Τετάρτη 20 Μαΐου 2026
Surviving: A Family in Crisis (1985)
Κυριακή 8 Μαρτίου 2026
Πόσο εκτιμά η γυναίκα την ευγένεια στον ανδρικό χαρακτήρα;
Πίσω από το αποκρουστικό μοντέλο του σκληρού και βίαιου άντρα, θα πρέπει να αναζητήσει η γυναίκα και το (όποιο) δικό της μερίδιο ευθύνης στη διαμόρφωση του κυρίαρχου αρσενικού προτύπου...
Προς αποφυγή παρερμηνείας των προθέσεων του γράφοντος, θα πρέπει να τονίσω κλείνοντας το παρόν σημείωμα ότι αυτό δεν αναφέρεται στο σύνολο των γυναικών, αλλά σε μία (όχι ευκαταφρόνητη, δυστυχώς) μειοψηφία τους. Δεν αφορά, έτσι, τη γυναίκα που πραγματικά σέβεται τον εαυτό της και θέλει δίπλα της έναν άντρα με ισχυρή προσωπικότητα, αυτοπεποίθηση, ευφυΐα και ευθύτητα χαρακτήρα. Εκείνη, δηλαδή, που δεν θα μπορούσε ποτέ να αισθάνεται εκπληρωμένη δίπλα σε έναν κατά βάση ανεξέλικτο απόγονο του Νεάντερταλ!
Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025
Πεθαίνει ο έρωτας μέσα στον γάμο; Ή μήπως αυτοκτονεί;
Πεθαίνει από φυσικά αίτια ο έρωτας μέσα στον γάμο; Ή μήπως αυτοκτονεί λόγω συνειδητής αμέλειας; (Μια αντισυμβατική ανάλυση)
– Οφείλεις να με ακολουθείς στις κοινωνικές / συγγενικές μου υποχρεώσεις, έστω και αν δεν αισθάνεσαι βολικά. Τι θα πουν αν με δουν να εμφανίζομαι μόνος / μόνη μου;
– Καλά είναι τα χόμπι κι ο ελεύθερος χρόνος, όταν δεν έχεις υποχρεώσεις. Τώρα υπάρχουν άλλες προτεραιότητες!
– Πήγαινε φτιάξ' το μόνος σου! Κουλός είσαι;
Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025
Στην Κέρκυρα χάθηκε η ντροπή...
Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2024
Ζητείται εξουσία που να μη χαϊδεύει τους εχθρούς της κοινωνίας. Υπάρχει;
Τρίτη 20 Αυγούστου 2024
«Γουοκισμός»: Αφύπνιση ή νέος ολοκληρωτισμός;
Αν και διακηρυγμένος στόχος του κινήματος “Woke” είναι η κατάργηση των κοινωνικών διακρίσεων, στην πράξη ο «γουοκισμός» επιδιώκει να επιβάλει την μειοψηφική άποψη ως μοναδική και καθολικά αποδεκτή αλήθεια.
Κυριακή 16 Ιουνίου 2024
«Υπερηφάνεια», ή μήπως ρατσισμός αλά καρτ;
Είναι θεμιτό και, τελικά, δίκαιο να δηλώνει κάποιος υπερήφανος για ένα επίτευγμά του. Αν είναι γονιός, μπορεί να αισθάνεται υπερήφανος ακόμα και για τα επιτεύγματα των παιδιών του.
Τι μπορούμε να πούμε, όμως, για εκείνον που δηλώνει υπερήφανος για ιδιότητες που δεν επέλεξε ο ίδιος να έχει, αλλά του τις δώρισε η Φύση ή οι συγκυρίες της ζωής;
Για παράδειγμα, αν κάποιος εκφράζει υπερηφάνεια για το ότι ανήκει στη λευκή φυλή, είναι σαν να υπονοεί ότι θεωρεί τη φυλή αυτή ανώτερη από τις υπόλοιπες και, συνεπώς, όλοι όσοι δεν ανήκουν σε αυτήν αποτελούν κατώτερο είδος ανθρώπου. Πρόκειται για ξεκάθαρη περίπτωση ρατσισμού που, σε κάποιες ιστορικές περιπτώσεις (π.χ. Ναζιστική Γερμανία, Νότια Αφρική, νότιες πολιτείες των ΗΠΑ, κλπ) έλαβε ακραίες διαστάσεις.
Πέρα από το χρώμα της επιδερμίδας, όμως, υπάρχουν άφθονα παραδείγματα κοινωνικού ρατσισμού. Π.χ., η αλαζονεία του ευειδούς ατόμου απέναντι στο μη-ευειδές [1]. Ή, η κομπορρημοσύνη του πλουσιόπαιδου μπροστά στο παιδί μιας φτωχής οικογένειας. Και, πάνω απ' όλα, η κοινωνική αναλγησία που συχνά αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρία. Γενικά, η κατωτεροποίηση του άλλου - ή, ισοδύναμα, η ανύψωση του εαυτού - λόγω μη-επιλεγμένων ιδιοτήτων που το κάθε άτομο φέρει, συνιστά τον ορισμό της έννοιας του ρατσισμού [2,3].
Με βάση επιστημονικές θεωρήσεις, τις οποίες δεν έχουμε λόγο (ούτε και δυνατότητα) να αμφισβητήσουμε, η σεξουαλική ταυτότητα ενός ατόμου είναι σύμφυτο - άρα μη-επιλεγμένο - χαρακτηριστικό. Όταν λοιπόν ένα άτομο δηλώνει υπερήφανο για την σεξουαλική του ταυτότητα, υπονοεί ευθέως ότι μία φυσική του ιδιότητα το καθιστά ανώτερο από εκείνους που δεν την διαθέτουν. Μπορούμε να πούμε, έτσι, ότι το άτομο αυτό επιδεικνύει ρατσιστική συμπεριφορά.
Εδώ όμως προκύπτει μία σαφής καταστρατήγηση της έννοιας της κοινωνικής ισότητας: Η δήλωση υπερηφάνειας καταγγέλλεται ως ρατσιστική πράξη όταν εκφέρεται από άτομα με συγκεκριμένη σεξουαλική ταυτότητα - εκείνους, δηλαδή, που έλκονται από το αντίθετο φύλο (με την βιολογική και όχι την "κοινωνική" σημασία της λέξης "φύλο") - ενώ, αντίθετα, η σεξουαλική υπερηφάνεια χαιρετίζεται ως κοινωνικό θέσφατο όταν διαδηλώνεται μαζικά από άτομα με διαφορετικούς σεξουαλικούς προσανατολισμούς. Με άλλα λόγια, η έκφραση υπερηφάνειας βάσει σεξουαλικών κριτηρίων συνιστά ρατσισμό αλά καρτ. Εξαρτάται από το ποιος δηλώνει "υπερήφανος"!
Και μένουμε να αναρωτιόμαστε, κουνώντας μελαγχολικά το κεφάλι, γιατί ανέβηκαν τόσο πολύ τα ποσοστά κάποιων ακραίων κομμάτων στις χώρες της δημοκρατικής Ευρώπης...
[1] https://www.tovima.gr/2023/11/20/opinions/o-adonis-kai-o-ratsismos-tis-eikonas/
[2] https://www.tovima.gr/2014/03/07/international/a-conceptual-approach-to-racism/
[3] https://www.tovima.gr/2013/02/25/opinions/ratsismos-ennoiologiki-proseggisi-mias-etiketas/
Κυριακή 26 Μαΐου 2024
Τα αναπάντητα ερωτήματα για τη θρησκεία | Στη Νικολέτα που έφυγε θλιμμένη...
Απόσπασμα από άρθρο του 2012 στο ΒΗΜΑ. Αφιερώνεται στη μνήμη της 17χρονης Νικολέτας, που έπεσε από μια γέφυρα στην Κρήτη γιατί δεν άντεξε τον σκληρό κόσμο που της ετοιμάσαμε. Και την οποία η "χριστιανική" εκκλησία αρνήθηκε να "διαβάσει" στην κηδεία της, επιφυλάσσοντας το προνόμιο αυτό ακόμα και σε τεθνεώτες δολοφόνους...
Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2023
Ο άγνωστος που έπεσε στις γραμμές του τραίνου...
Κανείς δεν τον γνώρισε. Υπήρξε μόνο σαν προσωρινή παρακώλυση κυκλοφορίας στο Μετρό. Μετά πέθανε, χωρίς ποτέ να μάθουμε το γιατί...
«Η κίνηση στη Γραμμή Χ του Μετρό διεξάγεται προσωρινά μέχρι τον σταθμό Ψ, λόγω πτώσης ατόμου στις γραμμές.»
Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2023
Η λέξη που σβήστηκε απ' το τραγούδι... | Πολιτική ορθότητα ή συμβολισμός;
Ρατσισμός της εικόνας: ένα είδος που κανένας αντιρατσιστικός νόμος δεν προβλέπει. Τα θύματα δεν είναι καν απαραίτητο να βρίσκονται εδώ ως μετανάστες...
Κυριακή 23 Απριλίου 2023
Εκτιμά στ' αλήθεια η γυναίκα την ευγένεια στον ανδρικό χαρακτήρα;
Προτού η γυναίκα καταδικάσει (ορθώς!) τον σκληρό και βίαιο άντρα, ας αναγνωρίσει το δικό της μερίδιο ευθύνης στη διαμόρφωση του ανδρικού στερεότυπου...
Παρασκευή 17 Ιουνίου 2022
Δηλαδή, τι το φοβερό είπε ο Μανώλης Μητσιάς;
Άγριο μπούλινγκ - με υβριστικούς, μάλιστα, χαρακτηρισμούς - δέχθηκε από "προοδευτικούς" κύκλους ο γνωστός τραγουδιστής Μανώλης Μητσιάς, με αφορμή μια πρόσφατη τοποθέτησή του στο πλαίσιο τηλεοπτικής συνέντευξης:
"Δεν με πειράζει αν κάποιος είναι ομοφυλόφιλος, αρκεί να μην προκαλεί. Κάνε ό,τι θες στη ζωή, αλλά μην προκαλείς. Κανείς δεν πάει να εξετάσει το βράδυ με ποιον κοιμάται ο άλλος, ο καθένας έχει τη δική του ζωή και μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, (αρκεί όμως) να μην προκαλείς."
Πέραν από αυτονόητες αντιδράσεις από γνωστές "κοινότητες" και αυτόκλητους διαδικτυακούς "εισαγγελείς", υπήρξαν καυστικά σχόλια ακόμα και σε συστημικά μέσα ενημέρωσης. Αναφέρω, ενδεικτικά, ένα μάλλον εμπαθές κείμενο του Δημήτρη Ρηγόπουλου στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, με τον ειρωνικό τίτλο "Έσχατες παραχωρήσεις". Σταχυολογώ μερικά αποσπάσματα:
Ο Μανώλης Μητσιάς έγινε κομιστής ενός καραμπινάτου ομοφοβικού κλισέ, που συχνά διατυπώνεται ελαφρά τη καρδία επειδή αυτός που το ξεστομίζει πιστεύει ακράδαντα ότι λέει κάτι πολύ υποστηρικτικό και φιλελεύθερο. Ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Το «δεν έχω κανένα πρόβλημα μαζί τους αρκεί να μην προκαλούν» είναι η επιτομή ενός, ας πούμε, καλοσυνάτου, κεκαλυμμένου ρατσισμού, που τις περισσότερες φορές εκφέρεται αφελώς με το επένδυμα μιας έσχατης παραχώρησης.
Αυτός που το διατυπώνει θεωρεί ενδόμυχα ότι έχει κάνει κάποιου είδους υπερφυσικό, επώδυνο, εσωτερικό συμβιβασμό: δεν τους φτύνουμε στον δρόμο, δεν χασκογελάμε μπροστά τους, δεν τους πλακώνουμε στο ξύλο, αλλά ας μας κάνουν τη χάρη, ας δείξουν ότι αναγνωρίζουν τη γενναιοδωρία μας και τουλάχιστον ας μην «προκαλούν».
Δηλαδή να μην αγκαλιάζονται μπροστά σ’ εμάς και στα παιδιά μας, να μην επιβάλλουν την ενοχλητική τους παρουσία, να μη θέλουν να παντρευτούν ή να υιοθετήσουν παιδιά. Να ζουν όπως ο «Αχιλλέας από το Κάιρο» του ομότεχνου Κώστα Τουρνά· κρυμμένοι, αθέατοι και ακίνδυνοι στα σκοτεινά υπόγεια της δεκαετίας του ’70.
Κανείς από τους πρόθυμους κριτές δεν μπήκε στον κόπο να εξετάσει αν η τοποθέτηση του Μητσιά αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τους φέροντες ερωτικές ιδιαιτερότητες (συγνώμη αν ενοχλεί ο όρος, αλλά τον θεωρώ απολύτως δόκιμο) ή αφορούσε κάτι πολύ γενικότερο: την προάσπιση του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα για κάθε μορφή ερωτικής συμπεριφοράς! Γιατί, όταν αυτοθέλητα παραιτούμαστε από αυτό το δικαίωμα εκθέτοντας τις ερωτικές μας ανταλλαγές σε κοινή θέα, στρώνουμε το χαλί σε εκείνους που θα ήταν πρόθυμοι να μας το αμφισβητήσουν. Με άλλα λόγια, εκείνους που πιστεύουν ότι ο ιδιωτικός βίος είναι μάλλον παραχώρηση προς τον πολίτη, παρά κατοχυρωμένο, αδιαμφισβήτητο και αναφαίρετο δικαίωμά του!
Όχι για να υπερασπιστώ τον Μητσιά (δεν το έχει ανάγκη) αλλά για να συνεισφέρω μερικούς προβληματισμούς πάνω στο επίμαχο ζήτημα, παραθέτω ολόκληρο ένα άρθρο μου του 2015 στο ΒΗΜΑ:
------------------------------------------------
Πάω πολλά χρόνια πίσω... Ένας συμφοιτητής και καλός φίλος από την παρέα τα «είχε φτιάξει» με μια κοπέλα μικρότερης ηλικίας. Καταπιεσμένοι κι οι δύο από τις συντηρητικές οικογένειές τους, βρήκαν έναν τρόπο να βγάλουν το άχτι τους στον γενικό συντηρητισμό της εποχής: Επέλεγαν τα δημόσια μέσα μεταφοράς ως τον πλέον δόκιμο χώρο για να εκφράσουν το «πάθος τους» με μακρόσυρτα φιλιά και περιπαθείς (στα όρια του επιτρεπτού) περιπτύξεις.
Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι, όπως ομολογούσε ο φίλος, απολάμβαναν και οι δύο τα ενοχλημένα βλέμματα των υπόλοιπων επιβατών. Θα έλεγε κανείς πως, με τον τρόπο τους, τιμωρούσαν την κοινωνία για την έλλειψη ανοχής απέναντι στη δημόσια έκθεση διαπροσωπικών καταστάσεων που, από τη φύση τους, θα έπρεπε – κατά την κοινωνία πάντα – να εκφράζονται με την δέουσα ιδιωτικότητα.
Σήμερα, τα όρια ανοχής έχουν διευρυνθεί σημαντικά. Τόσο ώστε η απροκάλυπτη εκδήλωση ερωτικών διαθέσεων σε κοινή θέα να μην είναι, πλέον, τρόπος αντίδρασης αλλά αποτέλεσμα ενσυνείδητης παραίτησης από το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα. Μια παραίτηση που γίνεται ελαφρά τη καρδία, βέβαια, με δεδομένη την ευκολία με την οποία ο σύγχρονος άνθρωπος ακυρώνει το περιβάλλον του στεγανοποιώντας επιλεκτικά τη συνείδησή του...
Μια νέα πρόκληση, όμως, έρχεται να θέσει και πάλι σε δοκιμασία την κοινωνική ανεκτικότητα απέναντι στην απο-ιδιωτικοποίηση των ερωτικών σχέσεων. Τούτη τη φορά, μάλιστα, ο πήχης στέκει ψηλότερα, αφού ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας καλείται να συμφιλιωθεί με την εικόνα ανοικτής έκφρασης ερωτικών αισθημάτων ανάμεσα σε ομόφυλα άτομα. Κάποιοι θα χαρακτήριζαν τον μη-δυνάμενο να συμφιλιωθεί ως απλά συντηρητικό. Πολλοί, εν τούτοις, θα έσπευδαν να του κολλήσουν μια ακόμα χειρότερη ετικέτα: αυτή του «ρατσιστή». Ή, εν προκειμένω, του «σεξιστή».
Στη χώρα μας υπάρχουν πλέον νόμοι που προστατεύουν και διασφαλίζουν το δικαίωμα στη διαφορετικότητα. Θα έπρεπε, ίσως, να υπήρχαν και νόμοι που να προστατεύουν το δικαίωμα της ένστασης για τη διαχείριση της διαφορετικότητας από τους ίδιους τους φορείς της! Προϋπόθεση: Ο τρόπος έκφρασης της διαφωνίας να μην προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και να μην περιλαμβάνει ή υποκινεί συμπεριφορές που θα μπορούσαν αντικειμενικά να χαρακτηριστούν ως ρατσιστικές [1,2].
Αν το ζητούμενο για την κοινωνία είναι η αποκατάσταση της ισότητας και η δίκαιη κατανομή της ελευθερίας, τότε θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από όλους η αμφίδρομη ισχύς ενός κοινωνικού δικαιώματος. Συγκεκριμένα, αν κάποιος διεκδικεί την απόλυτη ελευθερία στη δημόσια έκθεση προσωπικών του ιδιαιτεροτήτων, τότε και κάποιος άλλος μπορεί εξίσου να αξιώσει την ελευθερία στην έκφραση απαρέσκειας για συμπεριφορές προ των οποίων τίθεται και οι οποίες (για τους όποιους λόγους) τον ενοχλούν.
Για παράδειγμα, έχω δικαίωμα να αλλάξω θέση στο λεωφορείο αν πλάι μου τεκταίνεται κάτι που δεν είναι συμβατό με την προσωπική μου αισθητική, χωρίς καν να υποχρεούμαι να υποκριθώ, π.χ., ότι με ενοχλεί ο ήλιος ή ότι πρόκειται να κατέβω στην επόμενη στάση. Το ίδιο σε έναν κινηματογράφο, ακόμα και μέσα στο χώρο του Κοινοβουλίου! Όπως δικαιούμαι, εν γένει, να εκφράζω δημόσια τις αντιρρήσεις μου για μια κοινωνική συμπεριφορά με την οποία δεν συμφωνώ, αρκεί βέβαια να μην παραβιάζω τις αυτονόητες προϋποθέσεις σεβασμού της προσωπικότητας που τέθηκαν πιο πάνω.
Η (ρητορική ή έμπρακτη) ένστασή μου αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ρατσιστική, αφού ο ρατσισμός αφορά χαρακτηριστικά τα οποία δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής εκείνου που τα φέρει. Και η δημόσια συμπεριφορά είναι θέμα επιλογής του καθενός μας!
Έτσι, όσο ηθικά και νομικά καταδικαστέα είναι η πράξη της εξύβρισης ενός ανθρώπου λόγω των σεξουαλικών του προσανατολισμών, άλλο τόσο καταδικαστέα (θα πρέπει να) είναι η άκριτη επικόλληση υβριστικών ετικετών όπως «ρατσιστής», «σεξιστής» ή «φασίστας» σε όποιον τολμά να εκφράζει με τη δέουσα ευπρέπεια την αντίθεσή του στον τρόπο προβολής των ερωτικών ιδιαιτεροτήτων από τους φορείς τους.
Προς αποφυγή τυχόν παρεξηγήσεων, τονίζω ότι η επίλυση ενός χρονίζοντος νομικού προβλήματος με άμεσες κοινωνικές συνέπειες είναι κάτι που ασφαλώς οφείλουμε όλοι να χαιρετίσουμε. Οι θριαμβολογίες, όμως, όπως και κάποιες άκομψες προκλήσεις εκ μέρους των δικαιωθέντων, αποδυναμώνουν τις προοπτικές καθολικής αποδοχής των θέσεών τους και, εν τέλει, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός ακόμα διχασμού στην κοινωνία.
Εκτός, βέβαια, αν η πρόκληση καθαυτή είναι το ζητούμενο, εν είδει τιμωρίας σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να αποδεχθεί και να ενσωματώσει κάποιες μορφές διαφορετικότητας. Κάτι σαν τα μάλλον συμπλεγματικά κίνητρα της ανώριμης συμπεριφοράς των φίλων των φοιτητικών χρόνων...
[1] Ρατσισμός: Εννοιολογική προσέγγιση μιας ετικέτας
Κυριακή 5 Ιουνίου 2022
Τρίτη 17 Μαΐου 2022
Κάτι πρέπει να γίνει με αυτούς!
Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2021
Το απευκταίο lockdown και οι ευθύνες μας ως κοινωνίας!
Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2021
Όταν η αντιεμβολιαστική γελοιότητα γίνεται αντιεμβολιαστική αθλιότητα...
Δεν γνωρίζω τον συντάκτη του κειμένου. Είναι, πάντως, ό,τι αθλιότερο έχω διαβάσει σε "τοίχους" αντιεμβολιαστών στο Facebook...
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΡΙΝΟΚΕΡΟΣ«Καθόλου παράδοξο πού ὁ Σερβετάλης ἀποσύρθηκε ἀπτήν παράσταση τοῦ ἔργου "Ρινόκερος".Ἀκριβῶς αὐτό ἔπρεπε νά κάνει, ἀφοῦ ὁ Ρουμάνος συγγραφέας Εὐγένιος Ἰονέσκο μέ τό ἀριστούργημα του στιγμάτιζε τούς ἀνθρώπους ἐκείνους πού ὑπό κάποιες συνθῆκες μετατρέπονται σέ ἀπάνθρωπα τέρατα πού εἶναι ἔτοιμα νά κατασπαράξουν τούς συνανθρώπους τους.Στό ἔργο, ὅλοι αὐτοί οἱ ἁπλοί καθημερινοί ἄνθρωποι πού ἀποκτηνώνονταν μεταμορφωνόντουσαν σέ ...ρινόκερους. Στό τέλος, ὁ πρωταγωνιστῆς, ἄν θυμάμαι καλά, ἔβλεπε παντού ρινόκερους καί φώναζε ἀπεγνωσμένα ὅτι δέν θέλει νά μεταμορφωθεῖ.Ὁ Σερβετάλης ἀπέδειξε ὅτι δέν ἔγινε ρινόκερος. Σέ ἀντίθεση μέ τούς συνεργάτες του καί, φυσικά, μέ τήν συντριπτική πλειονότητα τῶν ἐμβολιασμένων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ κόπτονται τάχα γιά τούς μαύρους, τούς λαθρομετανάστες, τούς ὀμφυλόφιλους κλπ κλπ, στηρίζει ὅλα αὐτά τά τρισάθλια, ρατσιστικά καί ἀπάνθρωπα μέτρα τῆς κυβέρνησης κατά τῶν Μη ἐμβολιασμένων.»
"...τούς ἀνθρώπους ἐκείνους πού ὑπό κάποιες συνθῆκες μετατρέπονται σέ ἀπάνθρωπα τέρατα πού εἶναι ἔτοιμα νά κατασπαράξουν τούς συνανθρώπους τους""...ἄνθρωποι πού ἀποκτηνώνονταν...""Σέ ἀντίθεση μέ (...) τήν συντριπτική πλειονότητα τῶν ἐμβολιασμένων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι (...) στηρίζει (sic) ὅλα αὐτά τά τρισάθλια, ρατσιστικά καί ἀπάνθρωπα μέτρα τῆς κυβέρνησης κατά τῶν Μη ἐμβολιασμένων"
Τρίτη 3 Αυγούστου 2021
Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020
Η "βλάβη" αναλογεί στον λαό, ή μήπως στην ευθυκρισία μου;
Σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης έθεσα πρόσφατα το εμφανώς ρητορικό ερώτημα, "ποιος είναι ο πιο βλαμμένος λαός του κόσμου". Για να εισπράξω από μαθητή μου την προτροπή - νουθεσία να μην επιτρέπω στον "θυμό μου" να καταργεί την ευθεία κρίση μου! Αυτή είναι μία συμβουλή που συνήθως δίνω εγώ στους μαθητές μου, αλλά τούτο θα το προσπεράσω...
Πριν απ' όλα, κάποιες γλωσσικές κι εννοιολογικές επισημάνσεις. Το "βλαμμένος", εκδημοτικισμός τού "βεβλαμμένος", είναι παθητική μετοχή τού "βλάπτω". Σημαίνει κάτι ή κάποιον που έχει υποστεί βλάβη. Η βλάβη δεν είναι εγγενής ιδιότητα αλλά αποτέλεσμα κάποιας μεταβολής που υποβιβάζει την ποιότητα ενός αντικειμένου. Για παράδειγμα, μιλούμε για βλάβη στην υγεία ή την υπόληψη ενός ανθρώπου, στη λειτουργία ενός μηχανήματος, στην οικονομία μιας χώρας, κλπ. Έτσι, η διαπίστωση μίας βλάβης προϋποθέτει σύγκριση ανάμεσα σε προγενέστερες και τρέχουσες καταστάσεις.
Είναι ιστορικά παραδεκτό ότι οι Έλληνες πρώτοι εισήγαγαν δύο πολύ σημαντικά μεγέθη στο αξιακό σύστημα της ανθρωπότητας: την λογική και το μέτρο (και τα δύο πιστώνονται στον Αριστοτέλη, αν και ο Σωκράτης είχε ήδη βάλει τις βάσεις).
Λογική σημαίνει ορθή διαχείριση και αξιολόγηση της πληροφορίας, των δεδομένων, δηλαδή, που καταγράφονται μέσω της παρατήρησης. Από κει και πέρα, το μέτρο θέτει τα αναγκαία όρια στην έμπρακτη ανταπόκριση του έλλογου όντος στην πληροφορία που φτάνει σε αυτό.
Για παράδειγμα, την ώρα του διαγωνίσματος ένας φοιτητής μου σκύβει αναζητώντας κάτι κάτω από το θρανίο του. Χωρίς να χάσω χρόνο, του μηδενίζω το γραπτό κατηγορώντας τον για αντιγραφή, τον στέλνω έξω από την αίθουσα και ζητώ την αποβολή του από τη σχολή. Αργότερα αποδεικνύεται ότι ο σπουδαστής είχε απλά σκύψει να πάρει ένα χαρτομάντιλο γιατί άνοιξε η μύτη του! Εδώ έχουμε παραβίαση τόσο της λογικής όσο και του μέτρου. Αφενός, δεν επεξεργάστηκα επαρκώς ένα φαινόμενο για το οποίο είχα μόνο μερική αντίληψη. Αφετέρου, επέδειξα υπερβάλλοντα ζήλο αντιδρώντας σε αυτό που (έστω) νόμισα ότι προσέλαβα...
Πάμε τώρα στο ζητούμενο:
Η Ελλάδα πέρασε πρόσφατα δύο μείζονες εθνικές κρίσεις που απείλησαν την ύπαρξή της: μία οικονομική και, αμέσως μετά, μία υγειονομική (η οποία συνεχίζεται, με αβέβαιο το τέλος της). Τα γεγονότα είναι γνωστά και δεν θα τα επαναλάβω εδώ. Θέτω, τώρα, στον αναγνώστη το εξής ερώτημα:
Η αξιολόγηση από την πλειοψηφία του ελληνικού λαού των δεδομένων που αφορούσαν ή αφορούν, ανάλογα, τις δύο κρίσεις, καθώς και οι συνακόλουθες αντιδράσεις του λαού στα δεδομένα αυτά, ήταν και είναι σύμφωνες με το πνεύμα της λογικής και του μέτρου που δίδαξαν οι σοφοί αυτού του τόπου στους πολίτες του κόσμου;
Αν η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική, τότε αποδέχομαι ταπεινά τον χαρακτηρισμό του ανθρώπου που βάζει τον προσωπικό του "θυμό" πάνω από την ορθή κρίση (όπως παρατήρησε ο μαθητής μου) και το αίσθημα δικαιοσύνης (όπως μου επεσήμανε διαδικτυακή φίλη).
Με άλλα λόγια, η επίδικη ιδιότητα του "βεβλαμμένου" δεν αφορά, εν τέλει, το - σε ιστορική κλίμακα - επίπεδο ωριμότητας ενός λαού, αλλά την αντιληπτική ικανότητα ενός δασκάλου! Καιρός ίσως να σιωπήσουμε...
Πέμπτη 30 Απριλίου 2020
ΤΟ ΒΗΜΑ - Θα ήταν φιλελεύθερο μέτρο ο περιορισμός των ηλικιωμένων;
Διάχυτη ήταν την περασμένη εβδομάδα η εντύπωση ότι η κυβέρνηση λάμβανε εισηγήσεις για εξαίρεση των «ηλικιωμένων» (κατά πληροφορίες, ως τέτοιοι ορίζονταν οι άνω των 65 χρόνων) από την χαλάρωση των μέτρων περιορισμού για τον COVID-19. Δεν είμαστε, φυσικά, σε θέση να αξιολογήσουμε τις εισηγήσεις αυτές από επιδημιολογική άποψη, καθώς δεν διαθέτουμε τις απαραίτητες γνώσεις. Μπορούμε, όμως, να σχολιάσουμε τις ιδεολογικές και πολιτικές διαστάσεις που θα είχε η υιοθέτησή τους από την πολιτεία, στην περίπτωση που η τελευταία είχε πειστεί να τις εφαρμόσει.
Με τον τρόπο, τουλάχιστον, που το ζήτημα είχε τεθεί δημοσίως, τα μέτρα (συνεχιζόμενου ή και διευρυμένου) περιορισμού των ηλικιωμένων δεν θα αφορούσαν την προστασία της υπόλοιπης κοινωνίας από τους ηλικιωμένους αλλά την προστασία των ίδιων των ηλικιωμένων, οι οποίοι ανήκουν στις λεγόμενες «ευπαθείς ομάδες» του πληθυσμού. Όπως διατυπώθηκε με σχεδόν ποιητικό τρόπο, οι άνθρωποι αυτοί «θα αργούσαν να αγκαλιάσουν τα εγγόνια τους για τη δική τους ασφάλεια και το δικό τους καλό».
Εδώ προκύπτουν, καταρχάς, μερικά ερωτήματα πρακτικής φύσης:
1. Με ποιους τρόπους θα μπορούσε η πολιτεία να ελέγχει την συμμόρφωση των ηλικιωμένων με τα νέα μέτρα επιλεκτικού περιορισμού; Θα σταματούσε, π.χ., στους δρόμους η αστυνομία πεζούς και οδηγούς που «έδειχναν ηλικιωμένοι» για να κάνει έλεγχο του έτους γέννησης στις ταυτότητες; Και, τι ποινικές συνέπειες θα επέφερε η άρνηση κάποιων ηλικιωμένων να «αυτο-προστατευτούν»; Θα πλήρωναν απλό πρόστιμο ή θα σύρονταν και στα δικαστήρια;
2. Σε ουκ ολίγες περιπτώσεις οι ηλικιωμένοι ζουν μαζί με τα (ή διαμένουν κοντά στα) εγγόνια τους, τα οποία, λόγω της αυξημένης κινητικότητας των παιδιών, αποτελούν κατ’ εξοχήν δυνητικούς μεταδότες του ιού. Με ποιον τρόπο τα νέα μέτρα περιορισμού θα διασφάλιζαν την προστασία των ηλικιωμένων από πιθανή μετάδοση σε αυτούς; Θα απαγορευόταν δια νόμου η επαφή τους με τα παιδιά εντός της ίδιας της οικίας τους;
Όμως, το ζήτημα θα μπορούσε να λάβει σοβαρές διαστάσεις και από τη σκοπιά της ιδεολογικής και πολιτικής συνέπειας. Το παρόν σύστημα διακυβέρνησης ήρθε στην εξουσία κρατώντας τη σημαία του φιλελευθερισμού. Ερώτηση: Θα ήταν ο εκ μέρους της πολιτείας επιβαλλόμενος περιορισμός των ηλικιωμένων, με σκοπό τη δική τους προστασία, συμβατός με τις αρχές του φιλελευθερισμού; Αν όχι, τυχόν εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου θα αναδείκνυε την «αλά καρτ» υιοθέτηση μιας ιδεολογίας από το σύστημα εξουσίας, η πίστη στην οποία ιδεολογία θα έπρεπε, εν τούτοις, να αναδεικνύεται σε κάθε περίπτωση. Ιδιαίτερα μάλιστα υπό τις δυσχερέστερες των περιστάσεων…
Ζητώντας απαντήσεις στα πιο πάνω ερωτήματα, ανατρέχουμε σε ένα εξαιρετικό σύγγραμμα αναφοράς, το βιβλίο «Φιλελευθερισμός» του Αριστείδη Χατζή. Κι εκεί διαβάζουμε μία θεμελιώδη θέση αρχής («αρχή της βλάβης») όπως την διατύπωσε ο εκ των πατέρων του Φιλελευθερισμού, John Stuart Mill (1806–1873) στο σύγγραμμά του «Περί ελευθερίας»:
«Ο μοναδικός σκοπός χάριν του οποίου νομιμοποιείται το κράτος να περιορίσει την ελευθερία του ατόμου παρά τη θέληση του τελευταίου, είναι για να αποτρέψει τη βλάβη σε άλλα άτομα. Δεν νομιμοποιείται όμως το κράτος να περιορίσει την ελευθερία του ατόμου για το ‘δικό του καλό’ (σωματικό ή ηθικό). Δεν δικαιούται να το υποχρεώσει να κάνει ή να μην κάνει κάτι διότι υποτίθεται πως έτσι θα είναι καλύτερα γι’ αυτό (…). Το άτομο είναι κυρίαρχο πάνω στον εαυτό του, πάνω στο σώμα του και στο μυαλό του.»
Όταν, λοιπόν, ένα σύστημα εξουσίας διατείνεται ότι επιβάλλει μέτρα προστασίας σε μία κοινωνική ομάδα «για το δικό της καλό», παύει εκ των πραγμάτων να ονομάζεται φιλελεύθερο. Εκτός αν παραδεχθεί ανοιχτά ότι το επικαλούμενο «καλό» της ομάδας δεν είναι παρά σχήμα λόγου, του οποίου η χρήση γίνεται προσχηματικά με σκοπό να αποκρυβούν αδυναμίες του ίδιου του συστήματος.
Είναι σημαντικό να σημειώσουμε εδώ ότι τα μέτρα γενικού περιορισμού του πληθυσμού που προηγήθηκαν (σε αυτά περιλαμβάνεται και αυτό της αυστηρής καραντίνας σε κάποιες περιπτώσεις) δεν αντίκεινται προς τις αρχές του φιλελευθερισμού, αφού οι υφιστάμενοι τον περιορισμό (όλοι εμείς, δηλαδή) δεν ήταν μόνο υποψήφια θύματα αλλά και υποψήφιοι μεταδότες της νόσου. Για να το θέσουμε απλά, δεν κλείστηκαν μέσα «για το καλό τους» και μόνο αλλά και για να μη βλάψουν άλλους. Η παρούσα συζήτηση αφορά αποκλειστικά τον επιλεκτικό περιορισμό των ηλικιωμένων (καθώς και άλλων ευπαθών ομάδων) για δική τους και μόνο προστασία.
Πριν λίγες μέρες αποπειράθηκα να θέσω το εξής – όχι ρητορικό – ερώτημα σε γνωστό μέσο κοινωνικής δικτύωσης:
Έχει δικαίωμα ένα σύστημα εξουσίας να περιορίζει την ελευθερία κάποιου «για το καλό του»; Και αν ναι, δικαιούται το σύστημα αυτό να δηλώνει φιλελεύθερο;
Από χρήστη του μέσου έλαβα την εξής απάντηση:
«Το ίδιο δικαίωμα που έχει, για παράδειγμα, να επιβάλλει τη χρήση ζώνης ασφαλείας και κράνους. Είναι υποχρέωση του κράτους να μεριμνά για τη ζωή των πολιτών.»
Το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος προφανώς προσπεράστηκε ως μη έχον σημασία, πράγμα αναμενόμενο υπό συνθήκες ακραίας υγειονομικής κρίσης όπου το αποτέλεσμα της αντιμετώπισης φέρει απείρως μεγαλύτερο βάρος από την ιδεολογική συνέπειά της. Εν τούτοις, το ζήτημα είναι δυνατό να προκαλέσει αμηχανία στους θεωρητικούς του Φιλελευθερισμού: Έχει ή όχι το κράτος την υποχρέωση να παρέμβει όταν ένας πολίτης δρα με τρόπο που θα μπορούσε να βλάψει την υγεία του ή να απειλήσει τη ζωή του;
Ο Α. Χατζής αφιερώνει ιδιαίτερη συζήτηση σε αυτό που ονομάζει κρατικό «πατερναλισμό». Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα όπου αναλύεται και καταρρίπτεται ένα σαθρό, κατά τον συγγραφέα, αντι-φιλελεύθερο επιχείρημα:
«Πολλοί ισχυρίζονται ότι το κράτος δικαιολογείται να είναι πατερναλιστικό γιατί εκπροσωπεί την κοινωνία που έχει συμφέρον στην προστασία των μελών της, ακόμα κι αν αυτά δεν την αποδέχονται. Μεταξύ των άλλων, διότι, όταν τα μέλη της θα υποστούν τις συνέπειες λανθασμένων επιλογών, η κοινωνία θα κληθεί να τους προσφέρει ένα δίχτυ ασφαλείας, αφού δεν μπορεί να τα εγκαταλείψει στις συνέπειες των καταστροφικών επιλογών τους.»
Και συνεχίζει:
«Αν δεν φοράς ζώνη ασφαλείας, θα πρέπει να σε περιθάλψει ένα δημόσιο νοσοκομείο αν εμπλακείς σε ατύχημα και τραυματιστείς. (…) Όμως, αν αυτό είναι ένα κριτήριο το οποίο θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη, τότε οπωσδήποτε θα πρέπει να απαγορεύσουμε ολοκληρωτικά το κάπνισμα. Διότι το κοινωνικό κόστος είναι τεράστιο σε ανθρώπινες ζωές αλλά και για το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Αν το καλοσκεφτούμε, θα πρέπει να απαγορεύσουμε επίσης το αλκοόλ, το κόκκινο κρέας, τις τηγανητές πατάτες και τα γλυκά.»
Και καταλήγει:
«Ο φιλελεύθερος δεν αρνείται ότι η ελευθερία έχει κόστος, αλλά τη θεωρεί τόσο συνυφασμένη με την προσωπικότητα του ανθρώπου, τόσο πολύτιμη, που είναι έτοιμος να αναλάβει αυτό το κόστος. Όχι όμως μόνο γιατί το όφελος από την ελευθερία είναι σχεδόν πάντα πολύ μεγαλύτερο από το κόστος, αλλά κυρίως γιατί η ελευθερία έχει μια αυτόνομη αξία.»
Γυρνώντας στο αρχικό μας θέμα, θα πρέπει να τονίσουμε και πάλι ότι σκοπός αυτού του σημειώματος δεν είναι να κρίνει κατά πόσον ένας επιβαλλόμενος από την πολιτεία περιορισμός στην ελευθερία μετακίνησης των ηλικιωμένων θα μπορούσε να είχε αποδειχθεί ευεργετικός για τη ζωή και την υγεία τους, αλλά να εξετάσει σε καθαρά θεωρητική βάση αν μία τέτοια περιοριστική πολιτική, με τον τρόπο που αυτή αιτιολογήθηκε, θα ήταν σύμφωνη με τις αρχές του ακραιφνούς φιλελευθερισμού, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί το δηλωμένο ιδεολογικό στίγμα της παρούσας κυβέρνησης.
Και θεωρούμε ότι θα ήταν τεράστια ηθική – και, εν τέλει, πολιτική – ήττα για οποιαδήποτε κυβέρνηση να βγει να δηλώσει ότι οι ιδεολογίες καταργούνται στην πράξη κάτω από κρίσιμες περιστάσεις. Τουναντίον, είναι αυτές ακριβώς οι περιστάσεις που δοκιμάζουν τις αντοχές των ιδεολογιών και τις κάνουν να ξεχωρίζουν από μεγάλα λόγια εκ του ασφαλούς ειπωμένα!
Όμως, πέρα από τις όποιες φιλοσοφικές αναλύσεις, η δύση της ζωής είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και κάθε σύστημα εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικού προσανατολισμού, οφείλει να την αντιμετωπίζει με σεβασμό και ευαισθησία. Ακόμα περισσότερο όταν την – λίγη ή πολλή – ζωή που απομένει έρχεται ξαφνικά να απειλήσει κάτι που ως λίγο πριν φαινόταν προνόμιο: η ελευθερία. Όση, έστω, η αμείλικτη Φύση επιτρέπει να υπάρχει ακόμα…
(Στη μνήμη της Ιφιγένειας Χ., που δεν πρόλαβε να ζήσει τη φρίκη…)
ΤΟ ΒΗΜΑ









