να προλάβει να μας αποχαιρετήσει...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Το πιο κάτω χρονογράφημα θα μπορούσε να είχε γραφτεί χθες. Στην πραγματικότητα, δημοσιεύθηκε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ τον Απρίλιο του 2011. Ήταν, αν θυμάμαι καλά, το πρώτο κείμενό μου στους (θα τους χαρακτήριζα ιστορικούς) «Διαλόγους», που το αρχείο τους - πόσο κρίμα! - χάθηκε με το κλείσιμο της εφημερίδας.

Το κείμενο απηχεί το γενικό αίσθημα μελαγχολίας της εποχής εκείνης, για μια Αθήνα που είχε αλλάξει πολύ κάτω από την σαρωτική επέλαση της «πολυπολιτισμικότητας». Τελικά, η πόλη δεν ξαναβρήκε ποτέ τον παλιό, γνώριμο εαυτό της. Απλά, εμείς έχουμε πια συνηθίσει το καινούργιο της πρόσωπο.

Οφείλω εδώ να σημειώσω την δημοκρατικότητα του Α.Π., αρχισυντάκτη των «Διαλόγων» της Ελευθεροτυπίας. Αν και συχνά διαφωνούσε 100% με τις απόψεις που εξέφραζα, δεν διανοήθηκε ποτέ να τις λογοκρίνει...

--------------------------------

Κάποτε έμενα στον Άγιο Νικόλαο, στα Κάτω Πατήσια (πριν ακόμα η περιοχή μετεξελιχθεί σε διεθνές πολυπολιτισμικό κέντρο). Στη μικρή πλατεία ήμασταν όλοι γνωστοί. Δύο μορφές, όμως, ξεχώριζαν. Έστω και για διαφορετικούς λόγους...

Πρώτος, λόγω στεντόρειας φωνής, έκανε αισθητή την παρουσία του ο Βύρωνας ο φιλόσοφος. Υπέρβαρος αλλά με αεικίνητο πνεύμα, μόνιμα τοποθετημένος δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο του ισόγειου διαμερίσματός του, δεν χρησιμοποιούσε ποτέ αναπτήρα για ν’ ανάψει τσιγάρο, αφού κάθε επόμενο άναβε με την καύτρα του προηγούμενου! Όταν αρρώστησε και χρειάστηκε να παίρνει οξυγόνο, παραπονιόταν ότι η μάσκα που του έδωσαν ήταν ελαττωματική γιατί δεν είχαν προβλέψει τρύπα για να μπαίνει το... τσιγάρο! Ήταν και προφήτης: «Αυτό το κοριτσάκι, η κόρη τής τάδε, κάποια μέρα ή θα καταλήξει στον Κορυδαλλό, ή θα γίνει εισαγγελέας!» Δεν γνωρίζω αν έγινε, τελικά, εισαγγελέας, όμως δεν έχω ακούσει κάτι και για φιλοξενία στον Κορυδαλλό...

Στον αντίποδα του θορυβώδους φιλόσοφου, η γλυκιά κι αθόρυβη μορφή της Κυρά-Μαλαίνας. Σεμνή και ταπεινή, όπως όριζε και η πολιτική ιδεολογία που με απόλυτη συνέπεια υπηρέτησε για μια ολόκληρη ζωή, πληρώνοντάς το μάλιστα και με πολυετή φυλάκιση (νέα μητέρα ακόμα) τα σκοτεινά χρόνια του Εμφύλιου, δεν σε άφηνε καν να υποπτευτείς - αν δεν το γνώριζες ήδη - πως δεν ήταν άλλη από τη γνωστή Μεγάλη Κυρία του θεάτρου και του κινηματογράφου. Ακόμα κι αν το αγνοούσες, όμως, πάλι θα την ξεχώριζες από τη λεπτότητα και την ευγένειά της. Προσωπικά, είχα έναν ακόμα λόγο να την ξεχωρίζω: την αγάπη της για τα ζώα.

Καθώς είχαν περάσει τα χρόνια, δεν θυμόταν εύκολα ονόματα. Έτσι, για να μη λαθεύει, με φώναζε πάντα «ο κύριος με το περιστέρι», αφού της είχα πάει κάποτε ένα τραυματισμένο περιστέρι που βρήκα στο δρόμο, για να το περιθάλψει (πού αλλού να το πήγαινα;). Μία σκηνή που θα μου μείνει αξέχαστη ήταν κάποια φορά που τη συνάντησα στην πλατεία να ταΐζει έναν αδέσποτο σκύλο της γειτονιάς, τον Ρόκυ. Έτεινα το χέρι να τη χαιρετήσω, όπως πάντα. Μου λέει: «Θα ήθελα να σας χαιρετήσω, αλλά φοβάμαι θα σας λερώσω.» Και τότε πρόσεξα πως το χέρι της είχε μόλις βγει από μία κονσέρβα με σκυλοτροφή, από την οποία τάιζε στο στόμα τον ολοφάνερα ευγνώμονα Ρόκυ!

Ο Βύρωνας και η Κυρά-Μαλαίνα έχουν φύγει εδώ και χρόνια από την πλατεία που έμενα κάποτε. Έχουν φύγει κι από αυτόν εδώ τον κόσμο, που γίνεται όλο και πιο αφιλόξενος για φιλόσοφους και καλλιτέχνες κάποιας ηλικίας. Από μια άποψη, ίσως και να στάθηκαν τυχεροί που δεν είδαν με τα μάτια τους την τωρινή πολυπολιτισμική παρακμή της Αθηναϊκής γειτονιάς. Ακόμα περισσότερο, που δεν πρόλαβαν να βιώσουν το διαρκές αίσθημα ανασφάλειας και φόβου, μέσα στο οποίο είναι αναγκασμένοι σήμερα να ζουν αδιαμαρτύρητα όλοι σχεδόν οι απλοί και μη-προνομιούχοι αυτής της πόλης.

Όμως, κάπου εδώ θα πρέπει να σιωπήσω. Το να θυμάται κάποιος καλύτερες εποχές σε μία πόλη που αργοπεθαίνει, είναι μαζοχιστική διαστροφή. Το είπε άλλωστε κι ο ίδιος ο Δάντης, βλέποντας με συμπόνια το μαρτύριο της Φραντσέσκα ντα Ρίμινι στην Κόλαση...

(Απρίλιος 2011)

Σάββατο 15 Ιουλίου 2023

Αγάπη μέσα απ' τον καθρέφτη...


Μήπως αυτό που αγαπάμε δεν είναι παρά ένα κάτοπτρο που απλά και μόνο αντανακλά τα ίδια μας τα συναισθήματα; Μήπως, τελικά, είναι η ανάγκη μας να αγαπάμε;

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

 Στο «Βιβλίο της Ανησυχίας», ο Φερνάντο Πεσσόα (Fernando Pessoa) θέτει σε αμφισβήτηση την αντικειμενική υπόσταση του ωραιότερου ανθρώπινου συναισθήματος. Όπως ισχυρίζεται ο ποιητής με τις πολλαπλές περσόνες, αυτό που ονομάζουμε «αγάπη» δεν είναι παρά μία μη-συνειδητοποιημένη μορφή  αυτοπάθειας:

«Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας.»

Ο αφορισμός ακούγεται τρομακτικός! Μοιάζει να θέλει να ισοπεδώσει την πίστη μας στην ιδέα ενός «άλλου» που, ως αυτόνομη κι αντικειμενική αξία, κερδίζει δίκαια ένα κομμάτι της ψυχής μας. Μας βάζει τη δύσκολη άσκηση συνείδησης να αναθεωρήσουμε εκ βάθρων, και τελικά να ακυρώσουμε, ό,τι «νομίσαμε» πως είχε αληθινή σημασία στη ζωή μας. Στην ουσία, μετατρέπει ένα μέρος από τη βιωμένη ευτυχία μας σε ψευδαίσθηση!

Όμως, πόσο μακριά από την αλήθεια βρίσκεται το δόγμα τού Pessoa για την κατά βάθος αυτοπαθή φύση της αγάπης («στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας»); Στην αναζήτηση της απάντησης θα μας βοηθήσει μία αναλογία από την καθημερινότητά μας:

Όταν κοιτάζουμε τον καθρέφτη, αυτό που αντικρίζουμε είναι το είδωλο του εαυτού μας. Μοιάζει με αληθινό πρόσωπο με αυτόνομη υπόσταση, ανεξάρτητη από την παρουσία μας. Στην πραγματικότητα, πρόκειται απλά για αντανάκλαση της δικής μας μορφής: το φως που φεύγει από εμάς πέφτει στον καθρέφτη και ξαναγυρνά σ' εμάς. Η ενέργεια, δηλαδή, που παίρνουμε από τον καθρέφτη δεν είναι παρά εκείνη που του στέλνουμε εμείς!

Η αγάπη, τώρα, στις διάφορες εκδοχές της πολυμορφίας της – τις οποίες θα θέσουμε εδώ σε ενιαίο πλαίσιο για να αποφύγουμε την πολυπλοκότητα της περιπτωσιολογίας – είναι μορφή ψυχικής ενέργειας που εκπέμπεται από ένα πρόσωπο και εισπράττεται από ένα άλλο. Ιδανικά, σε μία σχέση αμοιβαιότητας η ενέργεια αυτή είναι αντικείμενο ανταλλαγής: κάθε ένα από τα δύο μέρη προσφέρει και παίρνει αγάπη ταυτόχρονα. Όμως, όπως σε κάθε έκφανση της ζωής, το ιδανικό δεν είναι απαραίτητα ο κανόνας...

Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις μονόπλευρης αγάπης. Είναι αυτό που ακούμε συχνά να λέγεται, με πνεύμα πικρής ειρωνείας:

«Δεν πειράζει που δεν με αγαπάς. Αγαπώ εγώ και για τους δυο μας!»

Το μόνο που παίρνει πίσω αυτός που αγαπά είναι η αντανάκλαση της αγάπης που στέλνει στον αποδέκτη. Ο τελευταίος έχει έναν ρόλο «καθρέφτη» συναισθημάτων, δίχως τη δυνατότητα πρωτογενούς εκπομπής τους. Κατά μία έννοια, είναι σαν να αγαπάμε κάποιον που στην πραγματικότητα «δεν υπάρχει», αφού απουσιάζει εκείνο που θα τον καθιστούσε «υπαρκτό»: η αυτοδύναμη ικανότητά του να αγαπά!

Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να αγαπά χωρίς ανταπόκριση; Μονοσήμαντη απάντηση δεν φαίνεται να υπάρχει. Θα μπορούσαμε, εν τούτοις, να διακρίνουμε δύο βασικές αιτίες:

1. Μειωμένο αίσθημα αυταξίας, σε συνδυασμό, πιθανώς, με έναν βαθμό ειδωλοποίησης του άλλου: Αγαπάμε κάποιον για του οποίου την προσοχή πιστεύουμε κατά βάθος πως δεν είμαστε άξιοι, επειδή και μόνο «καταδέχεται» να μας επιτρέπει να τον αγαπάμε!

2. Το αίσθημα της αγάπης αποτελεί υπαρξιακή ανάγκη, ακόμα κι αν δεν βρίσκει ανταπόκριση. Έτσι, ένας άνθρωπος «ανακαλύπτει» λόγους για να αγαπά κάποιον άλλον, στον οποίο επενδύει μονομερώς τα συναισθήματά του επειδή η βίωσή τους καθαυτή συνιστά γι' αυτόν βασικό (αν όχι μοναδικό) λόγο ύπαρξης.

Είναι προβληματική η μονόπλευρη αγάπη; Όχι απαραίτητα, στον βαθμό που εκείνος που αγαπά είναι διατεθειμένος να ενστερνιστεί – για τους όποιους δικούς του λόγους – το «δόγμα Pessoa». Το πρόβλημα αρχίζει τη στιγμή που κάποιος συνειδητοποιεί πως δεν αντέχει να αγαπά μόνος του. Και, επειδή το αίσθημα της αγάπης είναι κάτι που δεν διεκδικείται και δεν επιβάλλεται, δύο μόνο επιλογές ανοίγονται μπροστά του:

* Να υποταχθεί στο πεπρωμένο του και να ζήσει ψυχικά και αυτοσυνειδησιακά συρρικνωμένος, με ένα μόνιμο αίσθημα αδικίας να βαραίνει την ύπαρξή του.

* Να βρει τη δύναμη να αλλάξει κατεύθυνση ζωής, ό,τι κι αν αυτό σημαίνει...

Η αγάπη είναι ένα υπέροχο συναίσθημα. Θα πρέπει όμως να μπορεί να ζει ακόμα και σε έναν κόσμο χωρίς καθρέφτες. Κι ας διαφωνεί μετά όσο θέλει ο Pessoa!

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2023

Μια μαρτυρία για τον Μάνο...

                                  


 15 Ιουνίου 1994: Φεύγει από τον πεζό και χυδαίο κόσμο μας ο Μάνος Χατζιδάκις, ένας από τους μεγαλύτερους μουσικοσυνθέτες που ανέδειξε αυτή η χώρα. Κι ένας καλλιτέχνης και άνθρωπος ασυμβίβαστος με τη μικρότητα, την ευτέλεια και την έλλειψη δημοκρατικού ήθους που αμαύρωσε την εποχή του. Ίσως ακόμα και τη δική μας, μόνο που εκείνος δεν πρόλαβε να φτάσει ως εδώ...

Ο Χατζιδάκις δεν χρειάζεται, βέβαια, ιδιαίτερες συστάσεις. Θα αρκεστώ, λοιπόν, σε τούτο το σύντομο σημείωμα στην παράθεση μίας εντύπωσης, ενός αυθεντικού "στιγμιότυπου", όπως μου μεταφέρθηκε πριν χρόνια.

Η καθηγήτριά μου στο πιάνο ήταν παραγωγός προγράμματος στο Τρίτο Πρόγραμμα. Κάποια εποχή, διευθυντής στο "Τρίτο" ήταν ο Μάνος. Μια μέρα, εκείνη χρειάστηκε να συνεννοηθεί μαζί του για κάποιο υπηρεσιακό ζήτημα. Όταν τον αναζήτησε, της είπαν ότι βρισκόταν στη μεγάλη αίθουσα ηχογραφήσεων.

Άνοιξε την πόρτα με ένα αίσθημα δισταγμού. Εκείνος δεν την πήρε καν είδηση. Μόνος στην αίθουσα, καθόταν στο πιάνο και αυτοσχεδίαζε, πιστεύοντας πως κανείς δεν άκουγε. Όπως μου αφηγήθηκε αργότερα η καθηγήτριά μου, έμεινε για ώρα ασάλευτη να θαυμάζει τη μοναδική εκείνη μαγεία των ήχων του αλλά και τη δεξιοτεχνία της πιανιστικής του ερμηνείας. Μπαίνοντας στην αίθουσα ήταν σαν να είχε εισέλθει σε έναν κόσμο διαφορετικό, εκεί που η ζωή γίνεται Τέχνη και η Τέχνη γίνεται ζωή...

Ίσα που πρόλαβε να γλιστρήσει αθόρυβα από την αίθουσα πάνω στο τέλος του αυτοσχεδιασμού. Δεν γνωρίζω αν κάποια στιγμή αργότερα τον βρήκε κάπου αλλού, ίσως σε ένα συμβατικό γραφείο του Ραδιομέγαρου, για να συζητήσουν το κοινότοπο υπηρεσιακό ζήτημα. Εξ άλλου, στο γραφείο επρόκειτο να συναντήσει απλά και μόνο έναν άνθρωπο - έστω, έναν πολύ σημαντικό άνθρωπο - με τις πολλές αρετές αλλά και τις πολλές αδυναμίες του (γνωστή η στρυφνότητα του χαρακτήρα του και ο συχνά υπεροπτικός ελιτισμός του).

Αυτό που είχε την τύχη να δει και να ακούσει η κυρία Ρένα στη μεγάλη αίθουσα ηχογραφήσεων δεν σχετιζόταν με έναν κοινό εκπρόσωπο της καθημερινότητάς μας, έναν "άνθρωπο της διπλανής πόρτας". Ήταν κάτι που παρέπεμπε σε θεότητες που υπερβαίνουν τα συνήθη ανθρώπινα μέτρα. Έτσι που ακόμα και η ίδια η υπεροψία να βρίσκει σε αυτούς την απόλυτη ηθική δικαίωσή της!

Το ίδιο, άλλωστε, δεν συνέβη και με τον Βάγκνερ;

Τρίτη 15 Ιουνίου 2021

Ένας Αθηναίος στη Γλυφάδα...


Για πολλά χρόνια οι σχέσεις μου με τη Γλυφάδα ήταν το πολύ... τουριστικές. Ώσπου, πριν κάπου τρία χρόνια, μία προσωπική υπόθεση με έκανε να βρίσκομαι εκεί σχεδόν καθημερινά για έναν ολόκληρο χρόνο. Οι μνήμες είναι γλυκόπικρες... Από τη μία, η εικόνα ενός αγαπημένου προσώπου που βρέθηκε στην ανάγκη να διανύσει τον τελευταίο χρόνο της ζωής μακριά από τον φυσικό της χώρο και τα οικεία της πρόσωπα. Από την άλλη, η ομορφιά του τοπίου – από τα βάθη της στεριάς ίσαμε τη θάλασσα – που δρα στον επισκέπτη σαν ψυχοθεραπεία...

Φεύγοντας αργά το απόγευμα ή νωρίς το βράδυ, είχα αποκτήσει τη συνήθεια να κάνω τη διαδρομή ως το μετρό του Ελληνικού με τα πόδια. Διασχίζοντας ένα μεγάλο κομμάτι της Γλυφάδας, δεν μπορούσα να μη θαυμάσω την εικόνα μιας πόλης φροντισμένης με πολύ μεράκι και καλό γούστο, σε οδυνηρή αντίστιξη με τη δική μου πόλη, την Αθήνα, έναν τόπο που έπαψε εδώ και καιρό να προσφέρει ποιότητα ζωής. Και, ίσως η υποσυνείδητη ζήλεια ενός φανατικού Αθηναίου με εμπόδισε ως τώρα να γράψω δυο λόγια για τη Γλυφάδα, το μέρος που συνδέεται με τα πιο αντιφατικά – αλλά και απόλυτα αλληλοεξαρτώμενα – συναισθήματά μου των τελευταίων τριών χρόνων...

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να βάλω στην κουβέντα τον φίλο μου τον Αριστείδη. Υπήρξε τόσο Αθηναίος όσο κι εγώ (έμενε στα Πατήσια), ως τη στιγμή που μετακόμισε οριστικά στη Γλυφάδα καθώς παντρεύτηκε κόρη μεγαλοαστικής οικογένειας της περιοχής. Καθηγητής θετικών επιστημών κι εκείνος, δηλώνει πάντα «πολύ απασχολημένος» σε όποιον έχει την απρονοησία να του τηλεφωνήσει στο σπίτι τη στιγμή που δεν έχει όρεξη για κουβέντα! Τούτη τη φορά, όμως, του είπα πως πρόκειται για μία μίνι συνέντευξη με θέμα τη Γλυφάδα. «Καλά, πάρε με κατά τις εφτά το βράδυ», μου αποκρίθηκε με ένα κλικ μικρότερης δυσφορίας απ’ όσο συνήθιζε.

Στις εφτά ακριβώς τηλεφώνησα. Και, χωρίς ιδιαίτερους προλόγους, του έθεσα τις ερωτήσεις που είχα ετοιμάσει:
Θύμισέ μου από πότε μένεις στη Γλυφάδα.
«Εδώ και κάπου είκοσι χρόνια. Για την ακρίβεια, από το 2002, τότε που παντρεύτηκα.»
Έχει αλλάξει η Γλυφάδα από τότε που πρωτο-πήγες; Αν ναι, σε τι;
«Δεν έχει αλλάξει αισθητά – αν εξαιρέσεις, βέβαια, κάποια καινούργια σπίτια ή καταστήματα. Η γενική εικόνα, πάντως, της Γλυφάδας έχει διατηρηθεί μέσα στον χρόνο.»
Κατά τη γνώμη σου, πόσο διαφορετική είναι η σημερινή Γλυφάδα από τη σημερινή Αθήνα;
«Η μέρα με τη νύχτα. Καμία σύγκριση δεν είναι δυνατή!»
Θέλεις να μου το αναλύσεις αυτό; Σε τι υπερτερεί η Γλυφάδα σε σχέση με την Αθήνα;
«Θα σου μιλήσω έξω από τα δόντια. Η Αθήνα υποφέρει από μία χαμηλού επιπέδου πολυπολιτισμικότητα, η οποία αναπτύχθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Παλιά δεν ήταν έτσι. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι κάποτε η Αθήνα ήταν πιο ωραία από τη Γλυφάδα! Αν σήμερα έχουν αντιστραφεί οι όροι, τούτο οφείλεται στο ότι η Γλυφάδα δεν επέτρεψε μία ανάλογη πολιτισμική αλλοίωση...»
Η Γλυφάδα φημίζεται για το υψηλό κόστος ζωής σε αυτήν. Πόσο αληθεύει αυτό;
«Εντάξει, είναι αναμενόμενο για μία περιοχή με υψηλά στάνταρ στην ποιότητα ζωής. Από την άλλη, κάποιες υπερβολές που ακούγονται δεν ισχύουν...»
Σου λείπει πότε - πότε μία επίσκεψη στο εμπορικό κέντρο της Αθήνας, ή η αγορά της Γλυφάδας σε καλύπτει απόλυτα;
«Ως κάποια στιγμή, το κέντρο της Αθήνας μου έλειπε για συναισθηματικούς και μόνο λόγους. Τώρα δεν μου λείπει πια. Σε πρακτικό επίπεδο, στην αγορά της Γλυφάδας βρίσκεις τα πάντα, δεν θα χρειαστεί ποτέ να ανέβεις ως την Αθήνα.»
Στην Αθήνα, ο τουρίστας θα αναζητήσει την Ακρόπολη, την Πλάκα, του Φιλοπάππου, το Θησείο, του Ψυρρή... Στη Γλυφάδα τι θα αναζητήσει;
«Μα, την πανέμορφη παραλία και την κοσμοπολίτικη ζωή! Τι άλλο;»
Είναι αλήθεια ότι ο Γλυφαδιώτης (ειδικά αν είναι γέννημα - θρέμμα) είναι σνομπ;
«Ε, δεν νομίζω! Πάρε σαν παράδειγμα τα πεθερικά μου. Παλιοί Γλυφαδιώτες και άνθρωποι ιδιαίτερα εύποροι. Σε πληροφορώ ότι ήταν οι πιο απλοί άνθρωποι του κόσμου! Μην πιστεύεις τα στερεότυπα που διακινούνται...»
Διαβάζω στο βιογραφικό του δημάρχου Γλυφάδας ότι το 2014 εξελέγη με 63%, και το 2019 επανεξελέγη με περίπου 80%. Πού οφείλεται το υψηλό ποσοστό αποδοχής και ο μεγάλος βαθμός δημοφιλίας του; Αντανακλά – εν μέρει, τουλάχιστον – και τις πολιτικές προτιμήσεις μίας κοινωνίας με υψηλό δείκτη οικονομικής επιφάνειας;
«Η Γλυφάδα έχει βγάλει στο παρελθόν δημάρχους ακόμα και από τον χώρο της κεντρο-αριστεράς. Γενικά μιλώντας, η Γλυφάδα σίγουρα κλίνει περισσότερο προς τα δεξιά, τουλάχιστον σε σύγκριση με την λεγόμενη Άνω Γλυφάδα. Το ζήτημα, πάντως, δεν είναι αμιγώς πολιτικό. Ο τωρινός δήμαρχος είναι νέος, απόλυτα προσηνής και φιλικός με τους δημότες, ενώ έχει κάνει και σημαντικό έργο, κυρίως στον τομέα της καθαριότητας. Αυτό, νομίζω, τα εξηγεί όλα.»

Έχοντας εξαντλήσει το ερωτηματολόγιο που είχα ετοιμάσει, ευχαρίστησα τον Αριστείδη και κάπου εκεί η τηλεφωνική συνέντευξη πήρε τέλος. Και, για όσους τυχόν αμφισβητήσουν ότι πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο, παρουσιάζω το πιο κάτω video (τραβηγμένο πριν μερικά χρόνια) όπου, σε ρόλο αυτόκλητου «ρεπόρτερ», επισκέπτομαι με μία κάμερα το γραφείο του Αριστείδη στη σχολή όπου συν-διδάσκουμε. Λίγες μόλις πόρτες μακριά από το δικό μου γραφείο...

Κυριακή 11 Απριλίου 2021

Εσχατολογίες...

                               


Πληροφορήθηκα από post φίλου στο Facebook ότι γνωστή δημοσιογράφος της τηλεόρασης, η οποία υποφέρει από χρόνια προβλήματα υγείας, υπέστη βαρύ καρδιακό επεισόδιο και εισήχθη εσπευσμένα στο νοσοκομείο, όπου βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση.

Ο φίλος ανήκει στους αρνητές του Covid και των μέτρων που λαμβάνει η πολιτεία για την πανδημία, και έκανε την ανάρτηση όχι για λόγους ανθρωπισμού αλλά για να επισημάνει ότι η δημοσιογράφος είχε κάνει το εμβόλιο μόλις 24 ώρες πριν υποστεί το επεισόδιο. Υπαινισσόμενος, προφανώς, μία πιθανή αιτιώδη σχέση ανάμεσα στα δύο...

Αυτό που  με σόκαρε ήταν ένα σχόλιο φίλης του φίλου, η οποία (απ' ό,τι μπορώ να συναγάγω από αναρτήσεις της) ανήκει στους σκληρούς αμφισβητίες της πανδημίας και αρνητές των μέτρων που λαμβάνονται γι' αυτήν. Επειδή, προφανώς, η δημοσιογράφος είχε "εγκληματήσει" δημοσιοποιώντας τον εμβολιασμό της - άρα διαφημίζοντας την ιδέα του εμβολιασμού - και επειδή κάποια "εγκλήματα" πρέπει να τιμωρούνται με την εσχάτη των ποινών, η φίλη του φίλου σχολίασε ως εξής την είδηση της πιθανής απώλειας μιας ανθρώπινης ζωής:

"Στο καλό και να μας γράφεις!"

Και για μία ακόμα φορά οδηγούμαι στη φοβερή σκέψη ότι τα λεγόμενα social media είναι, τελικά, το αφοδευτήριο των "ψυχών" (λέμε τώρα) κάποιων - αμέτρητων, δυστυχώς - χρηστών, οι οποίες (ψυχές) ανακουφίζονται αποβάλλοντας σε σχόλια και αναρτήσεις τα περιττώματά τους. Για να δικαιωθούν μερικοί φίλοι που μου λένε, "τι θες και ανακατώνεσαι εκεί μέσα;".

Είναι μόνο και μόνο επειδή δεν θέλω να χάσω επαφή με τους μαθητές μου και με λίγους φίλους που γνωρίζω προσωπικά. Αλλιώς, στα ίδια σκ... βουλιάζω κι εγώ...

ΚΠ

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2020

Πόσο ορθολογικό είναι το "μάσκα παντού";


 Η αφήγηση είναι απόλυτα αυθεντική:

Σάββατο απόγευμα... Μετά από ένα γεύμα σε εστιατόριο στην κεντρική πλατεία της Ηλιούπολης, είπαμε να πάμε για καφέ στη Δάφνη. Και, καθώς ο καιρός ήταν καλός, αποφασίσαμε να περπατήσουμε ως εκεί. Βάλαμε, λοιπόν, τις μάσκες (πρώτη μέρα εφαρμογής του μέτρου "μάσκα μέσα-έξω" στην Αθήνα) και κινήσαμε.

Η διαδρομή Ηλιούπολη - Δάφνη είναι σχετικά κατηφορική, και το περπάτημα - αν και με μάσκα - ήταν ευχάριστο. Στο δρόμο διασταυρωθήκαμε με ελάχιστους ανθρώπους, κι αυτό από απόσταση. Έκανα τη σκέψη "προς τι η μάσκα σε μία τέτοια διαδρομή;" αλλά γρήγορα την προσπέρασα. Στο κάτω-κάτω, μια χαρά φτάσαμε ως τη Δάφνη!

Καφεδάκι, παγωτό και ευχάριστη συζήτηση, και στο τέλος μία μοιραία, όπως αποδείχθηκε, απόφαση: θα γυρίζαμε Ηλιούπολη και πάλι με τα πόδια. Εξ άλλου, είχαμε κάνει το ίδιο ταξίδι πολλές φορές πριν. Με μία μόνο "ασήμαντη" διαφορά: χωρίς να φοράμε μάσκες...

Είχε τώρα νυχτώσει και η θερμοκρασία είχε πέσει αισθητά. Η μάσκα έκανε τα γυαλιά να θαμπώνουν και φτάσαμε να περπατούμε χωρίς να βλέπουμε πού πατούσαμε και τι βρισκόταν μπροστά μας. Όμως, αυτό δεν ήταν το χειρότερο που μπορούσε να μας συμβεί...

Τούτη τη φορά η διαδρομή ήταν ανηφορική και το βάδισμα άρχισε να γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Η μάσκα έκανε τον αέρα να φαίνεται λιγοστός και η αναπνοή δυσκόλευε ολοένα και περισσότερο. Ώσπου, προς το μέσο της διαδρομής αισθανθήκαμε να καταρρέουμε. Εκεί κοντά ήταν μία στάση του τοπικού λεωφορείου. Σωριαστήκαμε στο μεταλλικό παγκάκι σαν πεθαμένοι και περιμέναμε. Όταν άνοιξε η πόρτα του λεωφορείου, με δυσκολία βρήκαμε το κουράγιο να ανέβουμε...

Το ρητορικό ερώτημα που είχα θέσει νωρίτερα στον εαυτό μου με ένα αίσθημα χαλαρότητας, επανήλθε τώρα σαν βασανιστική απορία:

Προς τι η μάσκα σε εξωτερικό χώρο όταν δεν υπάρχουν συναπαντήματα με άλλους ανθρώπους; Από τι μας προστατεύει, και ποιους προστατεύουμε εμείς;

Σκέφτηκα τότε ότι υπάρχει ένα πολύ πιο ορθολογικό και πρακτικό μέτρο: Μάσκα απαραίτητα σε εξωτερικούς χώρους όταν υπάρχουν συναθροίσεις Χ ή περισσότερων ατόμων, σε αποστάσεις Ψ ή λιγότερων μέτρων μεταξύ τους (ας αποφασίσουν οι ειδικοί για τον ακριβή προσδιορισμό των Χ και Ψ).

Το υπερβολικό και ανορθολογικό μέτρο "μάσκα μέσα-έξω" θα δοκιμάσει επικίνδυνα τις αντοχές των πολιτών και στο τέλος θα κουράσει ακόμα και τους πιο συνεπείς και νομιμόφρονες από αυτούς. Και, παρεμπιπτόντως, ας μη βαυκαλίζονται οι αρμόδιοι πως "τα μέτρα τηρούνται απόλυτα στα μαζικά μέσα μεταφοράς", όπως άκουσα κάπου να λέγεται. Μία βόλτα με τα ΜΜΜ ίσως τους αλλάξει γνώμη. Προτείνω και διαδρομή: Σύνταγμα - Δάφνη με το μετρό, και μετά επιβίβαση στο λεωφορείο, π.χ., της Ηλιούπολης. Θα είναι μία πολύ διδακτική εμπειρία!

Κυριακή 26 Ιουλίου 2020

Μια απάντηση στον Γιάννη (Αντετοκούνμπο)...


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Αγαπητέ Γιάννη,

Διάβασα πρόσφατα τα όσα ανέφερες για τη χώρα σου σε αμερικανικό μέσο ενημέρωσης. Και δεν θα τα είχα πάρει είδηση αν δεν τα καθιστούσε γνωστά (σε εμένα, τουλάχιστον) ο θόρυβος που προκάλεσε μία κατάπτυστη, ακραία υβριστική και απόλυτα ρατσιστική ανάρτηση κάποιου ανάξιου Έλληνα «πανεπιστημιακού» με θεσμικό, μάλιστα, ρόλο στην ελληνική πολιτεία. Τον «κύριο» αυτό τον τακτοποίησε όπως του έπρεπε η αρμόδια υπουργός, και δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ περαιτέρω μαζί του. Δεν μπορώ, όμως, να προσπεράσω έτσι εύκολα τις δικές σου θέσεις...

Μεταφέρω εδώ τις δηλώσεις σου, όπως τις διάβασα:

«Η πρώτη φορά που είδα μαύρο άνδρα να οδηγεί αυτοκίνητο, ήταν στις ΗΠΑ. Ήμουν σοκαρισμένος, αναρωτιόμουν τι συμβαίνει εδώ. Με έκανε να αναρωτιέμαι αν η χώρα μου δίνει αρκετές ευκαιρίες σε όσους δεν είναι από εκεί, άρχισα να το σκέφτομαι αυτό. Η Ελλάδα είναι μια χώρα λευκών, μπορεί να γίνει δύσκολη η ζωή κάποιου με το χρώμα του δικού μου δέρματος. Πηγαίνεις σε πολλές γειτονιές και αντιμετωπίζεις αρκετή αρνητικότητα, ρατσισμό. Οι γονείς μου έκαναν τρομερή δουλειά, πάλευαν για εμάς σε καθημερινή βάση. Μας παρείχαν όσα χρειαζόμασταν σαν οικογένεια ακόμη κι αν έπρεπε να πουλήσουν πράγματα στους δρόμους. Η φτώχεια μπορεί να σε ωθήσει στα όριά σου. Δεν είναι διασκεδαστικά, όμως στο τέλος της ημέρας πρέπει να το αποδεχθείς και αυτό κάναμε ως οικογένεια. Είχαμε ο ένας τον άλλο, κάναμε αυτό που έπρεπε.

Οι γονείς μου ήταν παράνομοι, δεν μπορούσαμε να βγάλουμε ένα διαβατήριο ή μια ελληνική ταυτότητα. Όταν είσαι παράνομος στην Ελλάδα, ξέρεις ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να απελαθείς. Ό,τι κι αν έκαναν οι γονείς μου, το έκαναν πολύ προσεκτικά. Όταν είσαι παράνομος δεν θέλεις να περπατάς στον δρόμο, η Αστυνομία μπορεί να σε σταματήσει και να σε στείλει πίσω στη χώρα σου, μπορεί να μην ξαναδείς ποτέ τα παιδιά σου. Αν γύριζα από το σχολείο και δεν έβρισκα τη μητέρα μου, το μυαλό μου έτρεχε. Σκεφτόμουν πού βρισκόταν, αναρωτιόμουν αν ήταν καλά εκείνη και ο πατέρας μου. Πολλές φορές σκέφτηκα ότι θα απελαθούν οι γονείς μου, ευτυχώς αυτή η μέρα δεν ήρθε ποτέ. Σαν οικογένεια βάλαμε τους εαυτούς μας γύρω από ανθρώπους θετικούς, όπως ο ιδιοκτήτης ενός καφέ, ο κύριος Γιάννης. Ήταν δύσκολο και πάντα θα είναι δύσκολο να είσαι μαύρος σε μια χώρα λευκών, έρχονται στιγμές που αισθάνεσαι ότι δεν είσαι αυτός που πραγματικά είσαι. Εγώ γεννήθηκα στην Ελλάδα, δεν έχω πάει ποτέ στη Νιγηρία, πήγα σε ελληνικό σχολείο με τους φίλους μου, η Ελλάδα είναι όσα γνωρίζω. Δεν βγήκα ποτέ από εκείνη μέχρι τα 18 μου.»

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά:

1. Αν γνωρίζεις κάποιον νόμο που να απαγορεύει σε μαύρο άνδρα να οδηγεί αυτοκίνητο στην Ελλάδα, σε παρακαλώ διαφώτισέ με. Προσωπικά, και σε αντίθεση με εσένα, έχω δει πολλούς τέτοιους οδηγούς (να υποθέσω ότι οδηγούσαν παράνομα;). Όσο για τους μαύρους άνδρες που βλέπεις «σοκαρισμένος» να οδηγούν το αυτοκίνητό τους στις ΗΠΑ, μη σου κάνει εντύπωση: πρόκειται απλά για νόμιμους Αμερικανούς πολίτες που έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες ευκαιρίες με όλους τους άλλους πολίτες. Αν δεν σου κάνει κόπο, όμως, κάνε μία έρευνα πόσοι από τους παράνομους μετανάστες (π.χ., από το Μεξικό) απολαμβάνουν τα δικαιώματα αυτά. Ή μάλλον, πόσοι απολαμβάνουν τα δικαιώματα των παρανόμων μεταναστών που βρίσκονται στην Ελλάδα (των μαύρων μη εξαιρουμένων, φυσικά).

2. Αν πιστεύεις ότι η χώρα σου «δεν δίνει αρκετές ευκαιρίες σε όσους δεν είναι από εκεί», θα σου πρότεινα να πας μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας και να μετρήσεις τις επιχειρήσεις μεταναστών σε ακτίνα αρκετών χιλιομέτρων. Μπορείς, βέβαια, αν δεν βαριέσαι, να επεκτείνεις την έρευνά σου και στην επαρχία. Όμως, υπάρχει εδώ μία σημαντική υποσημείωση: οι ευκαιρίες δίνονται σε εκείνους που σέβονται τους νόμους της χώρας και όχι σε αυτούς που (όπως ο ίδιος παραδέχεσαι) παρανομούν. Και, επειδή δεν ξέρω αν το γνωρίζεις, σου το ξαναλέω: το ίδιο ισχύει ακόμα περισσότερο στη χώρα που τώρα σε φιλοξενεί και στην οποία διαπρέπεις. Ρώτησε και θα σου πουν...

3. Ρατσισμός σημαίνει να υποτιμάς κάποιον με βάση το χρώμα του. Ακόμα και αν αυτό είναι το λευκό! Το να συκοφαντείς, λοιπόν, μία χώρα ολόκληρη (πλην κυρίου Γιάννη, ιδιοκτήτη καφέ) ως «ρατσιστική», με κύριο επιχείρημα ότι είναι «χώρα λευκών», δεν απέχει πολύ από τον ρατσισμό που καταγγέλλεις. Και, για να έχουμε καλό ρώτημα, πώς ακριβώς βίωσες εσύ τον ρατσισμό; Απ’ όσο γνωρίζω, ο τόπος αυτός σου πρόσφερε μόρφωση, κι εδώ αναδείχθηκε η αξία σου πριν η φήμη σου περάσει τα σύνορα. Και σήμερα είσαι το ίνδαλμα χιλιάδων νέων παιδιών που ονειρεύονται μια μέρα να σου μοιάσουν. Λες να είναι κι αυτά οι εκκολαπτόμενοι «ρατσιστές» του μέλλοντος; Ας σοβαρευτούμε...

4. Δεν γνώριζα ότι αποκλειστικά και μόνο στις «ρατσιστικές» χώρες οι παράνομοι μετανάστες δεν δικαιούνται διαβατηρίου και αστυνομικής ταυτότητας, ενώ «ανά πάσα στιγμή μπορεί να απελαθούν». (Μεταξύ μας, ξέρεις πολλούς μετανάστες που έχουν απελαθεί από την Ελλάδα;) Αν θέλεις, ρώτησε ποιοι σχετικοί νόμοι ισχύουν στις «αντιρατσιστικές» ΗΠΑ. Εκεί όπου και οι μαύροι μπορούν να οδηγούν αυτοκίνητο, όπως λες...

Και τώρα, Γιάννη, επίτρεψέ μου να σου πω μερικά πράγματα σχετικά με αυτό που εσύ αντιλήφθηκες ως «ρατσισμό» στην Ελλάδα. Από την αρχαιότητα ακόμα, οι Έλληνες υπήρξαν φιλόξενος λαός (έχεις ακούσει τον όρο «Ξένιος Ζευς»;). Ο μετανάστης ήταν πάντα καλοδεχούμενος, και οι ντόπιοι ήταν πρόθυμοι να μοιραστούν μαζί του το λιγοστό ψωμί τους. Τα τελευταία τριάντα χρόνια, όμως, συντελέστηκε μία δραματική αλλαγή στη σχέση του Έλληνα με τους μετανάστες. Τούτο οφείλεται στο ότι, μαζί με τους ανθρώπους που ήρθαν στη χώρα για να αναζητήσουν με τρόπους τίμιους μία καλύτερη ζωή, εισέβαλαν και τυχοδιωκτικά στοιχεία που, σε μεγάλο μέρος τους, ήταν αδίστακτοι κακοποιοί. Σχεδόν καθημερινά ακούγαμε (και, δυστυχώς, ακούμε ακόμα) για φρικιαστικά εγκλήματα, συχνά με θύματα ανήμπορους ηλικιωμένους. Στο κέντρο της πόλης τα ναρκωτικά πουλιούνται κι αγοράζονται ελεύθερα, ενώ αντίπαλες συμμορίες σφάζονται (κυριολεκτικά) στη μέση του δρόμου για το ποια θα έχει τον πρώτο λόγο στην «αγορά». Σε πολλές γειτονιές της Αθήνας οι κάτοικοι έφτασαν να φοβούνται να βγουν από τα σπίτια τους!

Όταν με τόση ευκολία λες ότι «σε πολλές γειτονιές αντιμετωπίζεις αρνητικότητα και ρατσισμό», αυτό που στην πραγματικότητα εννοείς είναι ότι σε πολλές γειτονιές – κατά κανόνα τις πιο φτωχικές – οι άνθρωποι ζουν μέσα στο φόβο. Και ο φόβος είναι θέμα αυτοσυντήρησης, όχι ρατσισμού!

Και θα σου πω και κάτι που μπορεί να μη σου αρέσει, Γιάννη. Τον αληθινό ρατσισμό δεν τον έζησες εσύ, τον βιώνουν άνθρωποι ανήμποροι κι απροστάτευτοι από την πολιτεία, που κακοποιούνται άγρια ή και δολοφονούνται για λίγα μόλις ευρώ. Λες και η ίδια η ανημπόρια τους – κυρίως λόγω προχωρημένης ηλικίας – τους καθιστά άξιους να αφανιστούν! Κι αν έφτασαν οι άνθρωποι της γειτονιάς να φοβούνται, πια, όλους τους μετανάστες, ας μην το χρεώνουμε αποκλειστικά στους πρώτους. Όταν οι όροι της φιλοξενίας παραβιάζονται, εκείνοι που το διαπράττουν δεν λέγονται πλέον φιλοξενούμενοι αλλά εισβολείς!

Τελειώνοντας, στην Αμερική έγινες δημοφιλής με το αγωνιστικό παρατσούκλι “Greek Freak”. Θα σου πρότεινα να ζητήσεις να αφαιρεθεί το “Greek” (αφήνοντας μόνο του το “Freak”) αν όντως πιστεύεις ότι η χώρα σου, την οποία δυσφημείς αντί να διαφημίζεις στο εξωτερικό, είναι χώρα ρατσιστών. Στο κάτω-κάτω, δεν σε τιμά να δηλώνεις καταγωγή από μια τέτοια χώρα!

Σε διαφορετική περίπτωση, ανακάλεσε άμεσα όλα όσα δήλωσες στην περιβόητη συνέντευξη. Πες ότι ήταν απλά ένα καπρίτσιο της στιγμής, από εκείνα που εύκολα συγχωρούνται στους σταρ. Και τότε όλα τα ξεχνούμε, αν θες.

Αλλιώς, δικαιούμαστε να δηλώνουμε πολύ, πάρα πολύ απογοητευμένοι από σένα...

Ειλικρινά,
Κώστας από την Αθήνα

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2020

Πέντε χρόνια από ένα "ΝΑΙ" που ποτέ δεν έγινε "ΟΧΙ"...




Ήταν πέντε χρόνια πριν... Τρίτη, τελευταία μέρα του Ιούνη... Όλοι ξέραμε ότι θα βρέξει δυνατά το απόγευμα. Μα δεν ήταν ώρα για λιποψυχίες, όχι μια βροχή αλλά κι έναν κατακλυσμό ολόκληρο θα μπορούσε εκείνη τη μέρα να αψηφήσει κανείς!

Στο σταθμό του μετρό στο Σύνταγμα δημιουργήθηκε από νωρίς το αδιαχώρητο. Ήταν άνθρωποι από κάθε γωνιά της πόλης, που τους είχε σπρώξει εκεί η κοινή αγωνία για το μέλλον μιας χώρας που έμοιαζε υπνωτισμένη και παραδομένη στα χέρια μιας άγριας συμμορίας φανατικών που την έσερναν χαρωποί κι ανέμελοι προς τον γκρεμό, έτσι όπως οι τρομοκράτες σέρνουν μαζί στο θάνατο δεκάδες, εκατοντάδες ανθρώπων που τυχαίνει να βρεθούν στο δρόμο τους. Μόνο που εδώ το συναπάντημα δεν ήταν έργο της μοίρας, μα της αφροσύνης...

Εκείνο το σαββατοκύριακο που προηγήθηκε είχαμε ξυπνήσει, εντελώς απροετοίμαστοι, σε μια χώρα αλλιώτικη. Μια χώρα έτοιμη να αυτοκτονήσει μέσα σε μία εβδομάδα, έχοντας μόλις αποφασίσει τη διενέργεια ενός δημοψηφίσματος που αντιστέκεται ως σήμερα σε κάθε απόπειρα λογικής ερμηνείας.

Μάθαμε πως η ζωή που ξέραμε, και ό,τι ως πριν θεωρούσαμε δεδομένο κι αυτονόητο, είχαν χαθεί ξαφνικά. Αρκούσε το αυτάρεσκο νεύμα ενός νάρκισσου γητευτή με επιτηδευμένα ανορθόγραφο όνομα, το αφελές χαμόγελο ενός μικρού, μαθητευόμενου μάγου που βρέθηκε σε μια καρέκλα πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθός του, και οι υστερικές κραυγές μιας πολιτικής κόρης με εξουσίες αυτόκλητου εθνικού δικτάτορα, για να αμφισβητήσουν το δικαίωμα στη ζωή που μας ανήκε.

Κι επειδή ούτε για μια στιγμή πιστέψαμε ότι το δικαίωμα αυτό μπαίνει σε διαπραγμάτευση, κινήσαμε αυθόρμητα, χωρίς να δεχθούμε «καπελώματα» από κομματικούς «τσοπαναραίους» και πολιτικούς καθοδηγητές, για να ενώσουμε τις φωνές μας (ή έστω, τις απλές παρουσίες μας) εκφράζοντας την κοινή αγωνία για το αύριο μιας χώρας που φαινόταν ανήμπορη να σταματήσει το βαγόνι που την οδηγούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στις χωματερές της Ιστορίας.

Κάποιοι, εκπρόσωποι του τότε πλειοψηφικού ρεύματος, μας ειρωνεύτηκαν ή και μας χλεύασαν. Ο απαξιωτικός νεολογισμός «μενουμευρώπη» δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του στα social media αλλά και σε σοβαρά ειδησεογραφικά sites, διατηρώντας την ισχύ του ως σήμερα και παίρνοντας σιγά-σιγά τον χαρακτήρα δόκιμου όρου στην πολιτική ορολογία.

Υπήρξαν και κάποιοι που μεταχειρίστηκαν ακόμα και το όπλο της δυσφήμισης, αν όχι της απροκάλυπτης συκοφαντίας. Με αφορμή μία υπέρμετρα διακινηθείσα – και βάναυσα παρερμηνευμένη – φωτογραφία δημόσιας οινοποσίας στην πλατεία Συντάγματος, ακούστηκε πως οι αγωνιούντες για το αύριο της χώρας ήταν απλά οι «βολεμένοι» (κατά προτίμηση, του Κολωνακίου ή των βορείων προαστίων) που αρνούνταν να «ξεβολευτούν»! Κάποιος χαρισματικός μαρξιστής αρθρογράφος σε κορυφαίο ειδησεογραφικό ιστότοπο το έθεσε κομψότερα, δίνοντας μια ηρωική διάσταση στον εθνικό διχασμό των ημερών εκείνων: Ήταν ένας πόλεμος, έγραψε, ανάμεσα σε εκείνους που είχαν κάτι να χάσουν και εκείνους που δεν είχαν να χάσουν τίποτα, αφού ούτως ή άλλως τίποτα δεν τους ανήκε! Είναι να αναρωτιέται κανείς αν οι ιδεολογικές εμμονές επιτρέπουν, τελικά, ακόμα και τη στοιχειώδη επαφή με τη σύγχρονη πραγματικότητα...

Το περίφημο δημοψήφισμα αποδείχθηκε, τελικά, παρωδία και ο πολιτικός θρίαμβος της κυβέρνησης ήταν πύρρεια νίκη. Μέσα σε λίγες μόνο μέρες η ίδια αυτή κυβέρνηση, συνειδητοποιώντας το αδιέξοδο και το εν δυνάμει καταστροφικό της πολιτικής της, έκανε μια αναγκαστική – αλλά σε κάθε περίπτωση εντυπωσιακή – στροφή προς τον ρεαλισμό, και η χώρα σώθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή από την οριστική χρεοκοπία και το σκοτεινό «αύριο» των συσσιτίων και των ντροπιαστικών αποστολών ανθρωπιστικής βοήθειας!

Για εμάς που είχαμε κατέβει υπό καταρρακτώδη βροχή στο Σύνταγμα, ήταν μια κάποια δικαίωση. Από τα ίδια τα πράγματα, βέβαια, όχι από τη ρητορεία των φανατικών, που συνέχισαν να πιπιλούν με χλευαστική διάθεση την καραμέλα των «μενουμευρωπαίων», λες και επρόκειτο για εχθρούς της κοινωνίας και της πατρίδας, ή λες και οι χλευάζοντες δεν είχαν αντιληφθεί τον πολιτικό αναθεωρητισμό εκείνων που οι ίδιοι είχαν αναδείξει – και έμελλε να αναδείξουν εκ νέου – στην εξουσία.

Μένω τώρα με τις μνήμες ενός βροχερού απογεύματος στο τέλος του Ιούνη του 2015. Ξαναβλέπω τις λασπωμένες πατημασιές που ολοένα πυκνώνουν στα σκαλιά του μετρό στο Σύνταγμα, ακούω και πάλι τις εναγώνιες πολιτικές συζητήσεις του απλού κόσμου και τα περιρρέοντα σενάρια τρόμου να παίρνουν και να δίνουν κάτω από πρόχειρα υπόστεγα, φωνάζω ξανά τον πλανόδιο ομπρελά για να προλάβω να αγοράσω εκείνη την τελευταία ροζ ομπρέλα, αφού η γυναίκα μου αμέλησε, ως συνήθως, να πάρει μαζί τη δική της...

Και το χιλιοειπωμένο και κοινότοπο «ποτέ ξανά!» μου έρχεται αυθόρμητα στο νου, τόσο φυσικά που μοιάζει πρωτότυπο...

ΚΠ 

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Αθηναϊκές ταβέρνες που δεν κατέβασαν ρολά...


Υπάρχουν άνθρωποι στην πόλη που, για διάφορους λόγους, δεν έχουν τη δυνατότητα να φροντίζουν οι ίδιοι για το καθημερινό τους φαγητό. Έτσι, καταφεύγουν σε κάποια ταβέρνα της γειτονιάς που καλύπτει τις διατροφικές τους προτιμήσεις. Και, επειδή ο Έλληνας είναι ον συναισθηματικό και δένεται με τους χώρους, η ταβέρνα αυτή καταλήγει να γίνει το "δεύτερο σπίτι" τους!

Αυτή η εξαρτησιακή κατάσταση, όμως, κρύβει και κάποιες παγίδες. Για παράδειγμα, πολλοί Αθηναίοι είναι αναγκασμένοι να παραμένουν στην πόλη τα καλοκαίρια. Αν μία ταβέρνα λειτουργεί με απόλυτο επαγγελματισμό, φροντίζει να μένει ανοιχτή στο διάστημα αυτό (έστω λειτουργώντας με "προσωπικό ασφαλείας") ώστε να μην αφήνει ακάλυπτους τους πελάτες της σε ό,τι αφορά τη διατροφή τους. Τι γίνεται, όμως, όταν το αγαπημένο μαγαζί κατεβάζει ρολά για έναν ολόκληρο μήνα; Ο πελάτης είναι τότε υποχρεωμένος να αναζητήσει άλλες λύσεις που, συχνά, τον βγάζουν από τις διατροφικές του συνήθειες. Και, επειδή ένας καλοκαιρινός μήνας δεν είναι επαρκές διάστημα για να αποβληθούν εξαρτήσεις χρόνων, ο πελάτης είναι ο πρώτος που θα μπει στο μαγαζί μόλις ξεκλειδώσουν και πάλι την πόρτα οι ηλιοκαμένοι και ανανεωμένοι εστιάτορες...

Η παρούσα επιδημική κρίση αποτέλεσε, εκτός των άλλων, μία ακόμα ευκαιρία για να ξεχωρίσουν οι αληθινοί επαγγελματίες στον χώρο της εστίασης. Η πολιτεία ορθώς επέτρεψε στα εστιατόρια να συνεχίσουν να λειτουργούν ως "delivery" ή ως "take-away", έτσι ώστε να μην αφήσουν διατροφικά ακάλυπτους τους πελάτες τους σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Όσοι εστιάτορες έκριναν ότι τα κέρδη από μια τέτοια μερική λειτουργία δεν ήταν ικανοποιητικά, απλά κατέβασαν ρολά. Σε πολλές περιπτώσεις, είναι οι ίδιοι που κατεβάζουν ρολά τον Αύγουστο. Κατανοητό: οι ταβέρνες είναι επιχειρήσεις, όχι φιλανθρωπικά ιδρύματα!

Κάποιοι άλλοι, εν τούτοις, έμειναν εκεί στις θέσεις τους. Σε κεντρικά σημεία της πόλης αλλά και σε γωνιές της Αθήνας που δεν τις πιάνει το μάτι σου... Στο ταβερνάκι της αθηναϊκής γειτονιάς που, αψηφώντας το αντι-κίνητρο του μειωμένου κέρδους, έμεινε ανοιχτό για να κάνει τη ζωή των Αθηναίων λίγο πιο υποφερτή σε τούτες τις δύσκολες συνθήκες, οι κάτοικοι της πόλης οφείλουμε ένα "ευχαριστώ".

Και, επειδή σε μία κρίση όλα... κρίνονται, μετά το τέλος της θα έχουμε δει πολλά πράγματα με άλλο μάτι, και πολλές "αδιαπραγμάτευτες" σταθερές μας θα έχουν επαναξιολογηθεί...

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Η δύση μιας ζωής στο ελληνικό Ναραγιάμα…


Στην υπέροχη ταινία τού Σοχέι Ιμαμούρα, «Η μπαλάντα του Ναραγιάμα» (1983), οι ηλικιωμένοι κάτοικοι ενός φτωχού ιαπωνικού χωριού τον προ-περασμένο αιώνα οδηγούνται κατά παράδοση σε ένα κοντινό βουνό (Ναραγιάμα) για να περάσουν τις τελευταίες μέρες της ζωής τους, έτσι ώστε να μην επιβαρύνουν, λόγω της ανημπόριας τους, τα παιδιά τους που αγωνίζονται να επιβιώσουν.

Η ιδέα ακούγεται τρομαχτική στα αυτιά μίας σύγχρονης πολιτισμένης κοινωνίας. Ακόμα και σε αυτή την «πολιτισμικά καθυστερημένη» Ελλάδα, τέτοιο βουνό σίγουρα δεν υπάρχει – και μακριά από εμάς τέτοιες απάνθρωπες καταστάσεις! Ή μήπως υπάρχει;

Το κείμενο που ακολουθεί μεταφέρει αυτούσια την εμπειρία αναγνώστη, της οποίας εμπειρίας υπήρξα και προσωπικός μάρτυς έτσι ώστε να ομιλώ «μετά λόγου γνώσεως». Δεν επιχειρεί (το κείμενο) ηθική αξιολόγηση της καταφυγής στον «Ναραγιάμα» – ιδιαίτερα αν αυτή είναι η μόνη, δυστυχώς, λύση που απομένει – αλλά ζητά να φέρει στο φως κάποιες όχι και τόσο φανερές πτυχές της λειτουργίας ενός συστήματος που διαφημιστικά προβάλλεται με συγκινητικές εικόνες αγάπης και φροντίδας, συνοδευόμενες από λόγια γεμάτα συμπόνια και ανθρωπιά...

Η μητέρα του αναγνώστη πλησίαζε τα ενενήντα. Ήταν σχετικά καλά στην υγεία της για την ηλικία της, και διατηρούσε απόλυτη πνευματική διαύγεια. Είχε όμως αρχίσει να εμφανίζει σοβαρά κινητικά προβλήματα λόγω μυϊκής αδυναμίας στα κάτω άκρα, σε βαθμό που να μη μπορεί πλέον να περπατά και, γενικά, να αυτο-εξυπηρετείται χωρίς υποβοήθηση.

Αρχικά, ο αναγνώστης κατέφυγε στη λύση αλλοδαπών οικιακών βοηθών. Και, επί τέσσερα χρόνια «παρέλασαν» από το σπίτι της μητέρας του άτομα κάθε είδους και κάθε ηθικού αναστήματος (μεταξύ αυτών, μία εκδιδόμενη που ασκούσε το «επάγγελμα» κατά τις πολύωρες απουσίες της «για τα ψώνια του σπιτιού», ενώ τις νύχτες έμπαζε στο σπίτι τον προαγωγό της!). Μία τελευταία περίπτωση φάνηκε «λαχείο», αφού επρόκειτο για κάποια γυναίκα που έδειχνε ζήλο για τη δουλειά της και φερόταν σχετικά ανθρώπινα στην ηλικιωμένη. Όταν, όμως, συγκέντρωσε το ποσό που της χρειαζόταν, δήλωσε ξαφνικά ότι θα έπρεπε να γυρίσει στην πατρίδα της «για οικογενειακούς λόγους» (η συνήθης δικαιολογία σε αυτές τις περιπτώσεις).

Μη έχοντας πλέον άλλη λύση, και με βαριά καρδιά και αίσθημα υπέρμετρης ενοχής, ο αναγνώστης αποφάσισε να στραφεί στη λύση μίας κοντινής μονάδας φροντίδας ηλικιωμένων (ΜΦΗ, για συντομία). Είχε καλό όνομα στην περιοχή, και κάποιες προγενέστερες εμπειρίες του αναγνώστη συνηγορούσαν σε αυτό. Η μητέρα του – μία αξιοπρεπέστατη αρχοντογυναίκα – συνεργάστηκε απόλυτα καθώς δεν ήθελε να επιβαρύνει άλλο το παιδί της. Εξ άλλου, είχε και μία καλή σύνταξη που θα της επέτρεπε να πληρώνει στο ακέραιο το όχι ευκαταφρόνητο κόστος της διαμονής στη μονάδα.

Στην αρχή όλα φαίνονταν ιδανικά, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την εικόνα: υψηλής αισθητικής χώρος υποδοχής και, γενικά, ευχάριστη διάθεση και φιλικό περιβάλλον στα μάτια του επισκέπτη. Η ηλικιωμένη γυναίκα δεν παραπονιόταν παρά μόνο για την ποιότητα του φαγητού. Σε ερωτήσεις για τη συμπεριφορά του νοσηλευτικού προσωπικού, απαντούσε πως ήταν όλες «πολύ καλές κοπέλες».

Ώσπου ένα απρόσμενο γεγονός ήρθε να ταράξει το αίσθημα σιγουριάς του αναγνώστη και να τον ωθήσει στο να παρακολουθεί στενότερα τα τεκταινόμενα στην ΜΦΗ. Ήταν ο αιφνίδιος θάνατος μίας άλλης ηλικιωμένης που νοσηλευόταν σε γειτονικό θάλαμο. Η γυναίκα αυτή ήταν πρώην γειτόνισσα του αναγνώστη και τον εμπιστευόταν αρκετά ώστε να του μιλά «εκ βαθέων». Του εκμυστηρεύτηκε, λοιπόν, ότι, έχοντας ζήσει μία ολόκληρη ζωή με αξιοπρέπεια στο σπίτι της, είχε τώρα να αντιμετωπίσει την σκαιή συμπεριφορά κάποιων μελών του νοσηλευτικού προσωπικού. Μάλιστα, έκανε την δυσοίωνη πρόβλεψη ότι δεν επρόκειτο να μακροημερεύσει στο μέρος εκείνο. Πρόβλεψη που, δυστυχώς, σύντομα επαληθεύτηκε. Σημειώνω ότι η γυναίκα αυτή δεν υπέφερε από κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας. «Έσβησε» απλά από ένα αίσθημα βαθιάς θλίψης που της ήταν αδύνατο να αντέξει. Επισήμως, από ανακοπή...

Δεν πήρε καιρό στον αναγνώστη να διαπιστώσει ότι αποδέκτης παρόμοιων συμπεριφορών ήταν και η ίδια η μητέρα του, από ορισμένες νοσηλεύτριες που δεν έμπαιναν καν στον κόπο να τηρήσουν τα προσχήματα ακόμα και υπό την παρουσία του. Αν ήθελα να δώσω μία μεταφορική περιγραφή του φαινομένου, θα έλεγα ότι φέρονταν στη γυναίκα σαν λοχίες απέναντι σε νεοσύλλεκτο φαντάρο!

Όσοι έχουν σκύλο γνωρίζουν ότι πρέπει να τον βγάζουν βόλτα κάποιες φορές την ημέρα για τις «ανάγκες» του. Και ο σκύλος μαθαίνει πρόθυμα να προσαρμόζεται στο πρόγραμμα αυτό που του επιβάλλει το αφεντικό του. Με τον άνθρωπο, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ή έτσι, τουλάχιστον, πίστευε ο αναγνώστης ως τη στιγμή που κατάφερε να εκμαιεύσει από την τρομαγμένη μητέρα του την πληροφορία ότι μία νοσηλεύτρια, σε ρόλο αφεντικού ενός «σκύλου», της επέβαλλε πότε θα πήγαινε στο ειδικό μέρος και για πόσο διάστημα (κατά κανόνα ελάχιστο) θα παρέμενε σε αυτό. Σε κάποια περίπτωση, μάλιστα, στην ηλικιωμένη ασκήθηκε βία για να συντομεύσει...

Και, μια και βρίσκω το (αντι-)παράδειγμα του σκύλου εξόχως βολικό για τη συζήτηση, θα συμπληρώσω ότι ο τρόπος με τον οποίο η εν λόγω νοσηλεύτρια σέρβιρε τον δίσκο με το φαγητό στην ηλικιωμένη ήταν πολύ λιγότερο ανθρώπινος από εκείνον με τον οποίο σέρβιρα κάποτε εγώ το αντίστοιχο πιάτο στον σκύλο μου!

Σε αντιστάθμισμα, πάντως, όσων προανέφερα, οφείλω να σημειώσω ότι η πλειοψηφία του νοσηλευτικού προσωπικού στην ΜΦΗ κατέβαλλε προσπάθειες να επιδείξει ανθρώπινη συμπεριφορά και μια κάποια υποψία ζεστασιάς στους ηλικιωμένους. Άρκεσαν, όμως, ένα-δύο κακά πρόσωπα για να διαλύσουν την όποια καλή εικόνα. Πρόσωπα, εν τούτοις, στα οποία έμοιαζε να έχει εκχωρηθεί απεριόριστη εξουσία που έφτανε – θα μπορούσε κάποιος να πει με μια δόση υπερβολής – ως το δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους ηλικιωμένους! Κι αυτό επαληθεύτηκε με τον πλέον τραγικό τρόπο στην περίπτωση του αναγνώστη. Σεβόμενος, όμως, την επιθυμία του δεν θα περιγράψω τα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατο της μητέρας του μέσα στην ΜΦΗ...

Έγραψα το σημείωμα όχι τόσο για να καταγγείλω κάποιες από τις συνθήκες λειτουργίας ενός καθαρά κερδοσκοπικού συστήματος που διαχειρίζεται ανθρώπινες ζωές στον δύσκολο δρόμο προς τον τελικό τους σταθμό, όσο για να ενημερώσω και να αφυπνίσω τους συμπολίτες μας που αντιμετωπίζουν προβλήματα όμοια με αυτό του αναγνώστη. Αν κάποιος αναγκαστεί, ως τελική και αναπόφευκτη λύση, να απευθυνθεί σε κάποια ΜΦΗ, ας θυμηθεί ότι η μονάδα αυτή δεν είναι παρά μία επιχείρηση που προσφέρει έναν τύπο υπηρεσιών έναντι αδρής αμοιβής.

Το τραγικό της υπόθεσης έγκειται σε ένα ζήτημα ηθικής φύσης που αφορά την λειτουργική φιλοσοφία ορισμένων ΜΦΗ και, σε μεγάλο βαθμό, διαμορφώνει την συμπεριφορά τους απέναντι στους ηλικιωμένους που φιλοξενούνται εκεί. Θα το διατυπώσω συνοπτικά και με ωμό ρεαλισμό: Κάποιες από τις επιχειρήσεις αυτές (ευτυχώς όχι οι περισσότερες) θεωρούν a priori ότι ο πελάτης εναποθέτει εκεί τον ηλικιωμένο άνθρωπό του για να απαλλαγεί από το βάρος του ώσπου να έρθει το αναμενόμενο τέλος. Ή, για να το κάνω να ακουστεί ακόμα πιο ανατριχιαστικό: Θεωρούν ως δεδομένο ότι κάποιος αφήνει εκεί τον ηλικιωμένο απλά «για να πεθάνει»!

Είναι στην ευθύνη, λοιπόν, των συγγενών να καταστήσουν εξαρχής απόλυτα σαφές στις επιχειρήσεις ότι τέτοιες λογικές πόρρω απέχουν από τις προθέσεις τους, και ότι αυτό που ζητούν είναι ακριβώς να προσφέρουν στους αγαπημένους τους την δυνατότητα να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους – πολύ ή λίγο – με ποιότητα και αξιοπρέπεια. Κυρίως, οι συγγενείς πρέπει να αναπτύξουν την ικανότητα να «ακούν» ακόμα και αυτά που οι ηλικιωμένοι, είτε από φόβο είτε από αίσθημα συμβιβασμού, αποφεύγουν να εκφράσουν άμεσα. Και, όταν διαπιστώνουν παραλείψεις ή ανάρμοστες συμπεριφορές, να μη διστάζουν να υπερασπίζονται δυναμικά τους ανθρώπους τους!

Οι ΜΦΗ δεν θα έπρεπε να είναι το ελληνικό «Ναραγιάμα» αλλά η ελληνική απάντηση στο πνεύμα τού Ναραγιάμα! Αν, βέβαια, υπάρχουν ακόμα ελληνικές απαντήσεις σε έναν κόσμο όπου οι ιδιαίτερες πολιτισμικές αξίες ολοένα χάνονται μέσα στην παγκόσμια κρεατομηχανή της ομογενοποίησης. Και έναν κόσμο όπου όλα, πλέον, πουλιούνται κι αγοράζονται. Ακόμα και το δικαίωμα σε ένα αξιοπρεπές τέλος της ζωής...

* Στην Ι.Χ. που, όποτε κι αν έφευγε, πάλι νωρίς θα ήταν...

Aixmi.gr - ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη 5 Μαρτίου 2019

Ζώντας τη μοναξιά της μεγαλούπολης…


Διπρόσωπη αυτή η πόλη... Ενώνει τους λαούς του κόσμου σε μία παγκόσμια μάζωξη προσκυνήματος στα απομεινάρια ενός (πεθαμένου πια) πολιτισμού. Και, την ίδια στιγμή, μοιάζει με απέραντη θάλασσα από μοναχικότητες για κάποιους που, σχεδόν μαζοχιστικά, επιμένουν να ζουν σε αυτή. «Άνθρωποι μονάχοι», όπως λένε οι υπέροχοι στίχοι του αξέχαστου Γιάννη Καλαμίτση. Που το βαθύτερο νόημά τους ανέδειξε η ιδιοφυής μουσική ενός άλλου Γιάννη – του Σπανού!

Καθώς «ξεσκόνιζα» παλιά αρθρογραφία (ξέρετε, όπως ψαχουλεύει κανείς παλιά ντουλάπια με ξεχασμένα αντικείμενα, μήπως βρει κάτι χρήσιμο) έπεσα πάνω σε ένα κείμενό μου στο «Βήμα», γραμμένο το καλοκαίρι του 2012 – μια εποχή πολιτικά ταραγμένη, τότε που γεννιόνταν προσδοκίες και χτίζονταν αυταπάτες...

Ήταν ένα στιγμιότυπο από μια νυχτερινή περιδιάβαση στα στενά της Πλάκας. Την προσοχή μου είχε τραβήξει τότε μία γυναίκα με μάλλον αδιάφορο παρουσιαστικό, που συμβόλιζε και συμπύκνωνε, θα έλεγε κανείς, όλη τη μοναχικότητα σ’ αυτή την (α)φιλόξενη πόλη. Και το σκηνικό με είχε παραπέμψει (δεν θυμάμαι πώς) σε μία διαφορετική – θα έλεγα, «πολιτικοποιημένη» – εικόνα της μοναξιάς, όπως την είχε περιγράψει μια νέα ποιήτρια που έχει βάναυσα αδικήσει τον εαυτό της...

Παραθέτω το άρθρο όπως εμφανίστηκε στο «Βήμα». Το ποίημα στο τέλος είναι τωρινή προσθήκη στο κείμενο.

--------------------------------

Η μοναξιά της μεγαλούπολης...

Όχι, κόντρα στις προκλήσεις των καιρών, δεν θα πολιτικολογήσω! Εκτός κι αν η λέξη «πολιτική» αφορά – στην πλέον στοιχειώδη και πρωτογενή αντίληψη του όρου – την ίδια την πόλη μου. Μια πόλη που, μες απ’ τις αδιόρατες λεπτομέρειές της, αποκαλύπτει συχνά την συναρπαστική τραγικότητά της…

Κάνοντας πρόσφατα την συνηθισμένη, καθαρτήρια νυχτερινή βόλτα στην Πλάκα, πρόσεξα τη σιλουέτα μιας νέας γυναίκας. Αδιάφορη για τη ζωή που έσφυζε ολόγυρά της απ’ τις παρέες χαρούμενων τουριστών, ήταν επικεντρωμένη στο αντικείμενο της δικής της, μοναδικής ίσως αγάπης: τις γάτες! Θαρρείς και τις αναζητούσε μία-μία, σε κάθε δρόμο, σε κάθε αυλή, να τους πει ένα γλυκόλογο για καληνύχτα, μια καληνύχτα που ίσως δεν θα ‘θελε να μοιραστεί με κανέναν άλλον…

Σκέφτηκα τότε πως, αν μου ζητούσαν να εικονογραφήσω τη μοναξιά της μεγαλούπολης, δεν θα χρειαζόταν παρά να ζητήσω απ’ αυτή τη γυναίκα να μου επιτρέψει να τη φωτογραφίσω. Άντεξα, όμως, στον πειρασμό κι αρκέστηκα να χαμογελάσω διακριτικά και να συνεχίσω προς του Μακρυγιάννη…

Στο δρόμο θυμήθηκα το περί μοναξιάς εξαίρετο ποίημα της Σίσσυς Δουτσίου (το παραθέτω πιο κάτω). Μια μοναξιά που, μέσα απ’ το ιδιότυπο ιδεολογικό πρίσμα αυτής της ποιήτριας, ανάγεται σε βαθύτατα πολιτική έννοια που, βιωμένη ως αίσθημα, αποτελεί κινητήρια δύναμη – αν όχι και προϋπόθεση – για την επανάσταση!

Προσωπικά, δεν διέκρινα καμία επαναστατική διάθεση στην τραγική φιγούρα της μοναχικής γυναίκας στην Πλάκα. Μόνο παραίτηση από – ίσως ακόμα και απέχθεια για – μια κοινωνικότητα που αφήνει πίσω της πληγές. Και η μόνη επανάσταση για τον μοναχικό άνθρωπο της κάποτε φιλόξενης αυτής πόλης είναι, εν τέλει, η αντίστασή του ενάντια στην ίδια του την αδυναμία να αποδεχθεί τη μοναξιά του…


Η ίδια μοναξιά

Της Σίσσυς Δουτσίου

Η ίδια μοναξιά.
Ο ίδιος πόνος
σε όλες τις μητροπόλεις του κόσμου.
Κορίτσια μόνα τους με κοντές φτηνιάρικες φούστες
αγορασμένες από την China Town.
Αγόρια που ζητιανεύουνε λίγα σεντς
μέσα στα παγωμένα βαγόνια της Νέας Υόρκης
και όλοι οι συνεπιβάτες με κομμένα δάχτυλα σφιγμένα μέσα στις τσέπες τους
έτοιμοι να συρθούν στο μικρό τους διαμέρισμα.
Ουρανοξύστες και πολυώροφες πολυκατοικίες.
Ανθρώπινα κορμιά αλυσοδεμένα στις ταράτσες ψηλών κτηρίων
ενώ η γη συνεχίζει να πλανιέται στο διάστημα.
Ενώ η γη συνεχίζει να πλανιέται στο διάστημα
ένα άτονο βλέμμα συνεχίζει να στέκεται πίσω από τα παράθυρα
και να κοιτάζει τον πολυσύχναστο δρόμο.
Σε όλες τις μητροπόλεις του κόσμου
η μοναξιά είναι ίδια.
Ιδρύματα, σχολεία, τράπεζες, δημοτικά γραφεία,
μανάδες αποξενωμένες
κλεισμένες στα διαμερίσματα τους με κόκκινα μάτια
γεμάτες ανία για το σήμερα
και αγωνία για το αύριο.
Ένας πολιτισμός που εστιάζει
στην απόλαυση της ιδιώτευσης.
Η μοναξιά είναι ίδια.
Μετανάστες, πρόσφυγες, άστεγοι
με θλιμμένα μάτια
όλα τα υπάρχοντα τους σε μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών.
Η μοναξιά είναι ίδια.
Εκατοντάδες ράγες υπόγειων τρένων
έτοιμες να ξεκοιλιάσουν
οποιαδήποτε χαρά, οποιαδήποτε ευτυχία.
Η μοναξιά είναι ίδια
καθώς οι ατμομηχανές
ανασαίνουν ασταμάτητα.
Καθώς οι ατμομηχανές ανασαίνουν ασταμάτητα
τα όνειρα μας πεθαίνουν από ασφυξία στους αχανής δρόμους της Wall Street.
Η μοναξιά είναι ίδια σε όλες τις μητροπόλεις του κόσμου.
Με στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών
και με στρατόπεδα συγκέντρωσης σύγχρονων εργατών
εργατικές κατοικίες δίπλα σε βενζινάδικα και εστιατόρια
σε ιδιωτικές λεωφόρους έτοιμες προς πώληση.
Η μοναξιά είναι ίδια
στο πρωινό ξύπνημα του δημόσιου υπαλλήλου στο Λονδίνο
και στο πρωινό ξύπνημα του ιδιωτικού υπαλλήλου στο Βερολίνο.
Η μοναξιά είναι η ίδια
στο απελπισμένο χαμόγελο των εξεγερμένων
και στις ελπίδες των φυλακισμένων.
Η μοναξιά είναι η ίδια
στους τάφους των αναρχικών συντρόφων στο Σικάγο
και στους τάφους των δολοφονημένων συντρόφων στην Αθήνα.
Η μοναξιά του ανέφικτου.
Η μοναξιά της αμέτρητης συμπόνιας.
Η μοναξιά του σκλάβου που θέλει να επαναστατήσει.
Η μοναξιά είναι η ίδια μέχρι να νικήσουμε.
Όσο η γη πλανιέται στο διάστημα
θα σχεδιάζουμε την απελευθέρωσή μας.
Όσο η γη πλανιέται στο διάστημα
είμαστε ελεύθεροι.
Η μοναξιά είναι η ίδια
όσο συνεχίζουμε να είμαστε δούλοι.
Όσο η γη πλανιέται στο διάστημα θα
σχεδιάζουμε την απελευθέρωσή μας.

http://ecstaticpoetrysemeli.blogspot.com/2010/10/blog-post_31.html

Aixmi.gr  -  ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017

Ευχές γενεθλίων...


Όταν στέλνουμε ηλεκτρονικές ευχές στα γενέθλια κάποιου φίλου, κάνουμε πάντα μια προσπάθεια να είμαστε κατά το δυνατόν ευρηματικοί και πρωτότυποι ώστε να αποφύγουμε τα συνήθη κλισέ, τα οποία προσδίδουν στις ευχές μας μία αδέξια τυπικότητα που, τελικά, τις αποδυναμώνει:

«Σου εύχομαι πολύχρονος. Να ζήσεις, να τα εκατοστίσεις και ό,τι άλλο επιθυμείς!»

Αντίθετα, δεν αναμένουμε ποτέ ιδιαίτερη ευρηματικότητα στην ευχαριστήρια απάντηση:

«Σε ευχαριστώ πολύ για τις ευχές. Κι εσύ να είσαι καλά και να χαίρεσαι την οικογένειά σου!»

Ομολογώ, λοιπόν, ότι με εξέπληξε η απάντηση μιας φίλης στην οποία ευχήθηκα πρόσφατα «να τα εκατοστίσει». Δεν ήταν ένα απλό «ευχαριστώ» διανθισμένο με λίγες στερεότυπες φράσεις από το πανέρι με τις κοινοτοπίες του είδους. Ήταν αληθινή ποίηση διαποτισμένη από τη μελαγχολική εκείνη σοφία που αφήνει ως παρακαταθήκη ο χρόνος. Που φεύγει σαν τραίνο της μίας και μοναδικής διαδρομής, σε μονή κατεύθυνση...

------------------------------------------------

Ναι, σήμερα έκλεισα τα (...)!

Δόξα τω Θεώ, δεν θα ήθελα να είμαι λιγότερο, θα είχα χάσει τις αγωνίες μου,
θα είχα χάσει τις προσπάθειές μου, τις ήττες μου...
Θα ήμουν ευτυχισμένη
και δεν θα ήξερα τι κερδίζω από το πέρασμά μου...

Τώρα που ξέρω να μαθαίνω
κάνω ταμείο και βλέπω πως δεν ήταν όλα μόνο προσπάθειες άστοχες.

Έμαθα τόσα και, κυρίως, μου χαρίστηκαν τόσες ευκαιρίες
κι είχα τέτοια τύχη να αγαπιέμαι από τόσους ανθρώπους!
Τώρα η σειρά μου να αγαπώ και να δίνω και χαίρομαι αφάνταστα όταν το μπορώ.

Πόσο λίγη είμαι όταν αρνούμαι, πόσο μίζερη και πόσο λυπημένη!
Τώρα ξέρω πως ο δρόμος της αρετής είναι ατέλειωτος
κι εύχομαι να αξιωθώ να μη λασπώσω, αλλά να βγω σε πνευματικό ξάγναντο.

Σήμερα είναι ημέρα νηστείας ακόμη και του λαδιού,
στη μέρα μνήμης του Προδρόμου που αποκεφαλίστηκε
για την τιμιότητά του και για τον στιγματισμό της βασιλικής ανηθικότητας.

Η μάνα μου έλεγε «του Αη Γιαννιού του αποκεφαλιστή»!
Δεν ήξερε μετοχές η συχωρεμένη...
Κι όταν έμαθα «του αποκεφαλισθέντος»
δεν της το χάλασα. Γιατί εκείνη τον τιμούσε ως αποκεφαλισθέντα,
κι ας μην ήξερε το «αποκεφαλισθείς»...

Ο καθένας μας δεν μπορεί να είναι «αποκεφαλισθείς» για την πίστη του.
Μπορεί όμως να το ξέρει και να μην αποκεφαλίζει για το «εγώ» του!

Σου εύχομαι κι εσένα τα καλύτερα
και σε ευχαριστώ για τις ευχές σου!

Ε.

Aixmi.gr

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

Για τη Γυναίκα των "Μονολόγων"...


Η οιονεί ποιητική συλλογή "Μονόλογοι στην Αφροδίτη", με το απροκάλυπτα σαρκαστικό της ύφος, εύκολα θα μπορούσε να κατηγορηθεί ως προϊόν "σεξισμού". Μοιάζει να περιγράφει τη γυναίκα ως μία σύνθεση ελαττωμάτων: ματαιοδοξία, υποκρισία, ετεροπροσωποποιημένος έρωτας, αναζήτηση συναισθηματικών υποκατάστατων, θεοποίηση κοινών θνητών και κατασκευή "ειδώλων" (που άλλα λατρεύει αληθινά και για άλλα απλώς υποκρίνεται)...

Οι "Μονόλογοι", εν τούτοις, δεν αποτελούν απόλυτη κι αυτοτελή περιγραφή του γυναικείου χαρακτήρα. Αναδεικνύουν απλά κάποιες σκοτεινές πλευρές του. Από αυτή την άποψη θα μπορούσε κάποιος καλοπροαίρετα να δει τη συλλογή και ως έναν ύμνο στη γυναίκα. Γιατί, η Τέχνη έχει σαν αποστολή να υμνεί το ωραίο. Και την ομορφιά τη συνθέτει η τρομακτική εκείνη αντίθεση ανάμεσα στο σκότος και το φως...


Ταυτότητα


Ρωτάς ποιος είμαι...
Δεν είμαι!
Μορφή δεν έχω
ούτε ταυτότητα.
Αν θέλεις
μπορώ να πάρω τις μορφές
όλων αυτών που πέρασαν
αλλά δε λησμονήθηκαν.
Είμαι καλός σ’ αυτό!
Στο τέλος όπως πάντα
θα γίνω ο αξιολάτρευτος «κανένας»
που δε διεκδικεί υπόσταση
μες στη συνείδησή σου.
Ως τη στιγμή που η νοσταλγία
θα σ’ ωθήσει πάλι
ένα βαρκάρη να ζητήσεις
γενναίο μα κι επιδέξιο,
για λίγο απ’ τον Άδη
να κλέψει τις σκιές...


Αλλού...


Μη με κοιτάζεις
και μη ζητάς να γελαστείς
γιατ’ είναι μάταιο!
Αυτό που αναζητάς δεν είν’ εδώ,
το πήρ’ ο χρόνος
κι έγινε φως θαμπό
που αργοσβήνει
μέσα στον κουρασμένο νου.
Και η μορφή που χάνεται
παίρνει μαζί θαρρείς
και την ταυτότητά σου...

Μου λες πως ένιωσες πολλά.
Μη νιώθεις χρέος:
ξέρω καλά,
εγώ δεν ήμουνα εκεί!
Ήταν μονάχα μια σκιά
που στοίχειωσε ξανά στο νου
και γύρεψε να βγει στο φως
για μια στιγμή,
κλέβοντας τη μορφή μου...


Αποκάλυψη


Ξέρω, πρώτη φορά που έτσι νιώθεις!
Ως τώρα η ζωή σου έν’ απέραντο κενό
διανθισμένο με φροντίδες ανιαρές
και τετριμμένα «πρέπει».
Α, ναι, η μόνη γεύση ευτυχίας
ήταν τα παιδιά...

Και ξάφνου
απ’ της ανυπαρξίας τα βάθη
ανέτειλε ο ήλιος και σε φώτισε!
Κι είδες εσένα
όπως ποτέ δε γνώρισες,
και είπες λόγια
που ποτέ δεν είπες,
λευτερωμένη απ’ τη λογική
από γεννησιμιού που σ’ έπνιγε...

Και όλ’ αυτά
χάρη σε τούτη τη μοναδική,
υπέροχη αφέλεια
που ανατριχιάζει υπερήφανα
στο πλαϊνό το μαξιλάρι!


Παράδεισος


Δε λέω,
γλυκός είναι ο πόνος
να βασιλεύεις στον Παράδεισο
τώρα που φύγαν οι θεοί.
Και οι πατημασιές που αφήκαν
- βαριές και ανεξίτηλες -
το πιο καλό αντίδοτο
στη ματαιοδοξία σου...

Ήρθε λοιπόν η ώρα σου
ευγενικέ κι αόρατε φιλόσοφε:
Μ’ αυτά τα μισοφαγωμένα μήλα
την τέχνη σου όλη βάλε
και της ψυχής σου τη γλυκύτητα
να φτιάξεις μια υπέροχη κομπόστα!


Μάτια


Το βλέμμα σου είν’ άδειο
εδώ στην ερημιά,
πιο άδειο κι απ’ το στερεμένο
το πηγάδι!
Σα να μη βλέπεις πια...
Ίσως γιατί σου λείπουνε
τα ξένα μάτια.
Αυτά που σε κοιτούσαν
και σου ‘διναν ταυτότητα.
Κι αυτά που όλο κρυφόβλεπαν
το κάθε που σου ανήκε
και σ’ έπειθαν, ανόητη
κι εσύ πως το ποθείς!


Αυτοκίνητο


Μου πήρε λίγη ώρα
μα στο ετοίμασα.
Δεν ήταν τίποτα,
μονάχα κάπως κόλλαγε το γκάζι.
Συγνώμη αν καθυστέρησα,
σε βλέπω ανήσυχη και νευρική.
Ελπίζω η φίλη σου
- πώς μου την είπες; -
να μην κακιώσει που άργησες.

Αυτό το άρωμα...
Καινούργιο είναι;

("Μονόλογοι στην Αφροδίτη", από την ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ)

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ...


Ένα εξαιρετικό λογοτεχνικό κείμενο της Φέφης Παπαλάμπρου!

Εκεί επάνω στο συμπλήρωμα, όταν όλα τα είχες ξοδέψει, εκεί που σου έμεναν κάτι ψιλά ακόμη, τα πέταξες ένα ηλιοβασίλεμα στη θάλασσα. Εκεί στο συμπλήρωμα σε συνάντησα. Κυνηγούσα και εγώ τον ήλιο όταν βαθυκόκκινος βουτούσε στη θάλασσα. Έκανα μια βουτιά να τον αγγίξω και έπιασα κάτι ψιλά που μόλις είχες πετάξει, ευτελούς αξίας για σένα, όπως όλα τα συμπληρώματα...

Κράτησα τα ψιλά σφιχτά στο χέρι μου, νόμισα ότι ήταν θησαυρός που μου τα άφησε ο βαθυκόκκινος ήλιος που μόλις χάθηκε στην κρύα θάλασσα. Αυτό είναι το τυχερό μου, σκεφτόμουν όταν έβγαλα το κεφάλι μου να πάρω μια ανάσα. Είχε πια σκοτεινιάσει όταν βγήκα βρεγμένη μέχρι βαθιά στην ψυχή μου, με μια λύπη για τον ήλιο που με ξεγέλασε και χάθηκε, όταν σε είδα απέναντι, δίπλα στο μοναχικό παγκάκι, με μια φωτογραφική μηχανή να γυρίζεις την πλάτη σου για να φύγεις...

Κύριε, κύριε, σου φώναξα! Με κοίταξες απορημένος, σαν να ήμουν παρείσακτη στο μοναχικό εκείνο σημείο που κυνηγούσες το άπιαστο... Κύριε, να τι έπιασα, λένε ότι όταν ρίχνουν νομίσματα στο νερό κάνουν και μια ευχή. Είμαι η τυχερή, τα έπιασα στο βυθό! Χαμογέλασες ευγενικά: Όχι, μου είπες, δεν είναι τυχερά, εγώ τα πέταξα. Ήταν τα τελευταία ψιλά που μου έμειναν, την ξόδεψα όλη μου την ψυχή, αυτά τα λίγα μου έμειναν και τα πέταξα στη θάλασσα, έτσι, σαν συμπλήρωμα. Δεν έχω τίποτα άλλο να δώσω... Είστε φωτογράφος; σε ρώτησα. Όχι, φωτογραφίζω τα ηλιοβασιλέματα, μοναχικά παγκάκια δίπλα στη θάλασσα, θλιμμένες μοναχικές βάρκες που τις νανουρίζει το κύμα, μου είπες...

Δεν ήθελες να συνεχίσεις τη συζήτηση, βιαζόσουν να φύγεις. Εσύ ντυμένος και εγώ σχεδόν γυμνή και από τα βρεγμένα μαλλιά μου έπεφτε στάλα – στάλα το θαλασσινό νερό στην παγωμένη μου πλάτη και στο στήθος, εκεί ακριβώς στην καρδιά που χτυπούσε αλλόκοτα. Τι δουλειά κάνετε; σε ρώτησα πάλι. Γύρισες την πλάτη σου και χάθηκες, χωρίς να απαντήσεις. Έτσι σε ονόμασα «μελαγχολικό ηλιοβασίλεμα». Από τότε κυνηγούσα τα ηλιοβασιλέματα δίπλα στη θάλασσα, μήπως σε συναντήσω. Ήθελα να μάθω ποιος είσαι, γιατί χάθηκε αυτή η συνάντηση χωρίς καν να αρχίσει. Δεν τόλμησες ή τα είχες ξοδέψει όλα; Ποτέ δεν έμαθα τι ήσουν. Φωτογράφος δεν ήσουν και όμως αγαπούσες τις φωτογραφίες, ρομαντικός δεν ήσουν και όμως το βλέμμα σου κάτι έψαχνε στην απουσία... Ποιητής ίσως...;

Δεν είμαι, θα μου απαντούσες, δεν έχω ταυτότητα...

29-8-2016

Φέφη Παπαλάμπρου

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Μερικά καλοπροαίρετα ερωτήματα για το "Liantinis.org"

Έχοντας πρόσφατα υποστεί τις συνέπειες μιας άκρως μικροπρεπούς (και, κατά την άποψή μου, δόλια μεθοδευμένης) συμπεριφοράς από τον ιστότοπο liantinis.org, δικαιούμαι, πιστεύω, να διατυπώσω δημόσια (και όχι να διοχετεύσω υπόγεια...) κάποιες σκέψεις και κάποια ερωτήματά μου για το εν λόγω site, το οποίο υποτίθεται πως διαχειρίζονται άνθρωποι που διεκδικούν την πνευματική κληρονομιά του σημαντικού ακαδημαϊκού και φιλοσόφου Δημήτρη Λιαντίνη.

Μπαίνοντας στην ιστοσελίδα τους, διαβάζουμε:

"Το Liantinis.org αποτελεί μια διαδικτυακή προσπάθεια, αφιερωμένη όχι μόνο στον καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνη, αλλά και στην ελεύθερη σκέψη."

Τι όμορφα λόγια... Αρκεί, βέβαια, η "ελεύθερη σκέψη" να βολεύει την ιδεολογία μας. Γιατί, γνωρίζουμε άριστα και την τεχνική της "δολοφονίας χαρακτήρων" για όσους τολμούν να κρίνουν (έστω και με ακαδημαϊκή ευπρέπεια κι εμπεριστατωμένο λόγο) τον ένα και μοναδικό "θεό" μας!

Οι υπερασπιστές της "ελεύθερης σκέψης" επί χρόνια πυροβολούν ένα σύντομο κείμενο γνώμης που έγραψα πριν χρόνια αμνημόνευτα, στο οποίο είχα το "θράσος" να ψελλίσω κάποιες ενστάσεις πάνω στις ιδέες που εκτίθενται στη "Γκέμμα". Και επειδή το κείμενο (δυστυχώς γι' αυτούς) ήταν καλά τεκμηριωμένο, κάποιοι ανήκοντες (ή, τουλάχιστον, εμφανώς ιδεολογικά προσκείμενοι) στο χώρο τους δεν δίστασαν (πάντα ανωνύμως, βεβαίως-βεβαίως!) να αποδυθούν ακόμα και σε προσωπικές επιθέσεις με όρους που κάθε άλλο παρά ευπρεπείς θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν...

Οι ιππότες της "ελευθερίας του λόγου" δεν αντέχουν ακόμα και τις αυταπόδεικτες αλήθειες όταν αυτές δεν υπηρετούν την υστεροφημία του "θεού" τους. Το διαπίστωσα (και) πρόσφατα όταν, με τρόπο απειλητικό και διόλου κομψό, μου ανακοινώθηκε από το YouTube η απαίτηση "κατόχου πνευματικών δικαιωμάτων" για απομάκρυνση ενός ολιγόλεπτου video που είχα πριν χρόνια αναρτήσει, το οποίο περιείχε απόσπασμα ομιλίας του Δ. Λιαντίνη όπου ο καθηγητής διατύπωνε μερικές μάλλον ατυχείς απόψεις περί καθιέρωσης του λατινικού αλφαβήτου στα ελληνικά γράμματα.

Την καταγγελία εναντίον μου έκανε (εντελώς ξαφνικά κι απροειδοποίητα, ύστερα από σχεδόν 4 χρόνια παρουσίας του video στο YouTube!) ο ιστότοπος liantinis.org, ο οποίος κατέχει τα "πνευματικά δικαιώματα" της βιντεοσκόπησης ολόκληρης της διάλεξης του Δ.Λ. Βέβαια, ο στόχος τους ήταν διπλός: Αφενός να με κάνουν να σιωπήσω οριστικά (αφού το θέμα θα είχε περάσει απαρατήρητο αν δεν το είχα ιδιαιτέρως αναδείξει) και αφετέρου, μέσω της καταγγελίας τους, να οδηγήσουν το YouTube στο κλείσιμο του λογαριασμού μου στο site αυτό. Τον δεύτερο στόχο δεν τον πέτυχαν, τους έκανα όμως τελικά το "χατήρι" και έκλεισα μόνος μου τον λογαριασμό μου στο YouTube! Ήταν καθαρά μια πράξη αυτοσεβασμού...

Σε εσωτερική ιστοσελίδα του site liantinis.org, διαβάζουμε:

"Το Liantinis.org δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο και δεν ασκεί, ούτε και έχει σχέση με οιαδήποτε εμπορική δραστηριότητα οποιουδήποτε είδους. Επιπλέον, στις σελίδες του δεν περιέχονται διαφημιστικά πλαίσια κερδοσκοπικού χαρακτήρα ή σκοπού. Μοναδικός σκοπός του Liantinis.org είναι η ανάδειξη του έργου του Δημήτρη Λιαντίνη, καθώς και η κριτική σκέψη και ο στοχασμός πάνω σε αυτό."

Σε μια πρόσφατη επίσκεψη στις σελίδες των videos που έχει αναρτήσει το liantinis.org στο YouTube, είδα (όχι δίχως κάποιο αίσθημα έκπληξης, ομολογώ) την εμφάνιση διαφημιστικών μηνυμάτων, ενώ πίσω ή δίπλα απ' αυτά ο Δάσκαλος μιλούσε για την εμπορευματοποίηση των πάντων στον σύγχρονο κόσμο και αγωνιούσε για τον θάνατο της φιλοσοφίας και το τέλος του πολιτισμού... Το επιχείρημα "τις διαφημίσεις τις έβαλε η Google" δεν ευσταθεί: Η Google βάζει διαφημίσεις μόνο σε videos που αναρτώνται από χρήστες που δεν κατέχουν τα πνευματικά δικαιώματα των αναρτήσεων. Στην περίπτωση κατόχων πνευματικών δικαιωμάτων, οι διαφημίσεις μπαίνουν κατ' απαίτηση των ιδίων και έχουν, φυσικά, κερδοσκοπικό χαρακτήρα! Και το ότι το liantinis.org είναι (ή, τουλάχιστον, έχει κατορθώσει να αναγνωρίζεται ως) κάτοχος των πνευματικών δικαιωμάτων των videos που αναρτά, το έμαθα πρόσφατα - με οδυνηρό, μάλιστα, τρόπο...

Για να είμαστε αντικειμενικοί, τα κέρδη από τέτοια διαφημιστικά δικαιώματα είναι πράγματι ελάχιστα. Όμως, το θέμα εγείρει ένα σοβαρό ερώτημα σε επίπεδο ηθικού συμβολισμού: Οι "αφοσιωμένοι" μαθητές εμπορεύονται, άραγε, τη σοφία του δασκάλου τους - την οποία θα έπρεπε να δωρίζουν στον κόσμο ανιδιοτελώς, ακόμα και με δικές τους θυσίες αν χρειαστεί - έναντι ευτελούς τιμήματος; Εύχομαι κάτι να μου έχει διαφύγει και να έχω πέσει έξω. Εύχομαι η Google να "ανακάλυψε", ξαφνικά, πνευματικά συν-δικαιώματα κάποιου... εξωγήινου στα videos του liantinis.org και να επέβαλε η ίδια, με βάση την πάγια πολιτική της, την παρουσία διαφημίσεων! Μα δεν το ελπίζω τόσο...

Κλείνω με μια αναγκαία απόδοση δικαιοσύνης στον εαυτό μου (αφού είμαι ο μόνος που θα μπει στον κόπο να το κάνει...). Ό,τι κι αν έγραψα ή ανάρτησα για τον Δημήτρη Λιαντίνη, όσες ενστάσεις κι αν ήγειρα για κάποιες (πολύ συγκεκριμένες) θέσεις του, το έκανα μέσα σε πνεύμα ακαδημαϊκής ευπρέπειας κι εντιμότητας, με αναγνώριση της εξαιρετικής ιδιοφυΐας του και του τεράστιου μεγέθους του στο χώρο των ελληνικών γραμμάτων. Πάνω απ' όλα, το έκανα με απόλυτη ανιδιοτέλεια! Και ειλικρινά πιστεύω ότι το σύντομο video που δημοσίευσα κάποτε, για το οποίο τόσο στοχοποιήθηκα κι έγινα αποδέκτης λυσσώδους πολεμικής από το liantinis.org, έκανε πολύ μικρότερη ζημιά στην υστεροφημία του Δασκάλου σε σύγκριση με το βιβλίο που μοσχοπούλησε ο "αρχιερέας" του παραπάνω site, στο οποίο (βιβλίο) περιέχονται ιδιωτικές επιστολές και άλλα προσωπικά δεδομένα του Λιαντίνη που είναι άκρως αμφίβολο αν ο ίδιος θα ήθελε ποτέ να βγουν στο φως!

Εγώ, τουλάχιστον, τον Λιαντίνη ποτέ δεν τον εμπορεύτηκα! Μα ούτε καν αυτό μου αναγνωρίστηκε ως ελαφρυντικό από εκείνους και - κυρίως - εκείνες που με σταύρωσαν αγνοώντας ή παραβλέποντας κάτι πολύ σημαντικό: Πως, το χειρότερο που μπορεί να κάνει ένας ακαδημαϊκός σε έναν άλλο δεν είναι να τον κρίνει, μα να τον αγνοήσει!

Κ.Π.