Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ε.Αθανασούλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ε.Αθανασούλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015

Έρωτας για ζωή και για θάνατο!

Της Ελένης Αθανασούλη (*)


Μια μονάχα φορά ερωτεύεσαι,
για ζωή και για θάνατο!
Μια και μόνο φορά!

Για να ζήσεις!

Αυτός είναι για μένα ο ρόλος του έρωτα στη ζωή του ανθρώπου: Ώθηση για δημιουργία.
Γι' αυτό ο άνθρωπος νιώθει τόσο «αθάνατος» όταν είναι ερωτευμένος και τόσο έτοιμος για θάνατο όταν νιώθει πως έχει ζήσει το απόλυτο του έρωτα.

Αυτό δεν το ζεις κάθε μέρα, και δεν αξίζει να το ζεις κάθε μέρα.
Απλώς Δεν Γίνεται!

Είναι σαν τη μαρμελάδα:
Είναι υπέροχη, αλλά η πολλή σε σκοτώνει.
Είναι σαν την ελευθερία:
Όταν την έχεις αποκτήσει με αγώνες
τη φυλάς σαν θησαυρό,
κι είναι λόγος να επαναστατείς στην κατάργησή της.
Αλλά όταν την έχεις δεδομένη και ανεξέλεγκτη
πεθαίνεις από πλήξη...

Αλλά...
Μήπως ο ποιητής μιλάει για τη διατήρηση του έρωτα;

Ο απόλυτος έρωτας ως βίωμα, αλλάζει τον άνθρωπο: του γίνεται modus vivendi,
και δεν έχεις πια γι' αντικείμενο του έρωτά σου, ένα μονάχα πρόσωπο.

Η αίσθηση μετουσιώνεται σε μνήμη και ικανότητα «πνευματικής και ψυχικής αθανασίας» και δημιουργικής πνοής.
Και όλα αυτά θέλεις να τα διατηρήσεις και να τα διαφυλάξεις
γιατί αξίζουν κάθε κόπο και κάθε θυσία του στιγμιαίου «θέλω σου»
και γιατί πια -από εκεί και μετά-
ερωτικά δρας, ζεις, αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο
και «περιποιείσαι» τη δημιουργική πνοή
χαρίζοντάς της τη δική σου βοήθεια/τρόπο
για να εξακολουθήσει να τρέφει τον κόσμο και σένα τον ίδιο.

Ο έρωτας σε αλλάζει και σε μαθαίνει να ζεις και να δημιουργείς,
αλλιώς δεν έζησες ποτέ κανένα έρωτα. Δεν ένιωσες δημιουργός.

Έρωτας είναι ο τρόπος να βλέπεις και να χαίρεσαι τη ζωή
γνωρίζοντας τα όριά της
(ετούτο είναι το πρώτο μας «μάθημα» στην ξενητεία του ανθρώπου, στην προσωρινότητα του ανθρώπου).

Έρωτας είναι η αγάπη του Χριστού.
Έρωτας είναι η προστασία του Δημιουργού για τα πλάσματά του:

«οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον,
ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν,
ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον»
.

Έρωτας είναι να δέχεσαι άνευ όρων τη δωρεά
και να ευχαριστείς για την τιμή να την απευθύνουν προς το πρόσωπό σου!

Αν αξιωθούμε όλοι να να γίνουμε ευγνώμονες και δωρητές χαράς,
τότε θα είμαστε πάντα, και αληθινά, ερωτευμένοι!

Ελένη Αθανασούλη


(*) Σχόλιο στο άρθρο "Ο Έρως που κουβαλά το βράχο…"

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

Διάλογος με την Ελένη...

Με αφορμή την ανάρτηση "Εικόνες μιας πόλης… #27" στο Aixmi.gr, αντάλλαξα -μέσω mail- κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες σκέψεις με την πολύ αγαπητή Ελένη Αθανασούλη, μόνιμη συνεργάτιδά μου στα blogs. Συνθέτοντας τις απόψεις που εκφράστηκαν, τις παρουσιάζω υπό μορφή διαλόγου:

Ε.Α.:  Όπως ξέρεις, ενίσταμαι. Είναι μια δουλειά που την έμαθα και δεν μπορώ να την ξεχάσω. Γι' αυτό, χωρίς να αντιτίθεμαι στον τοίχο, γράφω τις "προτάσεις" μου:

Ευτυχία είναι να ξέρεις ποιος είσαι και τι θέλεις.
Ευτυχία είναι αυτό που θέλεις να μη σκοτώνει τους άλλους.
Ευτυχία είναι όταν μπορείς να "ξεκουραστείς" μ' ένα ηλιοβασίλεμα.
Ευτυχία είναι όταν έχεις βρεθεί συνεπής στο καθήκον σου.
Ευτυχία είναι να μιλάς και να θεραπεύεις με το λόγο σου.
Ευτυχία είναι να διορθώνεις τα λάθη σου.
Η Ευτυχία είναι ατομική αίσθηση και συλλογική ανάγκη.
Η Ευτυχία είναι προσωρινή αίσθηση που λογαριάζεται μόνο με το πόσο λίγη υπήρξε.
Γιατί, όποιους κι όσους και να βρεις, τελικά μόνος θα φύγεις/θα μείνεις.
Κι όποιος απομείνει θα πληγωθεί...


Κ.Π.:  Με όλα συμφωνώ! Τι πειράζει, τώρα, να υπάρχει, συν τοις άλλοις, και κάποιος που ν' αγαπάς; Ακούω τώρα έναν φοβερό Βάγκνερ στο ραδιόφωνο. Τον ήρωα της όπερας γιάτρεψε η αγάπη!


Ε.Α.:  Αναγκαίο! Και ωραίο! Αλλά είναι άλλο η αγάπη, άλλο η ευτυχία!

Η αγάπη είναι αίμα, είναι θυσία! Σε δικαιώνει ως άνθρωπο που (μπορεί να) αγαπάει.
Γιατί το να αγαπάς είναι ψυχική ικανότητα που δεν την έχουν όλοι.
Το να σ' αγαπούν είναι ψυχική ανάγκη, που την έχουμε όλοι.

Η ευτυχία είναι συγκυρία περιστάσεων και επί πλέον στιγμιαία (έστω και μακρά στιγμή, ή πολλές συνεχόμενες στιγμές), δεν είναι στάση ζωής!

Η ευτυχία υπάρχει εκεί που τα δέχεσαι όλα και δεν συζητάς.

Η αγάπη η ώριμη, λέει: "Σε χρειάζομαι γιατί σ' αγαπώ".
Η ανώριμη, λέει: "Σ' αγαπώ γιατί σε χρειάζομαι".....

Καλή ακρόαση στον Βάγκνερ!

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Όσα δεν βλέπουν οι πολλοί, η "Παρακμή" τα βλέπει!

Από την ποιήτρια "Παρακμή", τακτική -ως φαίνεται- αναγνώστρια του blog, έλαβα ένα ευφυέστατο ποίημα που μάλλον με σατιρίζει, αν και ο στόχος βρίσκεται, νομίζω, πολύ πιο πέρα από την ταπεινότητά μου, και τα κίνητρα είναι πολύ βαθύτερα! Το παραθέτω πάραυτα...


Τα μάτια (σ) μου...


Είπες, θα σταματήσω πια να γράφω,

να διαβάζω,

να ψάχνω στο διαδίκτυο

για ένα τόσο δα μικρούλι

κομματάκι επικαιρότητα.

Θα σταματήσω

και στης φυσικής τα ερωτήματα

στις εξισώσεις μου τις αναπάντητες

μελέτη, χρόνο,

μάτι άγρυπνο να βάζω.


Τα μάτια μου θολώνουνε,

πονούνε και μολύνονται.


Ίσως, άμα τις κάλτσες μου μαντάρω,

ή χορταράκια καθαρίσω,

δεν τα κουράσω και πολύ.

Μπορεί, ποιος ξέρει,

οι πόνοι να μ' αφήσουνε,

και οι θολούρες τους, κι αυτές, σιγά-σιγά,

με το καλό να καθαρίσουνε.


Τι τα γυρεύεις,

πολύς ο χρόνος που κουράστηκαν,

δικαίωση ζητάνε και ξεκούραση,

έστω μια τιποτένια σύνταξη.


Μάταια πια την περιμένουν.

Έχει χωθεί μέσα στη λίστα της Λαγκάρντ!

Από 'κει μέσα, δύσκολο είναι να ξεφύγει,

σε μένα και στα μάτια μου να φτάσει.


Η τύφλα θα μας φάει

και μένανε, κι αυτά.


Έτσι που τη ζωή μας κάναμε,

στα χρόνια που περάσαν τα πολλά,

άσκεφτα και με δανεικά να ζήσουμε,

πως τάχα σύνταξη μας πρέπει

όνειρο είναι μοναχά, και ξωτικό, καρπός,

που μόνο βουλευτής, πρωθυπουργός, και δικαστής

μπορεί να δρέπει.


Για μας;

Σκασμός, πλήρωνε, δούλευε, έτσι σου πρέπει.

Και για τα μάτια μας;

Πολλά είδατε, πολλά απολαύσατε.

Ο άνθρωπος δεν ημπορεί

όλα να τα ποθεί και όλα να τα βλέπει.


Γι' αυτό σκοτάδι μαύρο και βαθύ,

τώρα την τσέπη και το βλέμμα μας θα σκέπει.


"Παρακμή"

Σάββατο 28 Ιουνίου 2014

Πώς θα 'γραφε τους "Βαρβάρους" αν ζούσε σήμερα ο Καβάφης...

Από ανώνυμη αναγνώστρια, με το ασύνηθες ψευδώνυμο "Παρακμή", έλαβα ένα ιδιοφυές σατιρικό ποιητικό σχόλιο με αφορμή την ξαφνική αδιαθεσία γνωστού δημοσιογράφου (στον οποίο, αυτονοήτως, το blog εύχεται "περαστικά"). Μια σύγχρονη εκδοχή των "Βαρβάρων" του αγαπημένου μου Αλεξανδρινού. Όπως ίσως θα τους έγραφε αν ζούσε στην εποχή (της παρακμής) μας...

Ο παπαγάλος μας... 
Είναι ο πόλεμος να γίνει σήμερα!
Είναι βασιλιά να διαλέξουμε!
Είν' Εκκλησιά που γυρεύει αρχιτέκτονα!
Είναι και ο σεισμός που έρχεται,
Είν' ο κατακλυσμός που επίκειται! 
Και είναι ο Παπαγάλος μας,
με ένα πετραδάκι τόσο δα
-μόλις στα πέντε χιλιοστά-
που στο νοσοκομείο
αδύναμο κι αμίλητο τον έφερε! 
Κι εμείς; τι θ' απογίνουμε
σαν πάθει κάτι ο παπαγάλος μας;
Πώς θα σκεφτόμαστε;
και πώς θ' αποφασίζουμε;
πώς, σ' ό,τι μας λένε, θα πιστεύουμε; 
Και πώς θα πάρουμε απόφαση μεγάλη
να πάμε σ' εκλογές, ή όχι;
ποιος θα μας εξηγήσει
τι να κάνουμε και τι να δανειστούμε
τώρα που ο παπαγάλος μας αρρώστησε; 
Τουλάχιστον, όσο μιλούσε
κι όσο μας εξηγούσε
υπήρχε κάποια ελπίδα
να κάνουμ' επί τέλους το σωστό...! 
"Παρακμή"

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

Ένας ξεχωριστός σκύλος, ένας σπάνιος φίλος!

Της Ελένης Αθανασούλη

Ήταν ένα μικρούλι ανοιχτοκάστανο κουταβάκι. Ο μπάρμπα Γιάννης, ο τσοπάνης μας, δεν ήθελε να το κρατήσει, γιατί η μάνα του, μια λύκαινα είχε ξενοπερπατήσει μ’ ένα συνηθισμένο παλιόσκυλο, κι αντί για πρώτης ράτσας σκύλο, τού ‘φερε τούτο το τιποτένιο κουτάβι. Μεγάλος μπελάς!. Αυτός ήταν φύλακας για κότες, δεν ήταν για κοπάδι.

Στο πρόβλημά του βρήκε τη λύση. Ήρθε επίσκεψη στο σπίτι, για να μας φέρει γάλα και τυρί, και με την ευκαιρία, έφερε στα παιδιά του αφεντικού κι ένα δώρο: το κουτάβι, που είχε για πέταμα! Η κυρά-Αρετή πήρε το τυρί, πήρε και το γάλα που είχε παραγγείλει για να φτιάξει τον τραχανά και τις χυλοπίτες της χρονιάς, κι ευχαρίστησε το μπάρμπα Γιάννη για τον κόπο του. Ο Νίκος, ο μεγαλύτερος από μας τα παιδιά, παρέλαβε το κουτάβι. Μας μάζεψε κοντά του για να μας κάνει επίδειξη. Εμείς σαστισμένα, με το καινούργιο «παιχνίδι» σταθήκαμε στην αράδα για να παρακολουθήσουμε. Ο Νίκος, σαν μεγαλύτερος που ήταν, είχε την ευθύνη για όλα, και οι κατευθύνσεις που θα έδινε αυτός ήταν υποχρεωτικός γνώμονας για όλους εμάς τους μικρότερους. Έτσι λοιπόν, για το καλωσόρισμα του κουταβιού, άρχισε αμέσως, να παίζει μαζί του και να το γυμνάζει, να του δίνει εντολές και να ελέγχει την υπακοή του. Ο Νίκος, δεν ήταν μόνο ο σοβαρός και υπεύθυνος καθοδηγητής μας, ήταν και παιχνιδιάρης και ζαβολιάρης. Έτσι, γυμνάζοντας το κουταβάκι, προσπαθούσε να το ξεγελάσει, να το μπερδέψει. Ετούτο το κακόμοιρο, που ήταν ορφανό και πεταμένο, έκανε τα πάντα αποζητώντας αγάπη κι επιδοκιμασία. Και την πέτυχε. Ήταν ένα εξαιρετικής ευφυΐας κουτάβι, που μας κέρδισε όλους, για τη χάρη με την οποία ξέφευγε από τις παγίδες, για το πώς συμμορφωνόταν κι εκτελούσε τις εντολές και το πόσο αποζητούσε από όλους μας την επιβράβευση ύστερα από τόσα και τόσα παιχνίδια και δουλειά. Δεν μπορούσες ποτέ να αρνηθείς την αγάπη σου σ’ αυτόν το σκύλο.

Ο Νίκος τον ονομάτισε Αζώρ. Τον είχαμε στην αυλή του σπιτιού. Ήξερε πολύ καλά το ρόλο και το έργο του. Ήταν συνήθως ελεύθερος. Δεν άφηνε ξένους να μπουν στην αυλή, γιατί αισθανόταν την παραβίαση. Αγαπούσε όμως όλους τους εργάτες της οικογένειας, τους οποίους γνώριζε πολύ καλά, κι αυτοί τον αγαπούσαν και τον χάιδευαν. Σ’ όλους ανεξαιρέτως κάτι είχε προσφέρει, χαρά ή προσωπική εκδούλευση.

Νεαρός σκύλος ακόμη, μια μέρα που βολτάριζε κοντά στο σπίτι, δεν ξέφυγε από το δόκανο του μπόγια, που γύριζε τα χωριά για να ελέγξει την αμέλεια των νοικοκυραίων. Έριχνε φόλες στ’ αδέσποτα, για να σωφρονίσει όσους δεν μεριμνούσαν για την αποφυγή κινδύνων από τους ελεύθερους σκύλους. Ο ελεύθερος Αζώρ, είδε τον μπόγια ως άγνωστο, τον γαύγισε, κι εκείνος τού 'ριξε τη φόλα. Ο καημένος ο Αζώρ την πήρε και την έφαγε. Σε λίγο αρρώστησε βαριά. Η μάνα μας, σαν τον είδε, κάλεσε και το Νίκο, τα κουβέντιασαν, κι αποφάσισαν να του δώσουν παστό χοιρινό με αρκετό λίπος για να του προκαλέσουν ναυτία. Αλλά ο σκύλος, αρνήθηκε να πάρει απείραχτο φαγητό. Ήταν συνηθισμένος να τρώει υπολείμματα φαγητού. Με το ζόρι, του κράτησαν το στόμα ανοιχτό και άδειασαν μέσα σ’ αυτό ένα μπουκάλι λάδι. Μετά από λίγο, εξέμεσε τη φόλα. Τον φροντίσαμε κι εβγήκε γερός από αυτή τη δοκιμασία. Όλοι μας ήμασταν χαρούμενοι που επέζησε, και προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπους να τον προφυλάξουμε από κάθε κίνδυνο κι από κάθε κακό ενδεχόμενο.

Ο Νίκος έφυγε για την Αυστραλία, κι ο Αζώρ λυπήθηκε πολύ γι’ αυτήν την απουσία, όπως όλοι μας. Εγώ θεώρησα αυτήν την μετανάστευση ως το ισχυρότερο πλήγμα που είχα δεχθεί στην καρδιά μου μέχρι τότε. Ήμουν 13 χρονών. Η μαμά μου, μια γυναίκα, με σιδερένια υγεία και λιονταρίσια καρδιά, για πρώτη φορά στη ζωή της λιποθύμησε. Ο Μπαμπάς το πήρε κατάκαρδα, Ο άνθρωπος αυτός, που δεν είχε δουλέψει με τα χέρια του εδώ και 30 χρόνια, αποσύρθηκε στο καινούργιο χωράφι που είχε αγοράσει, και άρχισε, στα 55 του, να δουλεύει σκληρά για να κουράζει το σώμα του, ώστε να μην έχει η θλίψη αποκούμπι. Φοβόμασταν όλοι για την ψυχική του υγεία. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε ζήσει σκληρά παιδικά χρόνια, είχε μεγάλες ατυχίες στη προσωπική και την επιχειρηματική του ζωή, και γι’ αυτό είχε εύθραυστη υγεία. Σε τούτη τη δύσκολη ώρα ο Αζώρ, ήταν ένας σύντροφος, που βρισκόταν μαζί του όλη μέρα. Ο Μπαμπάς, ήταν ένας άνθρωπος πολύ τρυφερός. Σ’ όλους μας, μιλούσε με χαϊδευτικά και υποκοριστικά. Έτσι μιλούσε και στον Αζώρ. Τον φώναζε Αζοράκο. Ποτέ δεν τον κάλεσε, ούτε τον μάλωσε αυστηρά. Πάντοτε μειλίχια και γλυκά έδινε τις εντολές ή επέβαλλε τις τιμωρίες, σαν αναγκαίο στάδιο για την εκπαίδευση και το σωφρονισμό. Αυτός ήταν ο δικός του ο τρόπος. Χαμηλόφωνα και με φωνή που δεν επιδέχεται αντιρρήσεις, «Αζοράκο, όχι, δεν έκανες καλά». «Αζοράκο, πήγαινε φέρ'το». «Αζοράκο άσ'το», και τελικά, «μπράβο Αζοράκο!», μ’ ένα γέλιο γλυκό γεμάτο κατάφαση και ικανοποίηση. Χαίρονταν οι δυο τους και σφυρηλατούσαν μια σχέση δυνατή, σχέση συντροφιάς, συνεργασίας, παρέας, συνύπαρξης. Έζησαν πολλά χρόνια μαζί.

Ο Μπαμπάς τον έπαιρνε μαζί του όταν έβγαινε με το δίκαννο για να κυνηγήσει. Οι φίλοι του τον κοροϊδεύανε, πως «τρέχει μαζί του στο κυνήγι έναν κοπρίτη». Αλλά ο Μπαμπάς, είχε διδάξει λίγα μυστικά στον Αζώρ. Κι εκείνος, με τη σειρά του, με την εξυπνάδα και τα χαρίσματά του, έμαθε πώς να ανιχνεύει τα πουλιά στις κρυψώνες τους. 1-2 τη φορά.

Όταν θερίζανε τα γεννήματα, μέσα στις καλαμιές κρύβονταν τα ορτύκια. Εκεί ξεκίνησαν τα γυμνάσια για το κυνήγι. Ο Μπαμπάς έπαιρνε τον Αζώρ και έβγαιναν στις καλαμιές. Ο Αζώρ μπροστά, ο Μπαμπάς ακολουθούσε με το δίκαννο προτεταμένο. Ο Αζώρ, στην αρχή, δεν ήξερε για ποιο λόγο διέσχιζε τις καλαμιές, αλλά όταν κάποια στιγμή είδε να ξεπετάγονται μέσα απ’ τις φωλιές τους οι ορτυκομάνες και όσα από τα μικρά τους μπορούσαν να πετάξουν, αυτός χαιρόταν κι ήθελε να παίξει μαζί τους, προσπαθούσε να τα φτάσει, αλλά ο κυνηγός έριχνε και ο Αζώρ κατάπληκτος έβλεπε το πουλί να πέφτει και το τρεχαλητό του για παιχνίδι έχανε το νόημα του! Ο κυνηγός χαρούμενος για τη στόχευσή του, φώναζε: «Αζώρ το ορτύκι!» κι ο Αζώρ κοίταζε σα χαμένος, μια το Μπαμπά, και μια κατά το μέρος που είχε πέσει το πουλί. Μετά από λίγο, με θλίψη στα μάτια, πήγαινε το 'παιρνε και το πήγαινε στο Μπαμπά. Ο Μπαμπάς, το 'παιρνε και καμάρωνε τον Αζώρ! Ο Αζώρ τριγύριζε γύρω-γύρω από το Μπαμπά και περίμενε το χάδι πάνω στο κεφαλάκι του.

Όταν πήγαιναν για κυνήγι, στην αρχή, ο Αζώρ ήταν πολύ χαρούμενος, κι έτρεχε, έτρεχε πολύ γρήγορα, κι ο μπαμπάς δεν τον πρόφταινε. Στο πέρασμά του όλα τα πουλιά που ήταν φωλιασμένα στις καλαμιές, πετάγονταν ξαφνιασμένα κι έφευγαν. Ο Μπαμπάς δεν έφτανε να χτυπήσει κανένα. Σιγά-σιγά ο Αζώρ έμαθε να προπορεύεται στη σωστή απόσταση και η κυνηγετική έξοδος ήταν αποδοτική, πάντα όμως μέσα στο αποδεκτό όριο: όχι πάνω από 1-2 θηράματα.

Με την υπομονή του Μπαμπά ο Αζώρ έγινε πολύ καλός ιχνηλάτης. Έμαθε να ιχνηλατεί αλάνθαστα, ορτύκια, μπεκάτσες, τρυγόνια, συκοφάγους κ.ά. Το σπουδαιότερο όμως ήταν το κυνήγι της πάπιας. Όχι μόνο στο ποτάμι αλλά και στη θάλασσα.

Αδυνατώ να θυμηθώ αν υπήρξε κάποια στιγμή που ο Αζώρ ζήτησε τη χαρά και την ευτυχία σε κάποια άλλη αγάπη, διαφορετική από τη δική μας. Ο Αζώρ μεγάλωσε κοντά μας, και ζούσε ευτυχισμένος. Δεν θυμάμαι να είχε κάποιο φλερτ, ή κάποιον έρωτα. Δεν τον θυμάμαι να ζευγάρωσε ποτέ. Ήταν ο σκύλος που χαρά του ήταν να μας υπηρετεί. Κι η δική μας αγάπη και περηφάνια για την εξυπνάδα και τη χάρη του, ήταν κάθε μέρα και μεγαλύτερη.

Ο Αζώρ ένοιωσε την αγάπη του Νίκου, του Μπαμπά και όλων μας. Ένοιωσε πως η αγάπη σ’ αυτό το σπίτι ήταν θεσμός. Ήταν αναγκαίος όρος. Ο Μπαμπάς, ήταν κάθε μέρα στο χωράφι με τα ζώα, και τις καλλιέργειές του. Συντροφιά του κρατούσε ο Αζώρ, που βγαίνανε παρέα και για κυνήγι, και μια γάτα. Η γάτα αυτή και ο Αζώρ έγιναν -μετά από επανειλημμένα μαθήματα αγάπης και αποδοχής- κολλητοί φίλοι. Έτρωγαν από το ίδιο πιάτο, κι αν για κάποιο λόγο έτρωγε κάποιος απ’ τους δύο πρώτος χωρίς να έχει φάει ο άλλος, η μερίδα του άλλου φυλασσόταν από τον πρώτο. Απλώς, ο καθένας έτρωγε το μισό. Ήταν πραγματικά απίστευτο, να βλέπεις να τρώνε από το ίδιο πιάτο ο σκύλος και η γάτα. Αγάπη και Δικαιοσύνη.

Σ’ ένα ξέφωτο αυτού του χωραφιού, σπαρμένο με κριθάρι, έβοσκαν ολημερίς οι κότες, υπό το άγρυπνο βλέμμα του Αζώρ. Δεν τολμούσε να εμφανιστεί καμμιά απειλή γι’ αυτές. Ο φύλακας αυτός θα τον εξουδετέρωνε. Στηριγμένος στα δυο του μπροστινά πόδια, με το κεφάλι ψηλά σαν το περισκόπιο του υποβρυχίου, περιώπτευε το τοπίο και έδινε σήμα στον Μπαμπά-κυνηγό οσάκις εμφανιζότανε αλεπού. Μια φορά μάλιστα, της έστησε καρτέρι κρυμμένος, και αμέσως ξεσήκωσε το Μπαμπά, ο οποίος την εξολόθρευσε.

Σταθμό στην αγάπη όλων μας για τον Αζώρ στάθηκε το ακόλουθο περιστατικό: Ένα βραδάκι ο Μπαμπάς αφού τέλειωσε τη μέρα του στο χωράφι, με τα ζώα και τις καλλιέργειες, επέστρεφε στο χωριό. Με το θόρυβο από το βηματισμό του αλόγου ο Μπαμπάς δεν αντιλήφθηκε ότι ακολουθούσε σιωπηλός και ο Αζώρ. Όταν κάποια στιγμή τον είδε, σταμάτησε, πήγε κοντά του, τον κοίταξε αυστηρά (και με παράπονο για την εγκατάλειψη του καθήκοντος) του είπε: «Αζοράκο, οι κότες μας τι θα γίνουν απόψε; Πίσω γρήγορα, στις κότες!». Ο Αζώρ, έσκυψε το κεφάλι, έριξε κάτω τ’ αυτιά, έβαλε και την ουρά στα σκέλια, και γύρισε αναντίρρητα πίσω στις κότες!

Κύκνειο άσμα για τον Αζώρ, στάθηκε η μέχρις εσχάτων εκτέλεση του καθήκοντος. Ας ιστορήσουμε το τελευταίο περιστατικό δράσης του Αζώρ, με την ακρίβεια που ταιριάζει στη μνήμη του πιο άξιου τετράποδου φίλου: Ήταν βαρύς χειμώνας. Η κοίτη του Ευρώτα είχε γεμίσει, και το νερό κυλούσε ορμητικό παρασέρνοντας στο διάβα του ό,τι έβρισκε. Είχε μπει σε περιβόλια κι είχε ξεριζώσει δένδρα. Είχε ξεριζώσει ακόμη κι από τις όχθες ψηλόκορμα δένδρα. Τα ξεριζωμένα δέντρα, μέσα στην κοίτη, όδευαν προς το τέρμα του ταξιδιού, τη θάλασσα. Με τέτοιο καιρό συνήθως κατεβαίνουν και πάπιες. Αγριόπαπιες. Οι πάπιες ακολουθούν τη ροή του ποταμού και φτάνουν, κι αυτές, μέχρι τη θάλασσα. Εκεί κοπάδια πια, πλέουν στην κυματισμένη θάλασσα. Βουτούν, τινάζονται, κρύβονται έρχονται, φεύγουν. Μεθυστικό το κυνήγι. Ο Αζώρ ορμά στο νερό, και φέρνει το σκοτωμένο θήραμα στο Μπαμπά.

Μια τέτοια μέρα ο Μπαμπάς πήρε τον Αζώρ και πήγαν στο ποτάμι για να κυνηγήσουν πάπιες. Ο Αζώρ είδε ότι μια χτυπημένη πάπια είχε πέσει πέρα από το μέσον της κοίτης. Μπήκε στο ποτάμι πήρε τη χτυπημένη πάπια και, όπως πάντα σε αντίστοιχες περιπτώσεις, την πέρασε απέναντι. Εκεί την άφησε, βούτηξε πάλι και γύρισε στο Μπαμπά μου. Ο Μπαμπάς τον μάλωσε: «Αζοράκο η πάπια είναι δική μας! Γρήγορα, την πάπια!». Ο Αζώρ, ξαναβούτηξε, πέρασε απέναντι, πήρε την πάπια και ξεκίνησε για να τη φέρει στο Μπαμπά μου. Όμως το ποτάμι ήταν «φουσκωμένο», και το ρεύμα πεισματάρικο, δυνατό. Ένας ξεριζωμένος, τσακισμένος, ευκάλυπτος έπλεε κατευθείαν για τη θάλασσα, αλλά, πάνω στην καμπή της κοίτης, στρίμωξε τον Αζώρ, που κρατούσε την πάπια στο στόμα. Ο κορμός του θεόρατου δένδρου φυλάκισε τον Αζώρ στη στροφή. Η ορμή του νερού κατάπιε και την τελευταία του αντίσταση, κι ο Αζώρ άφησε την τελευταία του πνοή στην προσπάθειά του να φέρει την πάπια πίσω. Κι αυτό έγινε, μπροστά στα μάτια του κατάπληκτου Μπαμπά, που δεν μπορούσε ούτε να βοηθήσει ούτε να βλέπει.

Θρηνήσαμε όλοι μας τον Αζώρ, που ορφανό κουταβάκι βρήκε κοντά μας αγάπη κι ευτυχία, και μας έδωσε χαρά κι υπερηφάνεια. Που έδωσε και τη ζωή του για να υπηρετήσει το αφεντικό του. Ήταν θυσία που χαράχτηκε στην καρδιά και τη μνήμη όλων μας. Κανένας άλλος σκύλος, ύστερα από αυτό, δεν θα μπορούσε να μπει στην καρδιά μας και να κερδίσει τέτοια αγάπη.

Ξαναδιαβάζοντας τούτη την ιστορία, για να διορθώσω τυχόν παραδρομές της μηχανής, βλέπω με κατάπληξη, ότι δεν υπάρχει μέσα της η ψυχή μου, με την αγάπη της γι' αυτό το φίλο, τον αγαπημένο. Βλέπω, πως δεν μπορεί ο αναγνώστης να καταλάβει τη θύελλα της τρυφερότητας και τη λαχτάρα μου για τη ζωή του Αζώρ όταν αυτός κινδύνεψε στ' αλήθεια να πεθάνει. Δεν μπορείτε να καταλάβετε το θρήνο που ρήμαξε την καρδιά μου όταν αυτός ο φίλος χάθηκε τόσο πονεμένα και αυτοθυσιαστικά. Γιατί αυτός ο θάνατος δεν ήταν μάταιος. Μου έδειξε τη σημασία της πίστης και τη σημασία της αφοσίωσης. Και τούτη την ώρα τα δάκρυά μου σ' αυτή τη μνήμη, μπορεί να φαίνονται περίεργα, είναι όμως βαθύτατο πένθος μιας αξεπέραστης απώλειας...

Παρασκευή 30 Μαΐου 2014

Έρωτες στα ερείπια του πολέμου

(Από το ημερολόγιο της Ελένης Αθανασούλη)

Η Βάσια είναι μια Μεγάλη Γυναίκα. Ζει πια μόνη.

Το πρόσωπό της λίγο μαραμένο από το χρόνο, μ' ακόμη πανέμορφο, τα μάτια της γελαστά κι ευτυχισμένα, το χαμόγελό της, κερασάκι ώριμο. Χαριτωμένη κώμη με φυσικούς κυματισμούς πλαισιώνει αυτή την ωραία μορφή. Ένας γεμάτος κι ευτυχισμένος άνθρωπος, πάντα προσηνής, πάντα “φωτεινή”. Λόγια, γέλιο, κινήσεις, απαιτήσεις, προσδοκίες, όλα με μέτρο. Το Άριστον.

Αυτή η ευφρόσυνη ύπαρξη, η Βάσια, δεν είναι ποτέ μόνη. Γιατί έζησε μια οικογενειακή ζωή με πληρότητα συναισθημάτων και αρετών. Είναι γεμάτη μνήμες αγάπης.

Ναύπλιο, λίγο μετά τον πόλεμο. Η μαμά, κυρία κι αρχόντισσα του σπιτιού, είναι μορφωμένη και πάντα γαλήνια. Μεγάλη καρδιά. Η επικοινωνία μαζί της ήταν μυσταγωγία, χαρά και διδασκαλία, αγάπη και φιλία. Αμεσότητα και ειλικρίνεια. Η Βάσια, μαθήτρια στο Γυμνάσιο, κι η μαμά την έβλεπε να μπουμπουκιάζει και ν' ανθίζει. Κι από κοντά οι νέοι να την πλησιάζουν και να τη φλερτάρουν. Όλα τα νεανικά μυστικά της η Βάσια τα φανέρωνε στη λατρεμένη της μητέρα. Κι εκείνη, μ' αγάπη για το παιδί της, μάνα και πατέρας μαζί (αφού ο μπαμπάς “έφυγε” στην κατοχή), δε σταματούσε να λέει: ό,τι και να γίνει, πρόσεχε το σχολειό σου. Πρώτα απ' όλα η μόρφωσή σου και μετά όλα τ' άλλα. Πρόσεχε τις παρέες σου, κι όποιος είναι μαζί σου θα έρχεται στο σπίτι μας.

Τελευταία χρονιά στο Γυμνάσιο. Ένας νέος, μαζί με το φίλο του συνοδεύουν από μακριά τη Βάσια, στο δρόμο της επιστροφής, από το σχολείο. Μέρες τώρα. Η μικρή Βάσια, κολακεύτηκε, ανησύχησε, κι η περιέργειά της άναψε. Μαζί με φόβο. Τη μια μέρα επιτάχυνε το βήμα. Την άλλη κοίταξε πίσω της, ανήσυχη. Η “παρακολούθηση” συνεχιζόταν. Οι νέοι, συμμαθητές από το δημοτικό σχολείο.

Προς το τέλος της σχολικής χρονιάς, η Βάσια, δεν βάσταξε άλλο. Γύρισε πίσω της για να λογαριαστεί με τους “υπόπτους”.

-Γιατί με παρακολουθείτε; τους ρώτησε.

-Δεν σε παρακολουθούμε! Της απάντησαν ευγενικά, και φιλικά, “μη φοβάσαι!” Της απάντησαν.

Όμως για μέρες αυτό συνεχιζόταν, κι εκείνη, μια μέρα, ρώτησε πάλι

-Γιατί εξακολουθείτε να με παρακολουθείτε; Το σπίτι μου είναι εδώ κοντά. Να εκεί! Είπε, σαν να 'θελε να πει “δίνω μια και μπαίνω μέσα και δεν θα με βλέπετε” , ή “αν τολμάτε ελάτε εκεί”.

Τότε, ο ένας νέος της είπε: “την επόμενη Κυριακή θα έρθω στο σπίτι σου”.

Την επόμενη Κυριακή, ο νέος, πήγε στο σπίτι της. Η ευγενέστατη μητέρα της τον δέχθηκε, τον ρώτησε γι' αυτόν, τον περιποιήθηκε, κι εκείνος, λίγο πριν τους αποχαιρετήσει τους είπε:

-Την επόμενη Κυριακή θα έρθω με τους γονείς μου.

Αποχαιρετίστηκαν κι έφυγε. Έτσι κι έγινε. Την επόμενη Κυριακή, πήγε με τους γονείς του, οι οικογένειες γνωρίστηκαν, οι γονείς του νέου ζήτησαν για το παιδί τους το χέρι της Βάσιας και διαβεβαίωσαν τη μητέρα της, πως η κόρη της θα ζήσει ευτυχής, χωρίς να της λείψει ποτέ το παραμικρό.

Η σοφή μαμά της, τους ευχαρίστησε, τους διαβεβαίωσε πως εκείνη έχει ήδη φροντίσει για να μη λείπει τίποτε (από όλα εκείνα τα πρακτικά και καθημερινά πράγματα) στην κόρη της. Αλληλοευχαριστήθηκαν, κι η οικογένεια του νέου αποχώρησε. Σ' ένα χρόνο έκαναν τον αρραβώνα και σ' ένα ακόμη χρόνο έκαναν το γάμο.

Η Βάσια έζησε μαζί με τον καλό της 48 ολόκληρα χρόνια ανέφελου και ειρηνικού βίου, μέχρι που εκείνον τον κάλεσε στους κόλπους του ο Κύριος της αγάπης. Σήμερα η καρδιά της είναι γεμάτη, χορτάτη. Η όψη της δείχνει γαλήνη και πληρότητα. Οι ανάγκες της δεν είναι του κόσμου τούτου, είναι των αγγέλων. Το πρόσωπό της καθρέφτης της εσωτερικής της ειρήνης, της γαλήνης της καρδιάς της. Της πλησμονής της ύπαρξής της όλης.

Μια μορφή ευγενής, μια ψυχή καθαρή, μια καρδιά γαλήνια. Ένας Άνθρωπος, “μορφωμένος” μέσα στην αγάπη.

Ευλογημένη Βασούλα!

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Αναμνήσεις κι αναπολήσεις....

Ένα νοσταλγικό κείμενο της Ελένης Αθανασούλη...

Πέρασε κι η γιορτή της μητέρας! (μας!)

Η δύση έκανε μια γιορτή για το κάθε τι, σε μια ορισμένη μέρα.

Εμπορευματοποίηση. Τις άλλες μέρες μπορούμε να ξεχνάμε

τη μάνα μας, το σύντροφό μας, το δάσκαλό μας, το περιβάλλον κ.ο.κ.


Τούτη τη φορά, μιλώντας με τους φίλους

και τις μαμάδες φιλενάδες μου,

ένιωσα -κι είναι αλήθεια- πρώτη φορά, μόνο μάνα!


Και τώρα, σαν κόρη

αναλογίζομαι τους κόπους, τις αναμονές, το θάρρος,

τις περιστασιακές ματαιώσεις της....

Όμως ήταν μάνα πάνω απ' όλα!

Μάνα ήταν και για τα εγγόνια της. Τρυφερή μάνα.


Θυμάμαι ιδιαίτερα, όταν της πήγαινα τα παιδιά.

Τα δικά μου τα θεωρούσε καλομαθημένα (παρόλο που δεν ήταν)

και τα φιλοξενούσε σα μοναχοπαίδια.

Τα κρατούσε μέρες, καλοκαιριάτικες συνήθως.

Κι εκεί στις 10 το πρωί, που ήταν η ώρα για το αυγό τους,
έκανε τόσα πράγματα για να τα ευχαριστήσει,
που δεν θυμάμαι να 'κανε για μας κάτι παρόμοιο.

Έβαζε λοιπόν, το μελάτο αυγό σ' ένα ποτήρι-κούπα,
και πρόσθετε τόσα πράγματα μέσα, που γινόταν ολόκληρο γεύμα.

Μερικά από αυτά: αλατοπίπερο, τριμμένη-λυωμένη φέτα τυρί,

ρίγανη, λάδι και ψίχα ψωμιού (!). Τους το 'δινε με το κουτάλι το μεγάλο!

Αργότερα που μεγαλώσανε θέλανε κι άλλα.

Τους έφτιαχνε λοιπόν πότε πιτούλες από το ζυμάρι του ψωμιού,
πότε σαλάτα και τυρί, και ελιές (πέρα από το δεκατιανό αυγό).

Για τις ελιές είχε το εξής πλάνο: ήθελε να βγάζει όλα τα κουκούτσια,

για να μη της πνιγούν τα “πρωτευουσιανάκια τα άμαθα”!
Όχι πως χρειαζόταν, αυτοί ήταν τσακάλια!

Αλλά εκείνη που τα 'βλεπε λίγο,

ήθελε να τα περιποιείται πολύ! Τέτοια ψυχή!

Η μνήμη τους αυτή είναι ολοζώντανη, γιατί (τα καθάρματα) για να τη βάλουν

να τρέχει περισσότερο για χάρη τους

δεν ήθελαν από τις ίδιες ελιές!

ο ένα ήθελε μαύρες ξυδάτες, κι άλλος πράσινες λεμονάτες!

Κι εκείνη τους έκανε το χατήρι, με γλυκόλογα, κι αγάπες.

Αυτή η μνήμη,
είναι γι' αυτούς πολύ δυνατό στοιχείο για την αγάπη της γιαγιάς τους!
Ξέχωρα από τα δεκάρικα που ήθελαν σχεδόν κάθε μέρα

για να αγοράζουν βιβλία παιδικής λογοτεχνίας,

βλέπεις.. η καθημερινή ψυχαγωγία!
Το “κακό” για τη μάνα μου ήταν πως διαβάζανε γρήγορα!
-Δεν τους προφταίνω! μου έλεγε, με ξεφραγκίσανε!
-Μαμά μη τους κάνεις όλα τα χατήρια! της έλεγα, κι εκείνη:
-Καημένη μου, πόσες μέρες θα είναι εδώ; του χρόνου θα τα ξαναδώ!

μέχρι του χρόνου θα τα 'χω ξαναμαζέψει τα λεφτά μου! έχει ο Θεός!

Αχ! μάνα!

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Η Αλήθεια της Μάνας: Δύο ποιήματα της Ελένης Αθανασούλη

Ψάχνοντας στα άδυτα των ηλεκτρονικών μου αρχείων, κατάφερα ν' ανακαλύψω δύο ανέκδοτα ποιήματα της Ελένης Αθανασούλη. Πέρα από την αναμφισβήτητη ποιητική τους αξία, ο συνδυασμός τους παρουσιάζει ιδιαίτερο ψυχολογικό ενδιαφέρον, αφού περιγράφει τη γυναίκα διαλεκτικά, ως σύνθεση δύο συνειδητοτήτων: της μάνας και -ταυτόχρονα- της κόρης...


Αλήθεια...

Αυτονόητα περνάει η μέρα μου
σαν να πρόκειται
να σ' ανταμώσω στο σπίτι
κάθε φορά που επιστρέφω.

Μάταιη κάθε επιστροφή,
η κάμαρά σου πάντα είν' αδειανή
γεμάτη από την απουσία σου.
Μπαίνω και στέκομαι για λίγο...
Με κοιτάζεις μες από τις φωτογραφίες σου
χαμογελώντας αδιάψευστα
στη συγκεκριμένη στιγμή...

Παιδί μου,
όπου και να 'σαι,
κλείνω τα μάτια και σε φαντάζομαι
χαμογελαστόν, δυνατόν και ωραίον,
μέσα στην αλήθεια των επιθυμιών σου,
μέσα στην αλήθεια των αδιεξόδων σου,
στην αλήθεια των επιλογών σου
και των τραυμάτων σου...

Πονάς;
Αίμα η καρδιά μου να δώσει
να σου κλείσει τα τραύματα,
η αγκαλιά μου να γειάνει
την ψυχή σου με θαύματα!

Αλήθεια,
πόσο λίγο καιρό
είναι γονιός κανείς...

.......................................................


Μάνα...


Είσαι η πηγή της ζωής,

Μάνα,

Η αγκαλιά σου όλους τους χωρεί,

Παιδιά και γέροντες,

Τους μόνους και τους λυπημένους...


Μα σαν μονάχη

Πονεμένη, τσακισμένη

Θα βρεθείς

Ένα μονάχα να θυμάσαι,

Μάνα για σένα,

Μόνη εσύ θε να ’σαι...


Ελένη Αθανασούλη

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Η τεμπέλα μοναχοκόρη

Ένα παραμύθι της Ελένης Αθανασούλη


Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που οι άνθρωποι δεν είχαν αυτοκίνητα, ούτε τηλέφωνα σταθερά και κινητά, ζούσε σ’ ένα μεγάλο χωριό ένας άρχοντας με την οικογένειά του, και το μεγάλο βιος του: χτήματα και ζώα, και πολλούς υπηρέτες κι εργάτες.

Ο άρχοντας ήταν ένας καλός άνθρωπος που αγαπούσε τη φαμίλια του, και πάσχιζε να δίνει καλές οδηγίες και συμβουλές για να μεγαλώνουν σωστά τα παιδιά του. Ο ίδιος, είχε προκόψει κι είχε αποκτήσει σπουδαίο βιος, από καλή του τύχη, αλλά κι από τη φιλοπονία και την τιμιότητά του. Ο άνθρωπος αυτός είχε και μια πανέμορφη κόρη. Ούτε τα νιάτα, ούτε η ομορφιά της όμως έδιναν χαρά στα γονικά της, γιατί η κόρη αυτή ήταν ανυπάκουη. Καμμιά συμβουλή των γονιών της δεν άκουγε και καμμιά δουλειά δεν έκανε στο σπίτι. Ούτε και γράμματα ήθελε να μάθει.

Σαν μεγάλωσε κι έγινε της παντρειάς, η αξεπέραστη ομορφιά της έγινε γνωστή σ’ όλη την περιφέρεια. Πολλά παλικάρια πήρανε το θάρρος και πήγανε να τη ζητήσουν σε γάμο. Ο πατέρας της όμως, που ήταν ένας σωστός και τίμιος άνθρωπος, δεν ήθελε να κρύψει τα ελαττώματα της κόρης του. Κι έτσι, σε κάθε νέο που εμφανιζόταν και ζητούσε να παντρευτεί την κόρη του, ο δυστυχής πατέρας δεν αρνιόταν, αλλά…

-«Με την ευχή μου, παιδί μου», έλεγε, «να την πάρεις, αλλά να ξέρεις ότι μόνος σου θα τραβήξεις όλα τα βάσανα της ζωής, γιατί η θυγατέρα μου είναι φοβερά ανυπάκουη, δύστροπη και τεμπέλα. Δεν ξέρει και δεν θέλει να κάνει τίποτε στο σπίτι. Ούτε ένα αυγό να βράσει».

Ο κάθε νέος όταν άκουγε όλα αυτά, όπου φύγει-φύγει!

Πέρασε πολύς καιρός, πέρασαν και πολλά παλικάρια που ζήτησαν σε γάμο την δύστροπη και τεμπέλα αρχοντοπούλα, αλλά κανένας δεν τολμούσε να φτάσει τελικά μέχρι το γάμο μαζί της.

Κάποτε, ένας νέος από μακρινό τόπο, περαστικός κατά τύχη από το χωριό του άρχοντα, έτυχε να ιδεί την κόρη του, που καθόταν έξω στον ήλιο και χτένιζε τα μακριά κι όμορφα μαλλιά της. Στάθηκε και θαύμασε την σπάνια ομορφιά της και ρώτησε. Κι αφού έμαθε γι’ αυτήν, χωρίς να χάσει καιρό, μια και δυο πήγε και βρήκε τον Πατέρα της.

-«Άρχοντά μου», του είπε, «είδα την κόρη σου, κι από κείνη την ώρα έχασα το μυαλό μου. Αν δεν την κάνω γυναίκα μου και μητέρα των παιδιών μου, δεν θέλω να ζήσω».

-«Χμ…», μουρμούρισε κι έσκυψε το κεφάλι ο άρχοντας. «Παιδί μου, με τιμά ο τρόπος που ζητάς την κόρη μου για γυναίκα σου, αλλά με δυσκολεύεις περισσότερο από όλους, εκείνους που πριν από σένα ήρθαν και μου τη ζήτησαν. Σ’ όλους εκείνους είχα μόνο να ειπώ, όσα έπρεπε να ξέρουν αυτοί για την κόρη μου. Τώρα πρέπει όχι μόνο να σε πληροφορήσω, αλλά και να σε παρηγορήσω»!

-Δεν σας καταλαβαίνω! Τι εννοείτε;

-Να, παιδί μου, εγώ, να ξέρεις, δεν έχω αντίρρηση να σου δώσω την συγκατάθεσή μου και να παντρευτείς την κόρη μου. Αλλά … η κόρη μου είναι φοβερά ανυπάκουη, είναι δύστροπη, είναι και τεμπέλα. Δεν ξέρει και δεν θέλει να κάνει τίποτε στο σπίτι. Ούτε ένα αυγό να βράσει.

-Δεν πειράζει. Δεν με νοιάζει. Εγώ θα τη μάθω να κάνει όλα όσα χρειάζεται.

-«Καλά παιδί μου, με την ευχή μου τότε, αλλά να θυμάσαι ότι εγώ σου είπα γι’ αυτά τα φοβερά ελαττώματά της, και δεν σου τα ’κρυψα» είπε ο άρχοντας. Κι αφού έφυγε ο γαμπρός, θα πήγαινε κι αυτός να πει στη γυναίκα και στην κόρη του τα ευχάριστα νέα!

Η κοπέλα μόλις άκουσε ότι ένας νέος την αγάπησε αμέσως μόλις την είδε και πως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτήν, και πως τη θέλει για παντοτινή σύντροφο της ζωής του, άστραψε από χαρά κι ευτυχία και αμέσως δέχτηκε αυτό το παλικάρι γι’ άντρα της!

Τόσο μεγάλος ήταν ο έρωτας του νέου για την όμορφη μοναχοκόρη του άρχοντα, και τόση η λαχτάρα του πατέρα να δει την κόρη του στο σπιτικό της, με οικογένεια, που ο γάμος έγινε αμέσως και το νιόπαντρο ζευγάρι έφυγε σε δυο μέρες για τον τόπο του νέου, για το δικό τους σπιτικό!

Στο σπίτι εκείνο, που δεν ήταν πλούσιο σαν το πατρικό της νέας, δεν υπήρχαν ούτε υπηρέτες για τις δουλειές του νοικοκυριού, ούτε εργάτες για τις δουλειές στα χτήματα. Στο σπίτι αυτό περίμενε το μονάκριβο γιο της η γριά μητέρα του παλικαριού.

-Γεια σου μάνα! είπε ο νέος.

-Καλώς τον ήλιο μου!, είπε η γερόντισσα.

-Μάνα βρήκα τη γυναίκα της ζωής μου, παντρεύτηκα και στην έφερα! Είπε ο νέος.

-Καλώς ήρθες κόρη μου, να ζήσεις, και με καλούς απογόνους να ζωντανέψεις το σπίτι μας, είπε η γερόντισσα, και τραβήχτηκε στην άκρη.

-Τι καλό θα φάμε μάνα σήμερα; είπε ο νέος.

-Φασολάδα με ελιές γιέ μου! Κι ένα ποτήρι κρασί για το καλώς ορίσατε!

Έστρωσε η γερόντισσα το τραπέζι για να φάνε. Η νύφη καθόταν και κοίταζε. Τέλειωσαν το φαγητό τους. Η νύφη καθόταν, περίμενε και κοίταζε. Σηκώθηκε η γερόντισσα «μάζεψε το τραπέζι» κι έπλυνε τα πιάτα. Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε. Η γερόντισσα έβγαλε και γλυκό του κουταλιού για το καλώς όρισες. Το ‘φαγαν. Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε. Η γερόντισσα κέρασε και τις γειτόνισσες που ήρθαν σε λίγο για τα καλορίζικα. Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε.

Τ’ απόγευμα, η γερόντισσα φρόντισε τα κατοικίδια ζώα, τις κότες την κατσίκα, το σκύλο, τη γάτα. Μάζεψε τα πλυμένα που είχε απλώσει, κι άρχισε να ετοιμάζει το φαγητό της αυριανής ημέρας. Ο γιος της, βλέπεις, σηκωνόταν πρωί –πρωί για τα χωράφια του, κι εκείνη θα ‘πρεπε να έχει έτοιμο το φαγητό για να του δώσει μαζί του. Δεν μπορεί κανείς να δουλεύει νηστικός, από το πρωί ίσαμε το βράδυ! Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε, αλλά δεν συμμετείχε σε τίποτε!

Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί ο νέος σηκώθηκε για να πάει στις δουλειές του. Η νύφη κοιμόταν. Δεν άκουσε τον άντρα της που σηκώθηκε να φύγει για τη δουλειά. Η μάνα του όμως, ξύπνησε για να τον φροντίσει. Άναψε το τζάκι, και ζέστανε ένα ποτήρι γάλα. Ετοίμασε και τον καφέ του. Η γερόντισσα έδωσε την ευχή της στο παιδί της, και σαν έφυγε εκείνος, ξάπλωσε πάλι, γιατί τα χρόνια την έκαναν να πονάει. Η νύφη ακόμη κοιμόταν. Πολλές ώρες κοιμόταν.

Σαν τέλειωσε τη δουλειά του στο χωράφι ο νέος, έφερε και έκοψε και τα ξύλα για το τζάκι, και επί τέλους μαζεύτηκε στο σπίτι του μετά τη δύση του ηλίου, όταν και το κρύο είχε αρχίσει να τσούζει.

-Γεια σας! είπε ο νέος γελαστός και με αγάπη, καθώς μπήκε, τι κάνετε;

-Καλώς τον ήλιο μου!, είπε η γερόντισσα.

-Τώρα ήρθες; Λέει η γυναίκα του, όλη μέρα ήμουν μόνη μου!

-Εγώ καλή μου πρέπει να δουλεύω για να ζήσουμε. Κι εσύ πρέπει να ομορφαίνεις τη ζωή μας. Τι καλό θα φάμε σήμερα;

-Δεν ξέρω, είπε η νύφη.

-Μπριάμ, είπε η γερόντισσα. Ήθελες κάτι άλλο παιδί μου;

-Ευχαριστώ μάνα, είπε ο νέος, όλα τα φαγητά καλά είναι άμα είναι φτιαγμένα με αγάπη.

Έστρωσε η γερόντισσα το τραπέζι για να φάνε. Η νύφη καθόταν και κοίταζε. Τέλειωσαν το φαγητό τους. Η νύφη καθόταν, περίμενε και κοίταζε. Σηκώθηκε η γερόντισσα «μάζεψε το τραπέζι» κι έπλυνε τα πιάτα. Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε.

Αφού τέλειωσε το δείπνο, μαζεύτηκαν κι οι τρεις τους γύρω από το τζάκι, για να ζεσταθούν κι άκουγαν να τριζοβολούν τα ξύλα καθώς οι λόγχες της φωτιάς τρυπούσαν τα κούτσουρα. Η θεριεμένη φωτιά ζέσταινε το σπίτι. Ο νέος περίφροντις συλλογιζόταν τον τρόπο που θα χρησιμοποιούσε για να κάνει τη γυναίκα του να καταλάβει ότι στην οικογένεια όλοι έχουν αποστολή και ρόλο. Δεν ήθελε να τη στενοχωρήσει. Ήθελε να τη βοηθήσει με ωραίο τρόπο. Ήθελε να την κερδίσει για να την έχει δίπλα του σ’ολόκληρη τη ζωή τους συντροφιά, παρηγοριά και στήριγμα. Όπως κι εκείνος θα της στεκόταν συντροφιά, παρηγοριά, ασφάλεια και στήριγμα. Στις καλές και στις κακές μέρες.

Σαν τις προηγούμενες πέρασε κι η επόμενη μέρα. Η νύφη ζούσε στον κόσμο της, τον παιδικό. Τον ανεύθυνο.

Ο νέος μετά από πολύ σκέψη, συνέλαβε -κι έβαλε σ’ εφαρμογή- το παρακάτω σχέδιο: Την επόμενη μέρα που ξύπνησε για τη δουλειά, έδωσε στη μάνα του -που σηκώθηκε για να τον φροντίσει- λίγο φαγητό και λίγο ψωμί. Για τη γυναίκα του που δεν ξύπνησε ούτε για να τον ξεπροβοδίσει, άφησε μόνο μια φέτα ψωμί. Μετά κλείδωσε όλα τα ντουλάπια, και πήρε τα κλειδιά μαζί του. Όσο αυτός έλειπε δεν μπορούσε κανείς να φάει τίποτε άλλο, εκτός από ό,τι εκείνος άφησε.

Όταν επέστρεψε το βράδυ από τη δουλειά, άνοιξε τα ντουλάπια. Έστρωσε πάλι η γερόντισσα το τραπέζι κι έφαγαν αμίλητοι λίγες μπουκιές ο καθένας, από ό,τι υπήρχε. Τέλειωσαν το φαγητό τους. Η νύφη καθόταν, περίμενε και κοίταζε. Σηκώθηκε η γερόντισσα «μάζεψε το τραπέζι» κι έπλυνε τα πιάτα. Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε. Πήγαν για ύπνο αμίλητοι.

Τα ίδια επαναλήφθηκαν την επομένη και τη μεθεπομένη.

Η νύφη πείνασε. Επαναστάτησε. Περίμενε τον άντρα της με βαθουλωμένα από την πείνα μάτια και με το στομάχι άδειο. Ήθελε να του ζητήσει το λόγο της πείνας και της εξαθλίωσης.

Με παράπονο τον ρώτησε γιατί αφήνει στη γριά περισσότερο από ό,τι αφήνει για κείνην.

-Μα η μάνα μου σηκώνεται κάθε πρωί και με φροντίζει για να ξεκινήσω τη δουλειά, ενώ εσύ κοιμάσαι! της απάντησε. Μου πλένει και τα ρούχα, φροντίζει τις κότες, την κατσίκα, το σκύλο, τη γάτα! Ενώ εσύ κάθεσαι και κοιτάς! Σ’ αυτό το σπίτι αγάπη μου, όποιος δουλεύει τρώει!

-Μπα!, τι λες; Ήταν η κατάπληκτη απάντηση της νέας.

Την άλλη μέρα το πρωί, η νύφη σηκώθηκε πριν από τον άντρα της, είπε στη γερόντισσα –άσε μάνα, θα φροντίσω εγώ τον άντρα μου, κι άναψε τη φωτιά. Ετοίμασε πρωινό για τον άντρα της, κάθισε μαζί του κι είπαν δυο κουβέντες για τη δύσκολη μέρα που ξεκίναγε και τον ξεπροβόδισε. Εκείνος, φεύγοντας, την κάλεσε κοντά του, και μ’ ένα φιλί, της εμπιστεύτηκε τα κλειδιά του σπιτιού του. Κι αυτή, σαν γύρισε μέσα, πήρε τη γερόντισσα από το χέρι, της έδωκε ένα φλιτζάνι ζεστό γάλα και την έβαλε ξανά στο κρεβάτι της να ζεσταθεί, χαϊδεύοντας το ασπρισμένο της κεφάλι. Μαγείρεψε, περιποιήθηκε και τα ζωντανά, και έφτιαξε κόκορα κρασάτο να φάει ο κουρασμένος άντρας της σαν θα γύριζε από τη δουλειά.

Όταν κάθισαν τούτη φορά στο τραπέζι, η νύφη τα είχε όλα έτοιμα. Με χάρη σέρβιρε τον άντρα της, με αγάπη πρόσφερε και στην πεθερά της, και τους έδειξε όλη της τη φροντίδα. Ενθουσιασμένος για την κρυμμένη αξιοσύνη της την καμάρωνε ο άντρας της, κι ευτυχισμένη η γερόντισσα καλοτύχιζε τα γονικά της για την κόρη τους, που σαν νεράιδα έδινε πνοή στο σπιτικό του παιδιού της τώρα που οι μέρες της ίδιας λιγόστευαν!

Κι έτσι περνούσαν οι μέρες από 'δώ και πέρα: Με συμμετοχή, με αγάπη και σεβασμό για όλα τα καλά που έλαβε η όμορφη αρχοντοπούλα.

Ο άρχοντας πατέρας της, γνωρίζοντας τι σόι κόρη είχε, ντρεπόταν να περάσει από το σπίτι του γαμπρού του να ιδεί πώς τα περνάνε και πώς τα πάνε. Πέρασε καιρός πολύς, και πεθύμησε να δει το παιδί του. Χώρια η περιέργεια που είχε. Για το ζήτημα της τεμπελιάς. Έτσι, μια μέρα τ’ αποφάσισε. Δεν κρατιόταν άλλο. Είπε: θα επισκεφτώ την κόρη μου, κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει, εγώ μια φορά δεν έκρυψα τίποτα!

Πήρε την άσπρη του φοράδα, της έβαλε το κόκκινο κιλίμι, καβαλλίκεψε και ξεκίνησε! Μετά από 2-3 ώρες δρόμο, έφτασε στο χωριό του γαμπρού του και πήγε κατευθείαν στο σπίτι του! Κατάπληκτος βλέπει την κόρη του στην αυλή του σπιτιού, να καίει το φούρνο! Η γυναίκα είχε ζυμώσει κι έπρεπε να φουρνίσει το ψωμί!

Πλησιάζει ο πατέρας της, τη χαιρετάει

- Γεια σου κόρη μου.

- Γεια σου πατέρα, απαντάει αυτή χωρίς να σταματήσει.

- Πού είναι ο άντρας σου; τη ρωτάει.

- Είναι στην αγορά- απαντάει αυτή χωρίς να σταματήσει πάλι.

- Βλέπω κόρη μου… [κάνει να πει ο πατέρας της].

- Άσε τα λόγια πατέρα, κι έλα ρίξε κάνα ξύλο στο φούρνο, γιατί σε τούτο το σπίτι όποιος δουλεύει τρώει, είπ’ εκείνη, κι ο γέροντας δακρύζοντας καταχάρηκε που είδε την κόρη του στο σωστό το δρόμο, στο δρόμο της ευθύνης και της συμμετοχής..….