Οι ειδικοί της ψυχικής υγείας μάς προτρέπουν - και σωστά - να ακολουθούμε πάντα τον εαυτό μας. Πόσο όμως είμαστε πρόθυμοι να πληρώσουμε το τίμημα της αυτο-συνέπειας; Μια μουσικο-φιλοσοφική ανάλυση στο κορυφαίο και πιο σύνθετο μουσικό δράμα του Ρίχαρντ Βάγκνερ.
Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου
Η γυναίκα στην κουπαστή
Το αεράκι που φυσούσε στο κατάστρωμα μετρίαζε κάπως την αυγουστιάτικη ζέστη. Την πρόσεξα καθώς ήταν ακουμπισμένη στην κουπαστή, κοιτώντας μάλλον αφηρημένα προς το πέλαγος. Ήταν ωραία γυναίκα, ίσως η ωραιότερη που είχα δει. Κάποιος τη φώναξε, κι έτσι έμαθα τ’ όνομά της. Είχε κάτι από θάλασσα...
Από δύο ηλικιωμένες κυρίες που «κουτσομπόλευαν» μεγαλόφωνα στον απέναντι πάγκο, έμαθα την ιστορία της:
– Αυτή που βλέπεις, Μαρία μου, την πάντρεψαν μικρή με έναν πολύ πλούσιο. Δεν ήξερε τι είχε, σου λέω! Και κάποιο καλοκαίρι γνώρισε εκεί στο νησί έναν μουζικάντη. Μπατίρης, δηλαδή. Εκείνη όμως ξετρελάθηκε. Πήγε η άμυαλη στον άντρα της ευθύς και του ζήτησε διαζύγιο. Εκείνος την έδιωξε, κρατώντας το παιδί. Δεν το ξανάδε από τότε... Όσο για τον προκομμένο, τη βαρέθηκε και μετά από δυο χρόνια γνώρισε μια αρτίστα και την παράτησε. Λένε πως έχασε τα λογικά της, η δόλια, και πηγαινοέρχεται μόνη της χειμώνα – καλοκαίρι από την πόλη στο νησί...
Η τραγική εικόνα της ωραίας γυναίκας που ταξίδευε σαν χαμένη στις θάλασσες, πληρώνοντας το τίμημα του έρωτα, μου έφερε τότε αυτόματα στο νου το καλλιτεχνικό δημιούργημα που κήρυξε επανάσταση στη Δυτική μουσική, χαράζοντας αποφασιστικά όλη τη μετέπειτα πορεία της – από τα λυρικά θέατρα και τις αίθουσες συναυλιών, ως τους κινηματογράφους και τις οθόνες της τηλεόρασης...
Μια επανάσταση στη μουσική
Αλλόκοτο πλάσμα ο άνθρωπος. Το πιο αλλόκοτο της Φύσης. Το μόνο που μπορεί να μετατρέψει τα αυτονόητα σε υψηλούς υπαρξιακούς στόχους. Τίποτα δεν φανερώνει τούτη την αλήθεια όσο η φράση – κλισέ, «ακολούθησε τον εαυτό σου»! Ναι, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, δεν συμβαίνει συχνά να ακολουθούμε τον εαυτό μας. Είτε γιατί δεν τον γνωρίζουμε, είτε γιατί θυσιάζουμε συνειδητά την ελευθερία μας στο βωμό συμβάσεων που μας καθιστούν αποδεκτούς ως μέλη μιας κοινωνίας. Η απόδραση από τον ψεύτικο κόσμο των συμβάσεων στον αληθινό της ελευθερίας που βιώνεται μέσω του έρωτα, είναι το κεντρικό θέμα της πιο σύνθετης – μουσικά και φιλοσοφικά – όπερας του Ρίχαρντ Βάγκνερ.
Ίσως η σπουδαιότερη μουσική που γράφτηκε ποτέ, το μουσικό δράμα «Τριστάνος και Ιζόλδη» (Tristan und Isolde) είναι ένα έργο τόσο περίπλοκο που δύσκολα θα μπορούσε να χωρέσει σε μία σύντομη ανάλυση. Το ορχηστρικό πρελούδιο της πρώτης πράξης θεωρείται επανάσταση που γκρέμισε τα στεγανά της κλασικής μουσικής αρμονίας – αν και δεν θα πρέπει να αγνοούμε τα προφητικά κουαρτέτα του Μότσαρτ τα αφιερωμένα στον Χάυδν (όπου, μάλιστα, σε ένα από αυτά, K.428, ακούγεται το ίδιο το θέμα του «Τριστάνου»!), όπως και τα πιανιστικά πρελούδια του Σοπέν με τις αρμονικές τολμηρότητές τους.
Το πρελούδιο του «Τριστάνου» αφήνει άφωνο τον ακροατή και με την δεξιότητα της αντιστικτικής γραφής του Βάγκνερ που, όπως γράφει σε μία ανάλυσή του ο Λέοναρντ Μπερνστάιν, «κάνει τις τρίχες του κεφαλιού να σηκωθούν»! Στην κορύφωση της δραματικής έντασης της μουσικής, χτίζεται ένα απίστευτα περίπλοκο αρμονικό οικοδόμημα με μουσικά θέματα που εισάγονται διαδοχικά, με τρόπο ώστε κάθε νέα «φωνή» να εμπλουτίζει αντί να υπονομεύει τις ευαίσθητες αρμονικές ισορροπίες των υπολοίπων. Και η έκφραση του Μπερνστάιν κάθε άλλο παρά σχήμα λόγου αποδεικνύεται!
Τα σύμβολα πίσω από το δράμα
Η όπερα του Βάγκνερ, όμως, δεν εξαντλεί τη μεγαλοσύνη της στην ωραιότητα της μουσικής. Ο «Τριστάνος» είναι και ποίηση και – κυρίως – φιλοσοφία. Περιγράφει μία διαλεκτική σύγκρουση ανάμεσα στα σύμβολα της μέρας και της νύχτας, του φωτός και του σκότους. Και, για τους μυημένους, το φως εδώ δεν είναι το «καλό», ούτε το σκοτάδι το «κακό». Ίσως ακριβώς το αντίθετο. «Αυτό το φως... πάρτε αυτό το φως!», φωνάζει ο Τριστάνος καθώς αργοπεθαίνει...
Το δίπολο μέρας – νύχτας συμβολίζει την αντίθεση ανάμεσα στην επίφαση και την ουσία, την εικόνα και την αλήθεια, τη λογική και το συναίσθημα, το «πρέπει» και το «θέλω», τις συμβάσεις και την ελευθερία, την τιμή και τον έρωτα. Έναν έρωτα που στην κορύφωσή του καταργεί κάθε έννοια ατομικότητας.
Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη τη μέρα ζουν στον ψεύτικο και υποκριτικό κόσμο των συμβάσεων, όπου η «τιμή» είναι η ανταμοιβή για την τυφλή υποταγή στους κανόνες. Εκείνη πρέπει να δείχνει σαν πιστή σύζυγος του περίλαμπρου βασιλιά Μάρκε… Εκείνος, σαν πιστός υπερασπιστής της τιμής του μονάρχη και θείου του… Το σκοτάδι της νύχτας, όμως, φέρνει στην επιφάνεια τους αληθινούς εαυτούς των δύο εραστών. Υπάρχει μόνο ο Τριστάνος και η Ιζόλδη, και τίποτ’ άλλο στον κόσμο. Κι όταν ακόμα η συμβατική τιμή του Τριστάνου χαθεί για πάντα, εκείνη θα διαλέξει και πάλι να τον ακολουθήσει στον δικό του, αιώνια σκοτεινό κόσμο, ίσαμε τον θάνατο…
Το δίπολο «έρωτας – θάνατος» κυριαρχεί σε ολόκληρη την όπερα. Τούτη τη φορά οι έννοιες βρίσκονται σε σύζευξη, σε αντίθεση με το απόλυτα διαζευκτικό «φως – σκοτάδι». Ο έρωτας και ο θάνατος σύντροφοι αχώριστοι, έτσι που ο δεύτερος να αποτελεί ηθικό προαπαιτούμενο για τον πρώτο. Μία ιδέα που καλλιέργησε επίμονα στα συγγράμματα και τις διαλέξεις του και ο Δ. Λιαντίνης – κι ας του ασκήσαμε κάποτε έντονη κριτική για τούτο...
Πόσος Σοπενχάουερ υπάρχει στον «Τριστάνο»;
Ο έρωτας, αυτή η υπέρτατη βίωση της ευτυχίας, είναι λοιπόν η άλλη όψη του θανάτου; Για κάποιους φιλοσόφους, τούτο αποτελεί ιερή κι αιώνια αλήθεια. Αυτή την αλήθεια εκφράζει με το μουσικό του δράμα ο Βάγκνερ. Που, κάτω από την επιφανειακά αλαζονική φύση του έκρυβε πάντα τον υπαρξιακό πόνο ενός βαθύ γνώστη του στοχασμού του Σοπενχάουερ.
Η επίδραση του Σοπενχάουερ στη φιλοσοφική σύλληψη του «Τριστάνου» έχει συζητηθεί ευρύτατα (δείτε, π.χ., το εξαίρετο βιβλίο του Γ. Μανιάτη [1]). Θα πρέπει, εν τούτοις, να προσεγγίζουμε το ζήτημα με έναν βαθμό σκεπτικισμού. Κατά τον Σοπενχάουερ, ο θάνατος λυτρώνει τον κόσμο από τα δεινά του έρωτα. Στον «Τριστάνο» συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: ο θάνατος λυτρώνει τον έρωτα από τα δεινά του κόσμου!
Στην πρώτη περίπτωση ο έρωτας είναι ο θύτης. Ωθώντας τον άνθρωπο σε μία ατέρμονη διαδικασία αναπαραγωγής, ευθύνεται για την διαιώνιση του πόνου και της αθλιότητας της ζωής. Έτσι, η μόνη λύτρωση του ανθρώπου από τα επίγεια βάσανα είναι ο θάνατος.
Στη δεύτερη περίπτωση ο έρωτας είναι θύμα των ανθρώπινων συμβάσεων, ειδικά εκείνων που σχετίζονται με το αίσθημα της τιμής και των κοινωνικών κωδίκων που απορρέουν από αυτό. Ο θάνατος λειτουργεί εδώ σαν όχημα απόδρασης από τον επιφατικό κόσμο των συμβάσεων σε έναν κόσμο ελευθερίας, μέσα στον οποίο οι δύο εραστές αποκτούν τη δυνατότητα να βιώσουν τη δική τους, μοναδική αλήθεια. Το δηλητήριο που μεταστοιχειώνεται σε ερωτικό φίλτρο συμβολίζει ακριβώς τη λύτρωση του ερωτικού πάθους μέσω του θανάτου, αφού μόνο με τον θάνατο μπορεί το πάθος να αποκτήσει αιώνια ζωή.
Το δώρο...
Το πλοίο έφτανε ήδη στην ακτή. Θυμήθηκα το καράβι που πήγαινε την Ιζόλδη νύφη νεκροζώντανη στην Κορνουάλη, στην πρώτη πράξη της όπερας. Μια «Ιζόλδη» που έβλεπα τώρα μπροστά μου τρισδιάστατη, ακουμπισμένη στην κουπαστή. Χαμένη κάπου στο χθες, αιώνια θλιμμένη.
Γιατί, ο έρωτας δεν είναι δώρο που μας δίνεται. Εμείς είμαστε δώρα που δίνονται στον έρωτα. Έστω κι αν γνωρίζουμε καλά πόσο η προσφορά αυτή κοστίζει...
[1] Γ. Μανιάτης, Ρίχαρντ Βάγκνερ: Το «Καθαρά Ανθρώπινο» (Πολύτροπον, 2004).
Φιλοσοφικά μιλώντας, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε μία αιτιοκρατική και μία τελεολογική ερμηνεία των φαινομένων.
Ως αιτιοκρατία χαρακτηρίζουμε την φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία το κάθε τι που συμβαίνει καθορίζεται απόλυτα από προηγούμενες αιτίες και δεν γίνεται κατά τρόπο τυχαίο. Αν ονομάσουμε Α το αίτιο και Β το αποτέλεσμα, τότε μπορούμε να πούμε ότι το Β συνέβη επειδή προηγήθηκε το Α. Δηλαδή, το αίτιο καθορίζει το αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με την τελεολογία, από την άλλη μεριά, τα πάντα στον κόσμο διέπονται από έναν σκοπό, προς εκπλήρωση του οποίου τείνουν. Δηλαδή, όλα τα φαινόμενα υπηρετούν μία προκαθορισμένη σκοπιμότητα. Έτσι, αν πάλι ονομάσουμε Α το αίτιο και Β το αποτέλεσμα, τότε λέμε ότι το Α συνέβη ώστε να επακολουθήσει το Β. Με άλλα λόγια, το αίτιο δικαιώνεται από το αποτέλεσμα.
Ο Αϊνστάιν είπε ότι ο κοσμικός χρόνος αρχίζει τη στιγμή της γέννησης του Σύμπαντος. Αν δεχθούμε ότι κάθε ανθρώπινο ον είναι ένα μικρό "σύμπαν" - αφού φέρει το DNA του μεγάλου Σύμπαντος - τότε μπορούμε να πούμε ότι ο προσωπικός χρόνος για κάθε άνθρωπο αρχίζει με τη γέννηση και τελειώνει με τον θάνατο. Ο θάνατος, δηλαδή, είναι η μετάβαση από το χρονικό στο άχρονο. Εκεί όπου παύει η διάκριση ανάμεσα σε παρελθόν και μέλλον, αφού καταργείται η κοσμική αιτιότητα1 που διαχωρίζει το "πριν" από το "μετά". Μαζί με τον χρόνο χάνει το νόημά του και ο χώρος, καθώς εκλείπει κάθε φυσικό όριο που θα μπορούσε να διαχωρίσει το "εδώ" από το "εκεί".
Ο Δημήτρης Λιαντίνης, βασισμένος στον πλατωνικό Σωκράτη, δίδαξε ότι σκοπός της φιλοσοφίας είναι η μελέτη του θανάτου. Το μόνο που μπορεί να μελετήσει η φιλοσοφία, εν τούτοις, είναι ο στοχασμός του Ανθρώπου πάνω στον θάνατο. Γιατί, ένας γήινος νους δεν θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει απόλυτα μία μεταφυσική συνθήκη που έχει εξ ορισμού καταργημένα τα ίδια τα δομικά στοιχεία της ανθρώπινης νόησης. Με άλλα λόγια, όσο και αν το προσπαθήσει, ο Άνθρωπος είναι αδύνατο να στοχαστεί έξω από το πλαίσιο που ορίζουν ο χώρος και ο χρόνος. Ακόμα κι ο ίδιος ο Αϊνστάιν δεν το κατόρθωσε (αν και λέγεται πως, σε κάποιο βαθμό, το προσέγγισε φιλοσοφικά καθώς πλησίαζε το τέλος)...
1 Π.χ., ο δεύτερος θερμοδυναμικός νόμος, η διαστολή του σύμπαντος, η εξάπλωση της κβαντικής κυματοσυνάρτησης, κλπ. Δείτε ένα σχετικό άρθρο:
Αν και διακηρυγμένος στόχος του κινήματος “Woke” είναι η κατάργηση των κοινωνικών διακρίσεων, στην πράξη ο «γουοκισμός» επιδιώκει να επιβάλει την μειοψηφική άποψη ως μοναδική και καθολικά αποδεκτή αλήθεια.
Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου
Το λεξικό των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι πάντα δεκτικό σε νέες προσθήκες. Ειδικά αν έχουν την τάση να προκαλούν διχασμούς στην κοινωνία, χωρίζοντάς την σχεδόν μανιχαϊστικά σε «θύτες» και «θύματα» (η λέξη «ρατσισμός», που έφτασε να υπερασπίζεται ακόμα και το «δικαίωμα» των καπνιστών να βλάπτουν την υγεία των άλλων σε δημόσιους χώρους, είναι ένα κλασικό παράδειγμα).
Τα τελευταία χρόνια το λεξικό εμπλουτίστηκε με μια λέξη που ηχεί παράξενα: «γουοκισμός». Αναφέρεται στο λεγόμενο κίνημα “Woke”, που σημαίνει αφύπνιση (ή επαγρύπνηση) απέναντι σε κάθε μορφή διάκρισης εις βάρος των κοινωνικών μειονοτήτων (εθνοτικών, πολιτισμικών, θρησκευτικών, σεξουαλικών, κλπ). Το “woke” προέρχεται από την αγγλική λέξη “to wake”, που σημαίνει ξυπνώ, αφυπνίζω.
Ο γουοκισμός εστιάζει σε μειοψηφικές κοινωνικές ομάδες τις οποίες θεωρεί ότι υπόκεινται σε «διάκριση» και «καταπίεση». Κάθε ομάδα ορίζεται με βάση ένα κοινό χαρακτηριστικό το οποίο, υποτίθεται, κατωτεροποιεί την ομάδα στη συνείδηση της υπόλοιπης κοινωνίας. Το χαρακτηριστικό αυτό μπορεί να είναι το φύλο, η φυλή, η θρησκεία, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, κλπ. Η επιχείρηση άρσης της διάκρισης γίνεται σε δύο επίπεδα, ένα ηθικό / ιδεολογικό και ένα πολιτικό.
Κατά πρώτον, τίθεται σε αμφισβήτηση αυτό τούτο το χαρακτηριστικό που ορίζει την ομάδα. Για παράδειγμα, αν η ομάδα περιλαμβάνει άτομα που δυσφορούν για το βιολογικό φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννησή τους, η woke απάντηση είναι ότι βιολογικό φύλο δεν υφίσταται ως αντικειμενική έννοια αλλά το «φύλο» ενός ατόμου ορίζεται κατά το δοκούν, με βάση τις επιθυμίες και το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του ίδιου του ατόμου (θεωρία του «κοινωνικού φύλου»). Σαν άλλο παράδειγμα, η υπεράσπιση του «δικαιώματος» στην (συχνά παράνομη) μετανάστευση επιστρατεύει το ιδεολόγημα των «ανοιχτών συνόρων», αφού «η Γη ανήκει σε όλους».
Σε επόμενο ηθικό / ιδεολογικό επίπεδο, επιδιώκεται η καθολική ενοχοποίηση της κοινωνικής πλειοψηφίας, εκείνων δηλαδή που δεν ανήκουν στην «καταπιεζόμενη» μειονοτική ομάδα. Έτσι, π.χ., αν είσαι λευκός Ευρωπαίος, είσαι εξ ορισμού και «κληρονομικώ δικαιώματι» συνυπεύθυνος για όλα τα εγκλήματα ρατσισμού και αποικιοκρατίας που διέπραξαν ακόμα και οι μακρινοί πρόγονοί σου! Ο ιστορικός ρατσισμός, δηλαδή, αντισταθμίζεται με έναν αντίστροφο ρατσισμό που εναλλάσσει τους ρόλους θύτη και θύματος. Επίσης, αν τυχόν είσαι ετεροφυλόφιλος, κουβαλάς οπωσδήποτε στο DNA σου την ρατσιστική προκατάληψη όλων των «στρέιτ» απέναντι στις άλλες σεξουαλικές ταυτότητες.
Φυσικά, η ηθική απαξίωση της πλειοψηφίας συνεπάγεται αυτόματα την ηθική υπεροχή της μειονοτικής ομάδας. Και, το αίσθημα ηθικής υπεροχής οδηγεί σε πολιτική διεκδίκηση. (Την πολιτικοποίηση της «ηθικής» την βιώσαμε πριν μερικά χρόνια στη χώρα μας, αλλά σε καθαρά πολιτικό επίπεδο.) Πρώτο θύμα πολιτικής δράσης είναι η ελευθερία του λόγου, η οποία καταργείται de jure με βάση το δόγμα της «πολιτικής ορθότητας», και de facto με τη δράση ακτιβιστικών ομάδων που εμποδίζουν κάθε δημόσια έκφραση μη-αρεστών απόψεων, με τρόπους που θυμίζουν τα διαβόητα τάγματα εφόδου μιας άλλης εποχής. Οδηγούμαστε έτσι στη λεγόμενη «κουλτούρα της ακύρωσης» (“cancel culture”), δηλαδή την απαγόρευση κάθε εκφοράς δημόσιου λόγου που δεν υπηρετεί τους σκοπούς του «δικαιωματισμού» (φαινόμενο που απαντάται ιδιαίτερα στους ακαδημαϊκούς χώρους).
Ακολουθεί η προσπάθεια χειραγώγησης της εκπαίδευσης, με στόχο την ενσωμάτωση και διδασκαλία συχνά αντι-επιστημονικών θέσεων που απηχούν τα ιδεολογικά δόγματα κοινωνικών μειοψηφιών (όπως, π.χ., η «θεωρία του φύλου», σύμφωνα με την οποία, όπως προαναφέραμε, το φύλο του ανθρώπου δεν καθορίζεται από την ίδια τη Φύση αλλά από τη βούληση του ατόμου). Έως ότου επιτευχθεί ο απώτατος στόχος: η μειοψηφική θέση να αποκτήσει επίσημο θεσμικό χαρακτήρα, έτσι ώστε η αποδοχή της να καταστεί υποχρεωτική για το σύνολο της κοινωνίας. Και, όπως επισημαίνει η Nathalie Heinich [1], η εξαναγκαστική επιβολή μιας μειοψηφικής ιδεολογίας στο σύνολο μιας κοινωνίας αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του ολοκληρωτισμού.
Αν και διακηρυγμένος στόχος του, λοιπόν, είναι η κατάργηση της περιθωριοποίησης και η συμπεριληπτικότητα, στην πράξη ο γουοκισμός επιδιώκει να επιβάλει την μειοψηφική άποψη ως μοναδική και καθολικά αποδεκτή αλήθεια, την οποία οφείλουν να υπερασπίζονται ακόμα και οι νόμοι της πολιτείας. Οποιαδήποτε έκφραση αμφισβήτησης, συνεπώς, θα συνεπάγεται τιμωρία. Έτσι, π.χ., ένας δάσκαλος θα είναι δυνατό να χάνει τη θέση του αν αρνείται να διδάξει σε μικρά παιδιά την «θεωρία του φύλου». Ο ναζισμός και ο σταλινισμός χαμογελούν ειρωνικά από τα σκοτεινά υπόγεια της Ιστορίας...
Κλείνω το σημείωμα με μία, ας την πούμε, φιλοσοφική νότα. Όπως έχουμε αναφέρει, ένα από τα ιδεολογικά μέσα που χρησιμοποιεί ο γουοκισμός στη μάχη κατά των κοινωνικών ανισοτήτων είναι η αμφισβήτηση της σημασίας των χαρακτηριστικών που διαφοροποιούν τους ανθρώπους και οδηγούν σε διακρίσεις. Στόχος είναι, δηλαδή, η επίτευξη δικαιοσύνης μέσω μίας όσο το δυνατόν μεγαλύτερης κοινωνικής ομοιομορφίας. Εν τούτοις, οι ίδιοι οι νόμοι της Φύσης μάς διδάσκουν ότι, ακόμα και σε συμπαντικό επίπεδο, η πορεία προς την ομοιομορφία είναι πορεία προς τον θάνατο, σύμφωνα με το δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα [2].
Στην κλίμακα του ανθρώπινου μικρόκοσμου, μία μορφή ανομοιομορφίας είναι ο βιολογικός διαχωρισμός του είδους σε δύο απόλυτα διακριτά φύλα. Το να αμφισβητούμε, χάριν ομογενοποίησης, αυτόν τον διαχωρισμό, αφαιρώντας από την έννοια «άνθρωπος» την ιδιότητα «φύλο» (βιολογικό και όχι «κοινωνικό», φυσικά!), είναι σαν να απορρίπτουμε το στοιχείο που εξασφαλίζει τη συνέχεια του είδους, σαν να επιθυμούμε το τέλος του Ανθρώπου. Και μάλιστα, πριν αποφασίσει να πεθάνει το ίδιο το Σύμπαν, σε συμμόρφωση με τον δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο. Μαζί με την παράνοια των πολέμων και την κλιματική κρίση, ο Άνθρωπος μοιάζει για μία ακόμα φορά να γίνεται νομοθέτης της αυτοκαταστροφής του!
[1] Nathalie Heinich, «Γουοκισμός: ο νέος ολοκληρωτισμός;» (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2023).
Με αφορμή την δημόσια υπερ-προβολή επίπλαστης "ευτυχίας" από ένα ζεύγος μεγαλοδικηγόρων, όπου τελικά ο σύζυγος λίγο έλειψε να χριστεί γυναικοκτόνος, ήρθε πρόσφατα στο προσκήνιο μία παλιά, σοφή ρήση της Μαλβίνας Κάραλη (της οποίας το ταμπεραμέντο, ομολογώ, ουδέποτε συμπάθησα ιδιαίτερα):
«Είμαι καχύποπτη με όσους διαφημίζουν υπερβολικά την ευτυχία τους!»
Παίρνοντας αφορμή από αυτό, ανάρτησα την ακόλουθη πρόταση στο Facebook:
Τα δύο πιο αθόρυβα πράγματα στον κόσμο είναι η αληθινή ευτυχία και ο αληθινός έρωτας!
Για να εισπράξω "πληρωμένη" απάντηση από την καλή φίλη, συνάδελφο και συν-φιλόσοφο, Δ.Κ.:
«Το θέμα είναι, όμως, πώς ορίζει κάποιος την έννοια του αληθινού...»
Με άλλα λόγια, υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα, ή μήπως τα πάντα είναι προβολές ενός απροσδιόριστου υποκείμενου κόσμου, που μορφοποιούνται ανάλογα με την οπτική γωνία του καθενός μας;
Έχοντας μελετήσει κβαντομηχανική, δύσκολα θα μπορούσα να απορρίψω καταρχήν το διαζευκτικό σκέλος του πιο πάνω ερωτήματος. Όμως, επειδή η κβαντομηχανική αφορά τον μικρόκοσμο - στον οποίο πολλά από τα αυτονόητα της καθημερινής μας εμπειρίας παύουν να ισχύουν - θα παραμείνω με ασφάλεια στον "Νευτώνειο" κόσμο της καθημερινότητάς μας.
Το τι είναι "αληθινό" δεν επιδέχεται μονοσήμαντο ορισμό. Θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε την έννοια αυτή από διαφορετικές σκοπιές που λειτουργούν συμπληρωματικά και, συντιθέμενες, οδηγούν σε μία κατά το δυνατόν ευρεία αντίληψη της ιδέας του αληθινού.
1. Η επιστημονική (αντικειμενική) αντίληψη: Αληθινό είναι αυτό που, όπως ένα θεώρημα των μαθηματικών, αντέχει σε κάθε αποδεικτική διαδικασία και ανθίσταται σε κάθε απόπειρα διάψευσής του. Αν κάποιος, λ.χ., που ισχυρίζεται ότι είναι "απόλυτα έντιμος" βρεθεί έστω και μία φορά να εξαπατά τους συνανθρώπους του, τότε ο πιο πάνω ισχυρισμός του αποδεικνύεται μη-αληθής.
2. Η επικοινωνιακή αντίληψη: Αληθινό είναι αυτό που προβάλλεται προς τα έξω δίχως ανάγκη μεταμφίεσης, ως σταθερή και αυτόνομη εικόνα, ανεξάρτητα από το κοινωνικό υποσύνολο που κατά περίσταση αποτελεί αποδέκτη της προβολής. Για παράδειγμα, αν, ενώ είμαι κατηφής στο άμεσο περιβάλλον μου, επιστρατεύω ένα στιγμιαίο χαμόγελο για τις ανάγκες μιας φωτογράφισης με σκοπό την ανάρτησή της στα social media, η ψυχική διάθεση που προβάλλω στους διαδικτυακούς "φίλους" μου είναι προφανώς αναληθής.
3. Η αυτογνωστική αντίληψη: Αληθινό είναι ό,τι κρύβεται μέσα μας και δεν ζητά να αποδείξει ή να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Αν πιστεύω, λ.χ., ότι έχω κάνει σωστές επιλογές ζωής, συμβατές με τις αρχές μου αλλά και με τα όρια των δυνατοτήτων μου, ακολουθώ συνειδητά και σταθερά τον δρόμο που εγώ ο ίδιος έχω χαράξει και δεν ζητώ την έγκριση των άλλων. Αυτός είναι ο δικός μου, αληθινός δρόμος!
4. Η δογματική αντίληψη: Αληθινό είναι αποκλειστικά και μόνο αυτό που υπαγορεύεται από ένα κατεστημένο σύστημα αρχών και ιδεών, όπως λ.χ. μία θρησκεία ή μια αυταρχική πολιτική ιδεολογία. Τα παραδείγματα εδώ περιττεύουν...
Ο αναγνώστης ας εμπλουτίσει την πολύπλευρη εννοιολογία του "αληθινού" με δικές του προτάσεις. Και ίσως βρούμε κάποτε μία ικανοποιητική απάντηση στο κριτικό ερώτημα που έθεσε εν είδει πνευματικής πρόκλησης η φίλη μαθηματικός!
Ο Ρομπέρ Γκεντιγκιάν μάς είχε γοητεύσει πριν λίγα χρόνια με το μαγευτικό φιλμ "Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο". Έτσι, πήγαμε με μεγάλο ενδιαφέρον και εύλογες προσδοκίες να δούμε "Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα" (La Villa, Γαλλία 2017).
Η υπόθεση είναι απλή, με κάποιες - συνειδητές ή όχι - αναφορές στον "Βυσσινόκηπο" του Τσέχοφ. Τρία αδέλφια - δύο άντρες και μία γυναίκα, αποξενωμένα από χρόνια, ξανασυναντούνται στο πατρικό σπίτι σε μία πανέμορφη παραθαλάσσια τοποθεσία κοντά στη Μασσαλία, με αφορμή την σοβαρή ασθένεια του πατέρα τους. Ο καθένας τους έχει να παλέψει με τους δικούς του δαίμονες από το παρελθόν, που χρόνια τον στοιχειώνουν υπόγεια και τώρα ξυπνούν ξανά. Όμως, η ανθρωπιά που κρύβουν μέσα τους έρχεται, τελικά, να θεραπεύσει τις πληγές...
Παρά τις αδυναμίες της (θα τις αναφέρουμε πιο κάτω) σε σύγκριση, τουλάχιστον, με το αριστουργηματικό "Κιλιμάντζαρο", η ταινία φέρει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κινηματογραφικής φιλοσοφίας του Γκεντιγκιάν, στην οποία ο σκηνοθέτης μένει πιστός και, από την άποψη αυτή, είναι απόλυτα συνεπής με το προσωπικό του ύφος. Στα μάτια του θεατή ξετυλίγεται και πάλι μια καθαρτήρια, λυτρωτική διαδρομή από την άρνηση στην κατάφαση, από την πικρία στη συμφιλίωση, από το σκοτάδι στο φως, κι ακόμα - γιατί όχι; - από τον θάνατο στη ζωή! Παράλληλα, μέσα από την υπαρξιακή αυτή πορεία αναδεικνύεται η ωραιότητα της ανθρώπινης ψυχής.
Έτσι, σε ό,τι αφορά την φιλοσοφική προσέγγιση του Γκεντιγκιάν, θα μπορούσαμε να επαναλάβουμε λέξη προς λέξη τα περισσότερα από εκείνα που είχαμε γράψει στις 22-3-2012 στο "Βήμα", στην κριτική μας τοποθέτηση πάνω στα "Χιόνια του Κιλιμάντζαρο" (αφαιρώ τις λίγες φράσεις που αναφέρονται σε εκείνη ειδικά την ταινία):
--------------------------------
Το ερώτημα είναι απλό και απέχει πολύ απ’ το να είναι ρητορικό: Η Τέχνη μιμείται τη ζωή, ή η ζωή την Τέχνη; Οι οπαδοί του ρεαλισμού θα επιλέξουν ανεπιφύλακτα την πρώτη εκδοχή: η ζωή είναι γεμάτη ασχήμιες, τις οποίες οφείλει να αποτυπώνει χωρίς τεχνητές ωραιοποιήσεις η Τέχνη (είναι μάλιστα θεμιτό ακόμα και να υπερθεματίζει μέχρις υπερβολής στην καταγραφή τους, αν αυτό υπηρετεί καλύτερα τους στόχους της).
Συχνά, τα όρια ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον πεσιμισμό είναι δυσδιάκριτα για τον δημιουργό του έργου Τέχνης. Ειδικά στον κινηματογράφο, ο θεατής πρέπει να φύγει από την αίθουσα με σκοτεινές σκέψεις και αισθήματα ματαιότητας και αρνητικής ψυχικής φόρτισης. Το happy ending είναι ταμπού, και το θετικό μήνυμα δυσεύρετο (αφού η ίδια η ζωή δεν το εμπεριέχει). Από το σύμπλεγμα αυτό δεν ξέφυγε ούτε μια κατά τα άλλα αξιόλογη Ελληνική ταινία, που όμως δύσκολα θα την κατέτασσε κανείς καταρχήν στη σχολή του ρεαλισμού: η "Πολίτικη Κουζίνα"!
Στον αντίποδα του ρεαλισμού ορθώνεται ο ιδεαλισμός, μια φιλοσοφική αντίληψη που επιφυλάσσει στην Τέχνη έναν ευγενέστερο και πιο φιλόδοξο ρόλο: να δημιουργεί υψηλά πρότυπα σκέψης και συμπεριφοράς, προσφέροντας παράλληλα και τα ψυχολογικά, ιδεολογικά κι αισθητικά κίνητρα στον άνθρωπο ώστε να υπερβεί τις εγγενείς αδυναμίες της φύσης του και να προσεγγίσει τα πρότυπα αυτά.
Η εξαιρετική ταινία του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν (...) ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στις δύο αυτές, αντίθετες φιλοσοφικές τάσεις. Από τη μία, οι σκληρές πραγματικότητες της εποχής (...) Από την άλλη – και αυτά είναι τα στοιχεία που αναδεικνύει προοδευτικά η ταινία ως την καθαρτήρια κατάληξή της – παρελαύνουν από τα μάτια του θεατή σκηνές απίστευτης ομορφιάς όπου θριαμβεύει η φιλία, η ανθρωπιά, η συγχώρεση, η αλληλεγγύη (...). Μα, πάνω απ’ όλα, η αγάπη, ο έρωτας και η σύμπνοια που κρατούν ζωντανό ένα γάμο μέσα στο χρόνο κι ενάντια στις δοκιμασίες της ζωής!
Φύγαμε από τον κινηματογράφο γεμάτοι από αισθήματα που αναπλάθουν την ψυχή, και σκέψεις που θέτουν σε εγρήγορση την συνειδητότητα. Αφήνοντας οριστικά πίσω μας τις οδυνηρές μνήμες νοσηρών ταινιών του Χάνεκε, ή ακόμα νοσηρότερων δημιουργιών των αδελφών Κοέν...
--------------------------------
Σε ό,τι αφορά τον πολιτικό προβληματισμό τού Γκεντιγκιάν στη νέα ταινία, το κέντρο βάρους έχει τώρα μετατοπιστεί από τη διάψευση, κυρίως, των οραμάτων της Αριστεράς μέσα σε έναν αναδυόμενο, ακραία νεοφιλελεύθερο κόσμο, στις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο Δυτικός κόσμος μπροστά στην έκρηξη του μεταναστευτικού προβλήματος (με κάποιες επιφανειακές αναφορές και στο ζήτημα του ρατσισμού). Εν τούτοις, όπως αναφέραμε στην αρχή, από την ταινία δεν λείπουν και κάποια αδύνατα σημεία. Η αφήγηση στο πρώτο μέρος είναι κατά κύριο λόγο διαλογική (θα λέγαμε, δίνει την εντύπωση θεατρικής παράστασης σε φυσικό, εξωτερικό χώρο) και η υπόθεση "σέρνεται", με αποτέλεσμα να κουράζει κάπως τον θεατή (ο οποίος, πάντως, αποζημιώνεται γενναιόδωρα στη συνέχεια!). Επίσης, το σενάριο αφήνει μια αίσθηση τεχνητής "συγκόλλησης" καταστάσεων που είναι σε μεγάλο βαθμό ασύνδετες μεταξύ τους και δύσκολα μπορεί να δει κανείς με ποιον τρόπο αλληλο-επηρεάζονται.
Αυτό που μένει, όμως, στο τέλος είναι το θετικό μήνυμα πως αξίζει τον κόπο να αλλάξουμε τη ζωή μας προκειμένου να φέρουμε στο φως την ανθρώπινη πλευρά που ίσως αγνοούμε πως κρύβεται μέσα μας. Φυσικά, μια τέτοια ιδεαλιστική προσέγγιση στην Τέχνη δεν εκφράζει το μεγαλύτερο μέρος των δημιουργών, των κριτικών, αλλά και του ίδιου του κοινού. (Από πολύ κοντινό μου πρόσωπο άκουσα πριν χρόνια την σαρκαστική προτροπή "να πάω καλύτερα να δω τη Χιονάτη και τους εφτά νάνους", όταν εξέφρασα την απογοήτευσή μου για την σεναριακή τροπή στο τέλος της "Πολίτικης Κουζίνας"!) Όμως, το καλό με την Τέχνη είναι πως τίποτα δεν είναι οικουμενικό κι απόλυτο, αφού η αίσθηση του ωραίου είναι, εν τέλει, ζήτημα καθαρά υποκειμενικό. Έτσι, κατά το κοινώς λεγόμενο, "σ' όποιον αρέσει"! Στο κοντινό μου πρόσωπο, πάντως, και η νέα αυτή ταινία του Γκεντιγκιάν άρεσε πολύ...
Μια μονάχα φορά ερωτεύεσαι, για ζωή και για θάνατο! Μια και μόνο φορά! Για να ζήσεις!
Αυτός είναι για μένα ο ρόλος του έρωτα στη ζωή του ανθρώπου: Ώθηση για δημιουργία.
Γι' αυτό ο άνθρωπος νιώθει τόσο «αθάνατος» όταν είναι ερωτευμένος και τόσο έτοιμος για θάνατο όταν νιώθει πως έχει ζήσει το απόλυτο του έρωτα.
Αυτό δεν το ζεις κάθε μέρα, και δεν αξίζει να το ζεις κάθε μέρα.
Απλώς Δεν Γίνεται!
Είναι σαν τη μαρμελάδα:
Είναι υπέροχη, αλλά η πολλή σε σκοτώνει.
Είναι σαν την ελευθερία:
Όταν την έχεις αποκτήσει με αγώνες
τη φυλάς σαν θησαυρό,
κι είναι λόγος να επαναστατείς στην κατάργησή της.
Αλλά όταν την έχεις δεδομένη και ανεξέλεγκτη
πεθαίνεις από πλήξη...
Αλλά...
Μήπως ο ποιητής μιλάει για τη διατήρηση του έρωτα;
Ο απόλυτος έρωτας ως βίωμα, αλλάζει τον άνθρωπο: του γίνεται modus vivendi,
και δεν έχεις πια γι' αντικείμενο του έρωτά σου, ένα μονάχα πρόσωπο.
Η αίσθηση μετουσιώνεται σε μνήμη και ικανότητα «πνευματικής και ψυχικής αθανασίας» και δημιουργικής πνοής.
Και όλα αυτά θέλεις να τα διατηρήσεις και να τα διαφυλάξεις
γιατί αξίζουν κάθε κόπο και κάθε θυσία του στιγμιαίου «θέλω σου»
και γιατί πια -από εκεί και μετά-
ερωτικά δρας, ζεις, αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο
και «περιποιείσαι» τη δημιουργική πνοή
χαρίζοντάς της τη δική σου βοήθεια/τρόπο
για να εξακολουθήσει να τρέφει τον κόσμο και σένα τον ίδιο.
Ο έρωτας σε αλλάζει και σε μαθαίνει να ζεις και να δημιουργείς,
αλλιώς δεν έζησες ποτέ κανένα έρωτα. Δεν ένιωσες δημιουργός.
Έρωτας είναι ο τρόπος να βλέπεις και να χαίρεσαι τη ζωή
γνωρίζοντας τα όριά της
(ετούτο είναι το πρώτο μας «μάθημα» στην ξενητεία του ανθρώπου, στην προσωρινότητα του ανθρώπου).
Έρωτας είναι η αγάπη του Χριστού.
Έρωτας είναι η προστασία του Δημιουργού για τα πλάσματά του:
Με αφορμή την ανάρτηση "Εικόνες μιας πόλης… #27" στο Aixmi.gr, αντάλλαξα -μέσω mail- κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες σκέψεις με την πολύ αγαπητή Ελένη Αθανασούλη, μόνιμη συνεργάτιδά μου στα blogs. Συνθέτοντας τις απόψεις που εκφράστηκαν, τις παρουσιάζω υπό μορφή διαλόγου:
Ε.Α.: Όπως ξέρεις, ενίσταμαι. Είναι μια δουλειά που την έμαθα και δεν μπορώ να την ξεχάσω. Γι' αυτό, χωρίς να αντιτίθεμαι στον τοίχο, γράφω τις "προτάσεις" μου:
Ευτυχία είναι να ξέρεις ποιος είσαι και τι θέλεις.
Ευτυχία είναι αυτό που θέλεις να μη σκοτώνει τους άλλους.
Ευτυχία είναι όταν μπορείς να "ξεκουραστείς" μ' ένα ηλιοβασίλεμα.
Ευτυχία είναι όταν έχεις βρεθεί συνεπής στο καθήκον σου.
Ευτυχία είναι να μιλάς και να θεραπεύεις με το λόγο σου.
Ευτυχία είναι να διορθώνεις τα λάθη σου.
Η Ευτυχία είναι ατομική αίσθηση και συλλογική ανάγκη.
Η Ευτυχία είναι προσωρινή αίσθηση που λογαριάζεται μόνο με το πόσο λίγη υπήρξε.
Γιατί, όποιους κι όσους και να βρεις, τελικά μόνος θα φύγεις/θα μείνεις.
Κι όποιος απομείνει θα πληγωθεί...
Κ.Π.: Με όλα συμφωνώ! Τι πειράζει, τώρα, να υπάρχει, συν τοις άλλοις, και κάποιος που ν' αγαπάς; Ακούω τώρα έναν φοβερό Βάγκνερ στο ραδιόφωνο. Τον ήρωα της όπερας γιάτρεψε η αγάπη!
Ε.Α.: Αναγκαίο! Και ωραίο! Αλλά είναι άλλο η αγάπη, άλλο η ευτυχία!
Η αγάπη είναι αίμα, είναι θυσία! Σε δικαιώνει ως άνθρωπο που (μπορεί να) αγαπάει.
Γιατί το να αγαπάς είναι ψυχική ικανότητα που δεν την έχουν όλοι.
Το να σ' αγαπούν είναι ψυχική ανάγκη, που την έχουμε όλοι.
Η ευτυχία είναι συγκυρία περιστάσεων και επί πλέον στιγμιαία (έστω και μακρά στιγμή, ή πολλές συνεχόμενες στιγμές), δεν είναι στάση ζωής!
Η ευτυχία υπάρχει εκεί που τα δέχεσαι όλα και δεν συζητάς.
Η αγάπη η ώριμη, λέει: "Σε χρειάζομαι γιατί σ' αγαπώ".
Η ανώριμη, λέει: "Σ' αγαπώ γιατί σε χρειάζομαι".....
Ακούγοντας τη λέξη «ευγνωμοσύνη», το μυαλό μας πηγαίνει σε κώδικες ευγένειας και τρόπους καλής συμπεριφοράς. Σ’ αυτό βοηθούν και τα ίδια τα λεξικά: «αναγνώριση από κάποιον της ευεργεσίας που του έκανε κάποιος άλλος, καθώς και έντονα φιλική διάθεση προς αυτόν». Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα: Για κάποιον που ζει σε μια ερημιά μακριά απ’ τον κόσμο, το αίσθημα της ευγνωμοσύνης θα πρέπει να είναι ανύπαρκτο!
Όμως, αν υπερβούμε αυτή την απλουστευτική ανθρωποκεντρική προσέγγιση της έννοιας, θα αντιληφθούμε ότι η ευγνωμοσύνη δεν αφορά μόνο τη στενή σχέση μας με τον συνάνθρωπο ή την κοινωνία, αλλά, σε υψηλότερο επίπεδο, την υπερκόσμια σχέση μας με το Σύμπαν (έκφανση του οποίου είναι, ασφαλώς, και η κοινωνία). Κι αν δεχθούμε (όπως κάποιοι πιστεύουν) ότι το Σύμπαν δεν είναι παρά απεικόνιση της ίδιας μας της συνειδητότητας (άσχετα αν – κατά το «γνώθι σαυτόν» – ελάχιστα την έχουμε εξερευνήσει…), θα οδηγηθούμε στο συμπέρασμα πως η ευγνωμοσύνη είναι κατά βάθος σχέση αυτοπάθειας: Επικοινωνώ θετικά με το Σύμπαν = επικοινωνώ θετικά με τον εαυτό μου. Ή, με διαφορετικά λόγια, το Σύμπαν είναι καθρέφτης της συνειδητότητάς μου και ανακλά πίσω σ’ εμένα τόσο τα καλά, όσο και τα κακά μου αισθήματα και τα ανατροφοδοτεί!
Στο «Βιβλίο της Ανησυχίας», ο Φερνάντο Πεσσόα βάζει νάρκη στα θεμέλια κάθε βεβαιότητας για την ύπαρξη του έρωτα ως αντικειμενικής αξίας:
«Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας.»
Μια πικρή κωμωδία του 1964 επιχειρεί να επιβεβαιώσει, θαρρείς, τον ιδιόρρυθμο δημιουργό του «Αναρχικού Τραπεζίτη»:
Είναι παντρεμένοι ένα χρόνο. Αυτός αγαπάει κρυφά μια άλλη… Αυτή αγαπάει κρυφά έναν άλλο… Τους είναι αδύνατο να υποπτευθούν πως ο «άλλος» και η «άλλη» δεν είναι παρά αυτοί οι ίδιοι! Μόνο που δυσκολεύονται να αναγνωριστούν δίχως τις αποκριάτικες μεταμφιέσεις τους, αυτές που φορούσαν εκείνη τη μαγική νύχτα του καρναβαλιού που γνωρίστηκαν, και που έμελλε να είναι η μοναδική…
Ίσως η πιο φιλοσοφημένη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου, ο «Γάμος αλά Ελληνικά» του Βασίλη Γεωργιάδη («Τα Κόκκινα Φανάρια», «Η Έβδομη Μέρα της Δημιουργίας») είναι μια ειρωνική σπουδή πάνω στην υποκειμενικότητα του έρωτα. Στο αποθεωτικό φινάλε ακούγεται μια από τις κορυφαίες ατάκες του ελληνικού σινεμά:
«Κτήνος! Ένα χρόνο παντρεμένοι, και μου το ‘κρυβες πως ήσουνα εκείνος που αγαπούσα!»
Δεν είναι λίγες οι φορές που ενθουσιαζόμαστε με τις φαινομενικές ιδιότητες ενός εν δυνάμει ερωτικού εταίρου (όπως τεχνηέντως μας τις προβάλλει, ή όπως εμείς επιλέγουμε να τις προβάλλουμε δίνοντάς τους αντικειμενική υπόσταση), μόνο και μόνο για να βιώσουμε την απόλυτη απογοήτευση στο πλαίσιο μιας πραγματικής σχέσης μαζί του/της. Με επακόλουθο, ασφαλώς, την αναπόφευκτη θνησιγένεια της σχέσης…
Αν θέλαμε να τραβήξουμε στα άκρα τον πεσιμιστικό σαρκασμό του ποιητή με τις πολλαπλές «περσόνες», θα λέγαμε πως το ερωτικό συναίσθημα χτίζεται όχι απλά με την αντικειμενοποίηση της ιδέας μας για τον άλλο, αλλά, συχνά, με την ολική έκλειψη – σε επίπεδο συνειδητότητας – του ερωτικού αντικειμένου και την υποκατάστασή του από τον ίδιο μας του εαυτό. Με άλλα λόγια, αυτό που στην πραγματικότητα ερωτευόμαστε δεν είναι ο άλλος αλλά η εικόνα που, μέσω αυτού, διαμορφώνουμε για τον εαυτό μας! Ενδεικτικές είναι οι φράσεις:
– Ο τρόπος που με κάνει να νιώθω… – Με έμαθε ν’ αγαπώ τον εαυτό μου… – Με κάνει να αισθάνομαι πάλι νέος/νέα… – Μαζί του/της γνώρισα εμένα όπως δεν με ήξερα…
Προσέξτε ότι απουσιάζει κάθε αναφορά στα χαρακτηριστικά ή τις ιδιότητες του ίδιου του ερωτικού αντικειμένου: αυτά αναδεικνύονται έμμεσα σε συνάρτηση με τα αισθήματα αυτοαποδοχής ή αυτοεπιβεβαίωσης που επάγουν.
Θα πρέπει, λοιπόν, να συμπεράνουμε πως το ερωτικό αντικείμενο είναι είτε αυταπάτη, είτε εξωραϊστικό κάτοπτρο της αυτοεικόνας μας; Με άλλα λόγια, είναι ο έρωτας ταυτόσημος της ουτοπίας, του ναρκισσισμού και της αυτοπάθειας; Κάτι τέτοιο θα καθιστούσε εξαρχής κάθε ερωτική σχέση θνησιγενή, αφού αργά ή γρήγορα οι μαγικές εικόνες θα εξανεμιστούν και θα έρθουν στην επιφάνεια οι πραγματικές διαστάσεις των ερωτικών εταίρων. Ή, για να ξαναγυρίσουμε στην ταινία του Β. Γεωργιάδη, θα αντικρίσουν ο ένας τον άλλο δίχως τις αποκριάτικες μάσκες!
Εδώ θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μια παράμετρο που ως τώρα αγνοήσαμε: τον βαθμό ωριμότητας του ερωτευμένου ατόμου! Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο αυτοσυνειδησίας και αυτοαποδοχής, τόσο λιγότερος χώρος υπάρχει για ετεροπροσδιορισμούς και τόσο πιο αντικειμενική είναι η αξιολόγηση των ιδιοτήτων του ερωτικού συντρόφου. Αυτό αφήνει λιγότερο χώρο για επιπόλαιες εξιδανικεύσεις και συνακόλουθες απομυθοποιήσεις που μοιραία επιφέρουν παρακμή και, τελικά, διάλυση των σχέσεων.
Δηλαδή, ο άνθρωπος πρέπει να φτάσει στο ανώτατο επίπεδο αυτοσυνειδησίας πριν επιτρέψει στον εαυτό του να ερωτευτεί; Ασφαλώς όχι! Ο έρωτας (για να θυμηθούμε τον Καβάφη) είναι ταξίδι μύησης, όχι προορισμός. Και η ωρίμανση που αποκομίζουμε σ’ αυτό το ταξίδι απαιτεί να κάνουμε λάθη, αφού κι αυτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εκπαίδευσής μας. Μέσα απ’ τα λάθη μας μαθαίνουμε καλύτερα τον εαυτό μας. Και γνωρίζοντάς μας καλύτερα, απομακρύνουμε τον κίνδυνο να ερωτευτούμε τον λάθος άνθρωπο για τους λάθος λόγους!
* Ο Κώστας Παπαχρήστου παραληρεί ακατάσχετα λόγω της θερινής ζέστης…
Ένα γράμμα με ταπεινή όψη έμενε αζήτητο για βδομάδες ολόκληρες πάνω στον πάγκο του θυρωρείου. Μέρα με τη μέρα θαβόταν όλο και πιο πολύ κάτω από μια στοίβα φρέσκων επιστολών, μέχρι που κάποια στιγμή κρύφτηκε ολότελα. Ώσπου χθες το ξανάδα στην κορυφή. Ήταν φανερό πως κάποιος το είχε ανοίξει. Νικημένος από την περιέργεια, μα και με ήσυχη τη συνείδηση πως μια παραβιασμένη πόρτα δεν παραβιάζεται ξανά, έβγαλα το ριγέ χαρτί από το φάκελο…
Απευθυνόταν σε μια νέα γυναίκα που έμενε στο ισόγειο. Είχε φύγει ξαφνικά πριν καιρό (λέγαν πως δεν είχε να πληρώσει το νοίκι). Φαίνεται, το γράμμα δεν την πρόλαβε. Ξεκίνησα να το διαβάζω, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στην είσοδο της πολυκατοικίας…
«Λένα μου, Πέρασαν μόνο λίγες ώρες από τον αποχωρισμό μας, κι άρχισαν κιόλας να μου λείπουν όλα αυτά τα θεϊκά που άγγιξα, όλα τα μεθυστικά που γεύτηκα, ακόμα κι εκείνα που δεν πρόλαβα να γευτώ… Θυμήθηκα όμως και την έκφραση απογοήτευσης –ίσως και πανικού– στο πρόσωπό σου όταν αρχίσαμε ν’ απαριθμούμε με γενναιότητα και ρεαλισμό τις προοπτικές της ζωής. Τις αναμενόμενες εκβάσεις που θα μπορούσαν να μας αναγκάσουν να βιώσουμε το μεγάλο πόνο να μη μπορούμε πια, όσο πολύ κι αν το θέλουμε, να ζούμε αυτές τις μοναδικές στιγμές απόδρασης από τη Γη… Ξάφνου, βρήκα λίγη παρηγοριά στα λόγια ενός φιλοσόφου: «Έρωτας είναι η τέχνη να φεύγεις» Τι σημαίνει αυτό; Πως η διάρκεια είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της ερωτικής σχέσης, την εκφυλίζει σιγά-σιγά και την ανάγει σε ρουτίνα. Κάτι σαν την παρακμή των συζυγικών σχέσεων! Όπως λέει ο ίδιος αυτός φιλόσοφος, πρέπει να φεύγουμε όσο ακόμα η φυγή αυτή μας πονάει, όσο η σχέση είναι τόσο ζωντανή ώστε να υποφέρουμε απ’ την απώλειά της… Ίσως και να ‘χει δίκιο! Ίσως η ίδια η ζωή, τελικά, να προνοήσει ώστε όλα αυτά τα υπέροχα που βιώνουμε να έχουν κατάλληλη ημερομηνία λήξης, προλαβαίνοντας τη φθορά και την παρακμή των συναισθημάτων μας. Και μετά, καθαροί κι εξαγνισμένοι πια, θα μπορούμε ν’ αποδυθούμε στην αναζήτηση νέων απογειωτικών εμπειριών, που κι αυτές με τη σειρά τους θα υπόκεινται στον ίδιο κανόνα του πεπερασμένου! Σε τρόμαξα, καλή μου; Απλά σε πειράζω! Ποτέ δεν υιοθέτησα τέτοιες ιδέες που δίνουν φιλοσοφικό άλλοθι σε καιροσκόπους εραστές της μιας βδομάδας. Γιατί πιστεύω πως ό,τι αγαπάμε πραγματικά δεν το πετάμε σαν αναλώσιμο απαγγέλλοντάς του δήθεν σπαραξικάρδιους στίχους περί αναγκαιότητας του χωρισμού! Προσπαθούμε να το κρατήσουμε κοντά μας όσο περισσότερο γίνεται, έστω κι αν οι συνθήκες είναι αντίξοες, όσο ανέμπνευστη κι αν είναι η πραγματικότητα που μας περιβάλλει… Όσο για τον κατά τα άλλα ιδιοφυή και χαρισματικό φιλόσοφο, δεν ανήκω στο φιλοσοφικό του ρεύμα, πράγμα που μάλλον γνωρίζεις καλά! Να θυμάσαι πάντα πως μου είναι αδύνατο να σκεφτώ τη ζωή μου χωρίς εσένα!»
Ίσα που πρόλαβα να ξαναβάλω το ριγέ χαρτί μέσα στο φάκελο, πάνω στη στιγμή που άνοιγε η πόρτα της εισόδου…
Δεν μου πήρε πολύ ν’ ανακαλύψω την ταυτότητα του φιλοσόφου στον οποίο αναφερόταν ο άγνωστος επιστολογράφος. Πράγματι, «έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις» γράφει στη σελίδα 170 του τελευταίου του βιβλίου, λίγο πριν φύγει κι αυτός προδίδοντας την ερωτική του σχέση με τη ζωή, σε αναζήτηση υπαρξιακής λύτρωσης μέσω της αθανασίας. Την οποία συνάντησε, λένε, κάπου στην κορυφή του Ταΰγετου…
* Ο Κώστας Παπαχρήστου διδάσκει και (κυρίως) διδάσκεται..
Ομολογώ πως παραμέλησα τον AthensLover. Δεν θ' αναζητήσω φθηνές δικαιολογίες: απλά υπήρχαν προτεραιότητες... Έστω και με κάποια καθυστέρηση, λοιπόν, ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!
Επανέρχομαι με ένα ευαίσθητο θέμα που σίγουρα θα συναντήσει επικρίσεις και θα προκαλέσει αντιδράσεις. Το πάλεψα πολύ μέσα μου μέχρι ν' αποφασίσω να γράψω το άρθρο. Ένιωσα όμως -κυρίως κάτω απ' τη βαριά ευθύνη του παιδαγωγού- πως έπρεπε κάποιος να μιλήσει γι' αυτό, μήπως και προλάβει να αφυπνίσει συνειδήσεις που σα ναρκωμένες ακολουθούν χαρισματικούς ψυχοπαθείς στον όλεθρο (έχω προσωπικές μαρτυρίες γι' αυτό...)! Χωρίς ίχνος ενοχής, λοιπόν, και δίχως το παραμικρό σύμπλεγμα μπρος στο κολοσσιαίο άγαλμα που του 'χουν στήσει, βάζω κι εγώ το προσωπικό μου λιθαράκι στην απομυθοποίηση του καθηγητή Λιαντίνη!
(Αναδημοσίευση από ΤΟ ΒΗΜΑ)
Μου το ανέφερε κοντινό μου πρόσωπο που πήγε ως την πόρτα της Κόλασης με
την «Γκέμμα» υπό μάλης –και ευτυχώς γύρισε πίσω σώο, έστω και χωρίς
αυτήν! Κατά τη διάρκεια δείπνου σε φιλικό σπίτι, επιχείρησε να αρθρώσει
υποψία κριτικής για τον συγγραφέα του βιβλίου. Για να εισπράξει την
αυστηρή ματιά παρισταμένου –και άκρως μορφωμένου- φιλολόγου, και την
παρατήρηση πως «με τέτοιες μορφές δεν έχουμε το δικαίωμα να
καταπιανόμαστε και να τις αμφισβητούμε»! Μια ανάλογη αντίδραση (ακόμα
πιο επιθετική, μάλιστα) εισέπραξε ο γράφων από πρώην φοιτήτρια –και
θαυμάστρια στα όρια της ειδωλολατρίας- του εν λόγω συγγραφέως και
εκπαιδευτικού...
Η γοητεία είναι, ασφαλώς, χάρισμα γι’ αυτόν που την φέρει. Το κατά πόσον
είναι ευλογία για κείνον στον οποίο ασκείται, είναι ένα άλλο ζήτημα.
Στην περίπτωση ενός δασκάλου, η ελκυστική προσωπικότητά του καθιστά τον
μαθητή πιο δεκτικό, άρα πιο «ευάλωτο» στα μηνύματα. Αυτό υπό «κανονικές»
συνθήκες είναι επιθυμητό, αφού η αγάπη για το δάσκαλο συνήθως γίνεται
κι αγάπη για το γνωστικό αντικείμενο. Η σχέση χαρισματικού
δασκάλου-δεκτικού μαθητή αρχίζει να γίνεται προβληματική απ’ τη στιγμή
που ο πρώτος περνάει στον δεύτερο μηνύματα που θα μπορούσαν να
χαρακτηριστούν ως «αρνητικά». Αν και ο τελευταίος όρος δεν επιδέχεται
μονοσήμαντη ερμηνεία, ως θετικό μήνυμα θα χαρακτηρίζαμε εκείνο που ωθεί
τον μαθητή να ανακαλύψει και να αξιοποιήσει στο μέγιστο βαθμό τις
δημιουργικές του δυνάμεις. Προϋπόθεση δημιουργικότητας, ασφαλώς, είναι η
αγάπη για την ίδια τη ζωή, και η καταπολέμηση αισθημάτων ματαιότητας
που συχνά οδηγούν ακόμα και σε αυτοκαταστροφικές επιλογές.
Από αυτή την άποψη, ο αναμφισβήτητα χαρισματικός Δ. Λιαντίνης υπήρξε
ένας «επικίνδυνος» παιδαγωγός. Στο τελευταίο και σημαντικότερο βιβλίο
του «Γκέμμα», που το άφησε ως παρακαταθήκη σοφίας στις μελλοντικές
γενιές, ανακαλύπτει κανείς μηνύματα που κάνουν τον αναγνώστη ν’
ανατριχιάσει! Δεν θα σταθούμε τόσο στον εμπαθή, σχεδόν ρατσιστικό
αντισημιτισμό του (σελ.115), στη χυδαία αντιμετώπιση όσων έχουν αντίθετη
άποψη μ’ εκείνον σε θέματα μεταφυσικής (σελ.183), ή στην υπεροπτική
απαξίωσή του απέναντι σ’ εκείνους που δεν κατέκτησαν θέση στο πάνθεον
των «τιμημένων επωνύμων» (σελ.101). Θα εκφράσουμε, όμως, αποτροπιασμό
για ιδέες που ευθέως ωθούν στην αυτοκαταστροφή και την άρνηση της ζωής.
Και ο σπόρος της νοσηρότητας εύκολα βλασταίνει σε έναν εύθραυστο και
παραπαίοντα ψυχισμό...
Απ’ όσα εκτίθενται στο βιβλίο, θα σταθούμε επιγραμματικά σε τρία σημεία:
1. Την κατά βάση θρησκοληπτική αντίληψη (αν και ο συγγραφέας απεχθανόταν
τη θρησκεία!) πως κάθε χαρά θα πρέπει να τιμωρείται με ισόποση λύπη,
αλλιώς η ζωή θα είναι «αφύσικη» και «ψεύτικη ως τη ρίζα της»,
επισύροντας τον «αφανισμό απ’ τον πλανήτη» (σελ.145).
2. Το νοσηρό δόγμα ότι στον πυρήνα κάθε ουσιαστικής ερωτικής σχέσης
οφείλει να φωλιάζει η καταστροφή, η συμφορά κι ο θάνατος, αλλιώς ο
έρωτας είναι «θέμα της κωμωδίας» (σελ.14)!
3. Την συγκεκαλυμμένη πρόταση ευθανασίας «μετά τα σαράντα», αφού το μόνο
που απομένει πλέον στον άνθρωπο είναι η «παραλυσία και αθλιότητα των
γηρατειών» (σελ.218).
Απόψεις σαν τις παραπάνω (και άλλες που, λόγω ελλείψεως χώρου, δεν
εκτίθενται εδώ) απαξιώνουν την ίδια τη ζωή, ηρωοποιούν την
αυτοκαταστροφή και κατ’ ουσίαν γελοιοποιούν την αναζήτηση της ευτυχίας.
Όσο κι αν ακούγεται ιερόσυλο, μας παραπέμπουν στον εξοντωτικό δογματισμό
θεωριών περί «αρίας φυλής». Η μόνη, ίσως, ηθική τους δικαίωση (αν όχι
απλά δικαιολόγηση) βρίσκεται στον πυρετό της παραφροσύνης. Και σπεύδω
εδώ, πριν προκαλέσω την μήνιν του αναγνώστη, να επικαλεστώ τον ίδιο τον
Λιαντίνη: «Όλοι οι σπουδαίοι άνθρωποι της γης, όσοι προσέγγισαν δηλαδή
το βυθό της αλήθειας για τη φύση και για τη ζωή, υπήρξαν σχιζοφρενικοί.
Είναι απλός και κοινός και αρχαίος ο λόγος ότι μεγαλοφυΐα σημαίνει
παραφροσύνη» (Γκέμμα, σελ.137)!
Να τι λέει για τη γυναίκα ένας αρχαίος Κινέζος φιλόσοφος, το όνομα του οποίου δυστυχώς μου διαφεύγει:
1. Αν προσδοκάς να κατακτήσεις την αιωνιότητα, δεν έχει νόημα να στοχεύεις το εφήμερο. Γι' αυτό, προτίμησε τη γυναίκα που διαβάζει ποίηση από εκείνη που ξεφυλλίζει τουριστικούς οδηγούς!
2. Η γυναίκα αγαπάει μια φορά. Μετά, απλά αναζητά το καλύτερο υποκατάστατο...
3. Η γυναίκα δεν συγκινείται ιδιαίτερα από τον κατακερματισμό σου. Ενοχλείται όμως πολύ αν τύχει και διαπιστώσει πως δεν είναι εκείνη υπεύθυνη γι' αυτόν!
4. Το να δείξεις αδυναμία σε μια γυναίκα ισοδυναμεί με το να δείξεις πού κρύβεις τις τελευταίες σου οικονομίες στον διαρρήκτη της γειτονιάς σου!
5. Όλες οι γυναίκες σε κάνουν να νιώσεις ότι τις έπλασες εσύ... αν είσαι τόσο ηλίθιος να το πιστέψεις!
6. Όταν η γυναίκα κρύβει την αλήθεια, δεν είναι γιατί φοβάται μη σε πληγώσει: απλά φοβάται μη σε ξυπνήσει!
7. Η γυναίκα είναι ένα σκοτεινό μα σαγηνευτικό μυστήριο που σε προκαλεί να το εξερευνήσεις, όπως προκαλεί τη μύγα η περίπλοκη ωραιότητα του ιστού της αράχνης...
8. Μια γυναίκα μπορεί να συγχωρήσει ακόμα και τα μεγαλύτερα εγκλήματα, εκτός από δύο: να μην την ποθήσεις, ή να ποθήσεις κάποια άλλη περισσότερο!
9. Στο λεξιλόγιο της γυναίκας, "άνανδρος" είναι εκείνος που έκανε το μοιραίο λάθος να μην της δείξει πως την ποθεί!
10. Μη χάσεις χρόνο προσπαθώντας να γοητεύσεις μια γυναίκα αν δεν έχεις ένα καλό αυτοκίνητο και ένα ωραίο κοστούμι. Μπορείς όμως να δοκιμάσεις να γοητεύσεις το σκύλο σου, με σχεδόν βέβαιη επιτυχία!
Γνωστή η έκφραση "του έδειχναν το φεγγάρι, κι εκείνος κοιτούσε το δάχτυλο!". Και, ελαφρά τη καρδία, γελάμε μ' εκείνους που προσπερνούν το ουσιώδες επικεντρώνοντας την προσοχή τους στο ασήμαντο. Τι γίνεται όμως όταν το ασήμαντο φορά μια φανταχτερή στολή; Φανταστείτε, για παράδειγμα, ένα ολόχρυσο, λαμπερό δάχτυλο που δείχνει ένα χλωμό φεγγάρι. Πιστεύω πως ακόμα και οι ποιητές θα έπεφταν στην παγίδα!
Συχνά αναρωτιούνται οι φιλόσοφοι αν ο εντυπωσιακός κόσμος που μας περιβάλλει δεν είναι τίποτ' άλλο από ένα παραπλανητικά φτιασιδωμένο "δάχτυλο". Όσοι επικεντρώσουν την προσοχή τους αποκλειστικά στα επιφαινόμενα θα χάσουν για πάντα τις αιώνιες αλήθειες που κρύβονται από πίσω. Αυτοί που θα τις δουν είναι εκείνοι που θα συνειδητοποιήσουν πως η ζωή αυτή δεν είναι παρά ένας δείκτης που μας δείχνει το δρόμο προς την αιωνιότητα. Όπως λέει ο σύγχρονος Αμερικανός φιλόσοφος Wayne Dyer, για ν' ανακαλύψουμε την Αλήθεια πρέπει να υπερβούμε τη ζωή πριν ακόμα φύγουμε απ' αυτήν! [Wayne W. Dyer, "The Power of Intention" (2004) - "Η Δύναμη της Πρόθεσης" (Εκδόσεις ΕΣΟΠΤΡΟΝ).] Και, όπως θα 'λεγε ο δικός μας, ο Σωκράτης, η γνώση του Σύμπαντος προϋποθέτει τη γνώση του ίδιου μας του εαυτού!
Κατεβαίνοντας...
Μην κατεβείς τη σκάλα βιαστικά!
Κάθε σκαλί δεν είναι ίδιο μ’ όλα τ’ άλλα,
δεν είν’ η ίδια πέτρα, το ίδιο μάρμαρο,
ίσως ούτε βαλμένο απ’ τον ίδιο εργάτη.
Μπορεί κι από αλλού να ‘ναι φερμένο...
Κάθε σκαλί είναι μια ιστορία που δε σου ‘μαθαν.
Στάσου για λίγο κι αφουγκράσου την
μήπως υπάρχει κάτι και για σένα.
Και το κατέβασμα μιας ταπεινής,
μιας περιφρονημένης σκάλας
δίχως περίσκεψη που την πατούν
χιλιάδες πόδια ανυποψίαστα,
που την κοιτούν αδιάφορα
χιλιάδες μάτια νεκρωμένων συνειδήσεων
- ποιος ξέρει; - ίσως είν’ γι’ αυτούς
που δίχως έπαρση κοιτάζουν τα σκαλιά
ένα πολύτιμο ταξίδι αυτογνωσίας!
Το ότι ζούμε σε δημοκρατικό καθεστώς το θεωρούμε τόσο αυτονόητο ώστε σπάνια μπαίνουμε στον κόπο να το επανεξετάσουμε. Νομίζουμε πως, ως λαός, κρατάμε τις τύχες μας στα χέρια μας επειδή κάθε τέσσερα χρόνια έχουμε τη δυνατότητα να επιλέξουμε τους διαχειριστές των δημοσίων θεμάτων. Πόσο επηρεάζει αυτή η επιλογή τη ζωή μας και την πορεία του έθνους; Και, το πιο σημαντικό, πρόκειται στ' αλήθεια για επιλογή, ή μήπως για επίφαση επιλογής; Τα ερωτήματα αυτά επιχειρεί να εξετάσει ένα "παιδικό" παραμύθι για "ψαγμένα" και ανήσυχα παιδιά...
Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς σε μια αρχαία χώρα (δεν θυμάμαι τ' όνομά της). Ήταν σκληρός με τους υπηκόους του, με εξαίρεση τα μέλη μιας μικρής ομάδας προνομιούχων οι οποίοι τον στήριζαν δίνοντάς του τα μέσα για να ασκεί ανενόχλητος την εξουσία του. Όμως η δυσαρέσκεια του λαού όλο και γιγαντωνόταν, και μια εξέγερση σιγόβραζε ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους που μαστίζονταν από την πείνα και την ανισότητα.
Ο βασιλιάς τότε συγκάλεσε συμβούλιο με τους σοφούς της αυλής για να πάρει τη γνώμη τους γι' αυτή την επικίνδυνη κατάσταση που διαμορφωνόταν στη χώρα. Ο αρχαιότερος των σοφών, τότε, πήρε το λόγο: "Άκου τι θα κάνεις, βασιλιά, για να αποτρέψεις την εξέγερση. Είσαι τυχερός που έχεις δύο γιους. Θα διαδώσεις λοιπόν σ' όλη τη χώρα πως δήθεν άλλαξαν στάση απέναντί σου και θέλουν να σε ανατρέψουν και να καταργήσουν τη βασιλεία σου. Αυτό και θα γίνει, τελικά, με την απόλυτη επίβλεψή σου, φυσικά, αφού οι προνομιούχοι σου θα έχουν πάντα τον έλεγχο της κατάστασης. Μετά από λίγο, οι δύο γιοι σου θα διαφωνήσουν μεταξύ τους για το είδος της διακυβέρνησης. Ο ένας θα κάνει πως είναι συντηρητικός και σταθερά προσηλωμένος στις παραδοσιακές αξίες του τόπου, ενώ ο άλλος θα φαίνεται προοδευτικός και ανατρεπτικός, με νέες ιδέες που θα στοχεύουν στο καλό του λαού. Ε, από 'κεί και πέρα, ας αποφασίσει ο ίδιος ο λαός ποιος από τους δύο θα τον κυβερνά. Ούτως ή άλλως, το πρόσταγμα θα το έχεις πάντα εσύ!"
Κι έτσι γεννήθηκε στη χώρα η Δημοκρατία. Για να μην πάει ο νους σας στο κακό, θα πρέπει να σας αναφέρω ότι η μία πολιτική παράταξη ονομάστηκε "Ρεπουμπλικάνοι", ενώ η άλλη "Δημοκρατικοί". Εδώ, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, και συγκεκριμένα στην όμορφη Μεσόγειο, η Δημοκρατία ακολουθεί διαφορετικά μονοπάτια, στα αγνά πρότυπα που μας δίδαξαν οι αρχαίοι Έλληνες πρόγονοί μας. Γι' αυτό και το ψέμα είναι σ' εμάς μια εντελώς άγνωστη πολιτική πρακτική, και όποιοι το μεταχειρίζονται εξοστρακίζονται μονομιάς!
Αναφερθήκαμε πιο κάτω στην υπέρβαση του "Εγώ". Αυτοί οι (λίγοι) που θα το πετύχουν θα φτάσουν στην τελείωση, στην απόλυτη γνώση της Αλήθειας. Γιατί το "Εγώ" μας είναι η κουρτίνα που μας κρύβει την ουσία των πραγμάτων, αναδεικνύοντας ως υπέρτατο το επουσιώδες. Οι τελευταίοι που θα πάρουν το μήνυμα είναι μάλλον οι πολιτικοί: αρκεί να ακούσετε τις δηλώσεις τους μετά από μια εκλογική αναμέτρηση, όπου ο καθένας προσπαθεί να ερμηνεύσει το αποτέλεσμα έτσι όπως συμφέρερει τις προσωπικές και κομματικές του σκοπιμότητες. Η Αλήθεια και η Αντικειμενικότητα είναι δύο γυναίκες που δεν θα πλαγιάσουν ποτέ με έναν πολιτικό, όσο κι αν αυτός προσπαθήσει να μας πείσει πως συγκαταλέγονται στις πιο επιφανείς κατακτήσεις του!
Τα χαρακτηριστικά του "Εγώ" δεν είναι πάντα ευδιάκριτα. Χρειαζόμαστε κάποιους φωτισμένους οδηγούς να μας δείξουν το δρόμο στα πρώτα βήματά μας στην αυτογνωσία. Αν και αποτελούν προσωπικές επιλογές, θα σας προτείνω δύο εξαιρετικά βιβλία γραμμένα από ανθρώπους που μπόρεσαν να δουν πέρα απ' τους στενούς ορίζοντες της φαινομενολογίας:
1. Eckhart Tolle, "ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΖΩΗ" (A NEW EARTH)
Μετάφραση: Ρένα Καρακατσάνη (Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ)
2. Wayne Dyer, "Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΗΣ" (THE POWER OF INTENTION)
Μετάφραση: Ελένη Πουλάκου (Εκδόσεις ΕΣΟΠΤΡΟΝ)
Στη Θερμοδυναμική (που είναι κλάδος της Φυσικής) διατυπώνονται δύο θεμελιώδεις νόμοι. Ο Πρώτος Νόμος αφορά τη διατήρηση της ενέργειας και ακούγεται ως αυτονόητος (αν και έχει κάποιες λεπτές υφές): η ενέργεια που προσφέρεις σε ένα σύστημα είναι ισόποση με την αύξηση του ενεργειακού αποθέματος του συστήματος. Αν ο νόμος αυτός ήταν ο μοναδικός που δέσμευε την ύλη κατά τις μεταβολές της, ο κόσμος που ξέρουμε θα ήταν πολύ διαφορετικός: θα υπήρχε, π.χ., τρόπος να μη γερνάμε ποτέ (ίσως και να γίνουμε αθάνατοι), ενώ ο προϊστορικός άνθρωπος θα είχε ανακαλύψει το ψυγείο και το airconditioningμε την ίδια ευκολία που έμαθε να ζεσταίνεται απ’ τη φωτιά!
Ο Δεύτερος Νόμος της Θερμοδυναμικής (ή «δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα») βάζει ένα τέλος σε τέτοιες φιλοδοξίες. Αποτελεί ίσως την πιο σκληρή πραγματικότητα της Φύσης, μια αληθινή κατάρα του Δημιουργού πάνω στο δημιούργημά του. Λέει, με πολύ απλά λόγια, πως κάποια πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι δυνατό να «ξε-συμβούν», πως το ποτάμι κάποιων φαινομένων δεν γυρίζει πίσω. Έτσι, π.χ., ενώ ένα ζεστό σώμα μπορεί αυθόρμητα να δώσει λίγη από τη ζέστη του σε ένα πιο κρύο, το αντίθετο είναι απίθανο (πρακτικά αδύνατο) να συμβεί: ένα κρύο σώμα δεν μπορεί, χωρίς εξωτερική παρέμβαση, να δώσει μέρος από τη λιγοστή του θερμότητα σε ένα ζεστό, έτσι που το ένα να γίνει ακόμα πιο κρύο και το άλλο ακόμα πιο ζεστό. Η ζέστη φεύγει και δεν γυρίζει ποτέ πίσω από μόνη της. Το ίδιο και η νεότητα στον άνθρωπο, που φεύγει ανεπιστρεπτί αφήνοντας πίσω της τη φθορά που οδηγεί στο γήρας και το θάνατο.
Αν το καλοσκεφτεί κανείς, όλοι οι φόβοι στον άνθρωπο σχετίζονται με το αμετάστρεπτο, την αδυναμία του να αναιρέσει μεταβολές που δεν του είναι επιθυμητές. Προσέχουμε την υγεία μας γιατί κάποιες βλάβες της μπορεί να μην αποκαθίστανται. Προσέχουμε τα πολύτιμα αντικείμενά μας γιατί κάποιες φθορές δεν επιδέχονται επιδιόρθωση. Αλλά, ο Δεύτερος Νόμος διέπει και λειτουργίες που ξεφεύγουν από τα όρια της Φυσικής και εισχωρούν σε άλλα «χωράφια», π.χ. της Κοινωνιολογίας ή της Οικονομίας: Η ανθρώπινη συμπεριφορά διαμορφώνει την κοινωνική συνείδηση (ή την κοινή γνώμη) με τρόπους που συχνά είναι μη-αντιστρέψιμοι. Η διακίνηση του χρήματος στο εσωτερικό και το εξωτερικό μιας χώρας μπορεί να μεταβάλει δυσμενώς την οικονομική πραγματικότητα της χώρας με τρόπο που να οδηγεί στην οικονομική της κατάρρευση, χωρίς δυνατότητα σωτηρίας.
Αν τα παραπάνω παραδείγματα σας θυμίζουν κάτι από την προσωπική σας εμπειρία, δεν κάνετε λάθος! Η ζωή είναι γεμάτη αγωνίες για όλων των ειδών τις ισορροπίες που μπορούν να ανατραπούν. Ανησυχούμε για τη φυσική κατάσταση και την υγεία μας, για τη φθορά των υλικών αγαθών που με κόπο αποκτήσαμε, τις οικονομίες που μαζέψαμε μια ζωή και μπορεί να χαθούν μέσα σε μια νύχτα, την κοινωνική υπόληψη που κατακτήσαμε και μπορεί να απειληθεί από έναν λάθος χειρισμό ή μια κακοτυχία... Αυτό που μένει στο τέλος είναι η συνειδητοποίηση ότι το μη-αντιστρεπτό είναι ο κανόνας του παιχνιδιού που μας επιτρέπει να παραμένουμε παίκτες στην παρτίδα της ζωής. Και η συνειδητότητα αυτή του πεπερασμένου των πραγμάτων και των αξιών οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα αίσθημα ματαιότητας. Υπάρχει λοιπόν ευτυχία, ή μήπως είναι απλά μια συλλογή από στιγμιαίες ψευδαισθήσεις καλής ψυχολογικής διάθεσης; Τείνω να θεωρήσω το ερώτημα ρητορικό και την απάντηση αυτονόητη. Το συμπέρασμα είναι πως, ευτυχισμένη ζωή είναι εκείνη που διαρκεί αρκετά ώστε να συνειδητοποιήσουμε τη ματαιότητά της, και αρκετά λίγο ώστε να αντέξουμε τη συνειδητότητα αυτή...