Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 21 Μαρτίου 2026
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026
Οι μύγες κάτω απ' το τραπέζι... | Διήγημα
Στιγμιότυπο από ένα απρόσμενο συναπάντημα σε κάποιο συνοικιακό Cafe. Όταν η ζωή δίνει ειρωνικά μία δεύτερη ευκαιρία στον έρωτα...
Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου
Την είδε καθώς περνούσε από ένα υπαίθριο συνοικιακό Cafe. Καθόταν με μία παρέα σε ένα ακριανό τραπέζι. Κάποιος από την παρέα τον γνώρισε, κι έτσι κοντοστάθηκε για μια σύντομη κουβέντα. Εκείνη έμεινε σιωπηλή...
Μετά από τόσον καιρό, του φάνηκε ακόμα πιο όμορφη. Ήταν σαν η Φύση να ήθελε να τον ειρωνευτεί, ίσως ακόμα και να τον τιμωρήσει για κάποιο παλιό κρίμα. Ας πούμε, που δεν στάθηκε ικανός να την κρατήσει...
Όμως, κάποια στιγμή σαν να ‘γινε ένα θαύμα! Πρόσεξε - και ευτυχώς ήταν ο μόνος που τις είδε - εκείνες τις κλεφτές ματιές της που με σχεδόν σταθερό ρυθμό έπεφταν πάνω του. Σαν να ήθελαν να κρατήσουν μία εικόνα που θα χανόταν σε λίγο. Εξακολουθούσε άραγε να σημαίνει κάτι κι αυτός για εκείνη;
Ξάφνου, δύο μύγες κάθισαν στην άκρη του τραπεζιού. Υπέθεσε ότι ήταν ζευγάρι, έτσι τουλάχιστον του φάνηκε. Κάποιος απ' την παρέα τις έδιωξε με μία απότομη κίνηση του χεριού. Κι εκείνες απτόητες τρύπωσαν κάτω από το τραπέζι, να συνεχίσουν τα παιχνίδια τους ανενόχλητα.
Εκείνος τότε σκέφτηκε πόσο τυχερές ήταν αυτές οι μύγες που, όποια στιγμή ήθελαν, μπορούσαν να κρυφτούν μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα των ανθρώπων. Και όση ώρα εκείνοι αερολογούσαν καθισμένοι γύρω από ένα τραπέζι, αυτές από κάτω ζούσαν τις δικές τους στιγμές χωρίς περιορισμούς, χωρίς απαγορεύσεις...
Τότε, σαν έσχατη κίνηση απελπισίας και σαν να ήθελε να δώσει ένα μήνυμα σε κάποια που ίσως δεν νοιαζόταν καν να το ακούσει, είπε κάτι που σίγουρα φάνηκε ξεκάρφωτο:
«Ξέρετε, μένω ακόμα στην ίδια διεύθυνση, δεν έχω αλλάξει σπίτι...»
Οι άλλοι σήκωσαν αδιάφορα τους ώμους. Μα η τελευταία κλεφτή ματιά εκείνης είχε άξαφνα κάτι το σπινθηροβόλο! Να κατάλαβε άραγε; Κι αν ναι, είχε ακόμα σημασία για κείνη αυτό που κατάλαβε;
Χαιρέτησε βιαστικά και κίνησε να φύγει. Για λίγο, τότε, τον κοίταξε επίμονα με ορθάνοιχτα τα μάτια της, σαν να ‘θελε μ’ αυτά να δώσει ένα μήνυμα. Ίσως ότι κι εκείνη είχε ζηλέψει τις τυχερές μύγες... Ή μήπως ήταν ένα σύνθημα προοπτικής, μία υπόσχεση;
Ήθελε να της πει φεύγοντας – μα δεν το τόλμησε – πως ήταν τόσο, μα τόσο όμορφη! Κάτι σαν την κόλαση της απουσίας της...
Πέμπτη 30 Μαρτίου 2023
Η σονάτα του Κρόιτσερ
Όταν ο έρωτας είναι η άλλη όψη του θανάτου (μια ιστορία που θα μπορούσε να είναι αληθινή)...
Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου
Ο ιδιοκτήτης της βάρκας δεν πίστευε στα μάτια του. Τόσα λεφτά για ένα σχεδόν σάπιο σκαρί που καιρό τώρα έψαχνε τρόπο να ξεφορτωθεί! Ο αγοραστής δεν ήταν από εκείνους που λένε πολλές κουβέντες. Πλήρωσε χωρίς παζάρια και διαμαρτυρίες το ποσό που του είχε ζητηθεί, χαιρέτησε βιαστικά και μπήκε αμέσως στη βάρκα.
Καθώς ξανοιγόταν στο πέλαγος, «έπαιξε» για μία ακόμα φορά την ταινία της ζωής του τα τελευταία δύο χρόνια. Για μουσική υπόκρουση υπήρχε πάντα ο ήχος από τα κύματα. Και ό,τι έλειπε θα το συμπλήρωνε ο ίδιος – ήταν, εξ άλλου, μουσικός. Έπιασε το έργο από τους τίτλους της αρχής. Κι εκεί το όνομα του σκηνοθέτη δεν ήταν το δικό του. Ήταν αυτό της μοίρας. Με τη μορφή της γυναίκας...
Την είχε πρωτο-αντικρίσει στο Λυκαβηττό, σε μία από τις κοντινές, μικρές «αποδράσεις» του από το ιδιωτικό του στούντιο. Συνόδευε τους μαθητές κάποιου Λυκείου σε μια ημερήσια εκπαιδευτική εκδρομή. Ήταν καθηγήτρια φιλολογίας. Τον είχε ρωτήσει πώς θα βρουν το δρόμο για ένα πολιτιστικό κέντρο που βρισκόταν κάπου εκεί κοντά. Προσφέρθηκε να τους πάει ο ίδιος ως εκεί – δεν είχε, άλλωστε, πολλή δουλειά εκείνη τη μέρα.
Συζητώντας μαζί της στο δρόμο, έμαθε τα πρώτα πράγματα για κείνη. Αγαπούσε τη μουσική, αν και δεν είχε μουσικές γνώσεις. Και, όπως του εκμυστηρεύτηκε, είχε ένα διαχρονικό απωθημένο: να ακούσει τη «σονάτα του Κρόιτσερ», του Μπετόβεν. Της είχε μιλήσει κάποτε γι’ αυτήν ένας καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο, υπό την επίβλεψη του οποίου έκανε τότε μεταπτυχιακές σπουδές.
Είχε απορήσει κι ο ίδιος με το θάρρος του όταν της πρότεινε να περάσει κάποια μέρα από το στούντιό του εκεί στο Λυκαβηττό, να ακούσει επιτέλους τη φοβερή αυτή σονάτα που είχε στοιχειώσει τον Τολστόι! Κι εκείνη είχε δεχθεί αμέσως, με τον άδολο ενθουσιασμό ενός παιδιού.
Πήγε πολλές φορές στο στούντιο μέσα σ’ αυτά τα δύο χρόνια. Και κάθε συνάντησή τους ξεκινούσε με την ακρόαση της σονάτας του Κρόιτσερ, σαν απαραίτητος πρόλογος σε ένα σχεδόν μεταφυσικό τελετουργικό. Στο τέλος, πάνω στη χαλάρωση, μιλούσε για τον εαυτό της. Κι εκείνος ήταν πάντα πρόθυμος να ακούει...
Του είπε για τα οικογενειακά της προβλήματα και για μια ζωή αφυδατωμένη πια από συναισθήματα και συγκινήσεις. Ο γάμος της υπήρξε ένα είδος φυγής από φαντάσματα που την κυνηγούσαν από παλιά. Το πιο μεγάλο από αυτά, όμως, ήταν η μνήμη του καθηγητή. Ναι, θυμήθηκε την περίπτωση, ήταν πρώτο θέμα για καιρό στις εφημερίδες και την τηλεόραση. Καθηγητής της Φιλοσοφίας που είχε χαθεί με τρόπο μυστηριώδη στη θάλασσα. Είχε μόλις αγοράσει μια βάρκα και κάποιος τον είχε δει να ξανοίγεται στο πέλαγος. Η βάρκα δεν βρέθηκε ποτέ...
Κι έτσι πέρασαν δύο χρόνια γεμάτα μουσική, συγκινήσεις και εξομολογήσεις. Μα, όσο εκείνος δενόταν περισσότερο μαζί της, τόσο εκείνη απομακρυνόταν απ’ αυτόν. Οι επισκέψεις της γίνονταν όλο και πιο αραιές και βιαστικές, ενώ και η συγκίνηση απ’ τη μεριά της ολοένα λιγόστευε. Του μίλησε αόριστα για ένα «φορτωμένο πρόγραμμα» και για έναν νέο κύκλο μεταπτυχιακών σπουδών που είχε αποφασίσει να ξεκινήσει. Ώσπου, ξαφνικά, μια μέρα εκείνος βρήκε ένα γράμμα ριγμένο κάτω από την πόρτα του στούντιο.
Ήταν από εκείνη. Ο γραφικός χαρακτήρας δεν πρόδινε ταραχή, δεν φανέρωνε δισταγμό. Η γραφή ήταν σίγουρη, σαν από άτομο συνειδητοποιημένο, αποφασισμένο και ήρεμο. Σαν από άνθρωπο που δεν θα δίσταζε να πατήσει εν ψυχρώ τη σκανδάλη...
Αφού τον ευχαρίστησε (μάλλον τυπικά, ή έτσι του φάνηκε) για όσα «ωραία» είχαν μοιραστεί τα δύο αυτά χρόνια, του αποκάλυψε τους πραγματικούς λόγους που την είχαν φέρει σ’ εκείνον «κατά πρωτόγνωρη, για εκείνη, παράβαση των αρχών της». Ήταν το συναισθηματικό και υπαρξιακό κενό στο οποίο ζούσε εδώ και πολύ καιρό... Ήταν μια υποσυνείδητη ανάγκη εκδίκησης για κάποιον που χρόνια τώρα την καταπίεζε ενώ παράλληλα την υποτιμούσε σαν γυναίκα... Αλλά, πάνω απ’ όλα, ήταν το πάντα ανοιχτό τραύμα του ανεκπλήρωτου που άφησε πίσω της η σχεδόν μυθική μορφή ενός δασκάλου που εκείνη κάποτε πόθησε πολύ, μα δεν μπόρεσε (ίσως δεν πρόλαβε) να κατακτήσει. Τον κέρδισε, τελικά, η θάλασσα, στην οποία εκείνος αυτοθέλητα παρέδωσε ψυχή και σώμα...
Και η σονάτα του Κρόιτσερ, που άκουγαν μαζί σε κάθε τους συνάντηση στο στούντιο, ήταν μια υπερκόσμια γέφυρα που την πήγαινε σ’ εκείνον που της είχε πρωτομιλήσει κάποτε γι’ αυτό το μουσικό έργο. Μα, για να δώσει στον εαυτό της την ψευδαίσθηση της υλικής υπόστασης και της φυσικής παρουσίας του ανθρώπου που αντιπροσώπευε το ανεκπλήρωτο όνειρό της, είχε ανάγκη από ένα μέσο που θα σωματοποιούσε την ιδεατή μορφή του. Ένα εξ ορισμού και κατ’ ανάγκη υποδεέστερο υποκατάστατο, αφού κανείς δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με έναν ημίθεο!
Έμεινε πολλές μέρες να κοιτάζει το γράμμα χωρίς να βρίσκει τη δύναμη να το ξαναδιαβάσει. Δεν είχε καν την αυταπάτη μιας υποτιθέμενης παρανόησης που συχνά συμβαίνει στην πρώτη ανάγνωση. Και δεν είχε την παραμικρή διάθεση να εργαστεί, λες και η έμπνευση τον είχε κι εκείνη εγκαταλείψει. Το καπάκι του πιάνου είχε μείνει ανοιχτό, όπως και η παρτιτούρα με τις σπουδές του Σοπέν πάνω στο αναλόγιο...
Όταν κατάφερε, τελικά, να συνέλθει κάπως, πήρε μία λευκή κόλλα χαρτί από το συρτάρι και κάθισε στο τραπέζι ξεβιδώνοντας την πένα του:
«Δεν πρόκειται να σε κατηγορήσω, είτε για τους λόγους που ήρθες, είτε για εκείνους που έφυγες. Αυτές τις μέρες διάβασα τα βιβλία του και κατάλαβα τι διδάχθηκες από εκείνον. Οφείλω να παραδεχθώ πως έχει δίκιο όταν μιλάει για την απόλυτα αδιαπραγμάτευτη ελευθερία και για τα ‘θέλω’ που παραμερίζουν τα ‘πρέπει’. Η βούληση ενός ανθρώπου δεν είναι ιδιοκτησία κανενός άλλου, και η αυτοδιαχείρισή της είναι αυτονόητο ατομικό δικαίωμα που δεν μπορεί να υπόκειται στον παραμικρό ηθικολογικό περιορισμό!
Κάποια στιγμή ένιωσες πως με χρειαζόσουν. Είτε για να ξεπεράσεις τα προσωπικά σου αδιέξοδα και να γεμίσεις το υπαρξιακό σου κενό, είτε για να ζήσεις την ψευδαίσθηση μιας ανεκπλήρωτης εμπειρίας που η ζωή δεν σε είχε αφήσει να γευτείς. Δεν γνωρίζω αν όλα αυτά δεν τα χρειάζεσαι πια, ή αν βρήκες τώρα κάποιον που σου τα εκπληρώνει περισσότερο. Αυτό δεν θα το μάθω ποτέ... Όμως, δεν έχω το δικαίωμα να σε κρίνω. Η ζωή είναι μία τεράστια αγορά προσφοράς και ζήτησης όπου όλα ανταλλάσσονται ελεύθερα με τους πιο συμφέροντες όρους και στην καλύτερη τιμή. Ακόμα και τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αν υποτεθεί ότι το είδος υπάρχει ακόμα...
Σε κάποια παλιά ταινία, όπου ο ήρωας της ιστορίας δίνει άνιση μάχη να κερδίσει τη γυναίκα του με αντίπαλο το φάντασμα ενός – υποτίθεται πεθαμένου – παλιού εραστή, ο σύζυγος ομολογεί με απόγνωση ότι η μάχη αυτή είναι ήδη χαμένη. Γιατί, έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, έχει κακές πλευρές... Ένα όνειρο, όμως; Ένα φάντασμα πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Είναι πιο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωή!
Εγώ αναμετρήθηκα με ένα όνειρο κι έχασα. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει αφού δεν ήμουν παρά ένα ασήμαντο υποκατάστατό του; Όμως, ακόμα κι έτσι, ίσως και για να περισώσω ό,τι έχει απομείνει – αν έχει απομείνει κάτι – από τον αυτοσεβασμό μου, ας έχω τουλάχιστον τη γενναιότητα να τραβήξω την αναλογία ως το τέλος της. Ο δρόμος για τη δική μου μηδαμινή αθανασία είναι, λοιπόν, ήδη χαραγμένος. Δεν χρειάζεται καν να τον ψάξω στο χάρτη...
Ξέχασα να σου πω, σκέφτηκα να αγοράσω μια βάρκα. Ο τόπος εδώ στη στεριά δεν με χωράει πια, ακόμα και ο Λυκαβηττός πέφτει πάνω μου και με πλακώνει! Βρήκα μία μεταχειρισμένη σε μάλλον καλή τιμή. Βέβαια, η τιμή δεν έχει, τελικά, και τόση σημασία...»
Ακούμπησε το γράμμα δίπλα στο δικό της κι απομακρύνθηκε απ’ το τραπέζι. Άλλωστε, δεν ήξερε διεύθυνση για να το στείλει. Μα, ακόμα κι αν ήξερε δεν θα ξέπεφτε ποτέ σε μια τέτοια μικροπρέπεια που βαθύτερο στόχο θα είχε να την εκθέσει. Άφησε ξεκλείδωτο το στούντιο φεύγοντας, χωρίς να ρίξει μια ματιά πίσω του...
Καθώς ξανοιγόταν τώρα όλο και πιο βαθιά στο πέλαγος, οι μνήμες ξεθώριαζαν, γίνονταν ένα με τις ακτές που ξεμάκραιναν. Ώσπου βίωσε, τελικά, την τρομαχτική εκείνη ηδονή της υπαρξιακής μοναδικότητας στη μέση του απέραντου...
Κανείς δεν ξανάκουσε γι’ αυτόν, κι ούτε η βάρκα του βρέθηκε ποτέ. Μόνο ο άνεμος είναι φορές που φυσά περίεργα σ’ εκείνα τα απόμακρα θαλασσινά τοπία, σχηματίζοντας ήχους απόκοσμους. Δεν παίρνω όρκο, μα κάποια στιγμή, περνώντας με το καράβι, ένιωσα πως άκουσα το σπαραχτικό θέμα του βιολιού απ' τη σονάτα του Κρόιτσερ του Λουδοβίκου Μπετόβεν...
Καθώς ξανοιγόταν στο πέλαγος, «έπαιξε» για μία ακόμα φορά την ταινία της ζωής του τα τελευταία δύο χρόνια. Για μουσική υπόκρουση υπήρχε πάντα ο ήχος από τα κύματα. Και ό,τι έλειπε θα το συμπλήρωνε ο ίδιος – ήταν, εξ άλλου, μουσικός. Έπιασε το έργο από τους τίτλους της αρχής. Κι εκεί το όνομα του σκηνοθέτη δεν ήταν το δικό του. Ήταν αυτό της μοίρας. Με τη μορφή της γυναίκας...
Την είχε πρωτο-αντικρίσει στο Λυκαβηττό, σε μία από τις κοντινές, μικρές «αποδράσεις» του από το ιδιωτικό του στούντιο. Συνόδευε τους μαθητές κάποιου Λυκείου σε μια ημερήσια εκπαιδευτική εκδρομή. Ήταν καθηγήτρια φιλολογίας. Τον είχε ρωτήσει πώς θα βρουν το δρόμο για ένα πολιτιστικό κέντρο που βρισκόταν κάπου εκεί κοντά. Προσφέρθηκε να τους πάει ο ίδιος ως εκεί – δεν είχε, άλλωστε, πολλή δουλειά εκείνη τη μέρα.
Συζητώντας μαζί της στο δρόμο, έμαθε τα πρώτα πράγματα για κείνη. Αγαπούσε τη μουσική, αν και δεν είχε μουσικές γνώσεις. Και, όπως του εκμυστηρεύτηκε, είχε ένα διαχρονικό απωθημένο: να ακούσει τη «σονάτα του Κρόιτσερ», του Μπετόβεν. Της είχε μιλήσει κάποτε γι’ αυτήν ένας καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο, υπό την επίβλεψη του οποίου έκανε τότε μεταπτυχιακές σπουδές.
Είχε απορήσει κι ο ίδιος με το θάρρος του όταν της πρότεινε να περάσει κάποια μέρα από το στούντιό του εκεί στο Λυκαβηττό, να ακούσει επιτέλους τη φοβερή αυτή σονάτα που είχε στοιχειώσει τον Τολστόι! Κι εκείνη είχε δεχθεί αμέσως, με τον άδολο ενθουσιασμό ενός παιδιού.
Πήγε πολλές φορές στο στούντιο μέσα σ’ αυτά τα δύο χρόνια. Και κάθε συνάντησή τους ξεκινούσε με την ακρόαση της σονάτας του Κρόιτσερ, σαν απαραίτητος πρόλογος σε ένα σχεδόν μεταφυσικό τελετουργικό. Στο τέλος, πάνω στη χαλάρωση, μιλούσε για τον εαυτό της. Κι εκείνος ήταν πάντα πρόθυμος να ακούει...
Του είπε για τα οικογενειακά της προβλήματα και για μια ζωή αφυδατωμένη πια από συναισθήματα και συγκινήσεις. Ο γάμος της υπήρξε ένα είδος φυγής από φαντάσματα που την κυνηγούσαν από παλιά. Το πιο μεγάλο από αυτά, όμως, ήταν η μνήμη του καθηγητή. Ναι, θυμήθηκε την περίπτωση, ήταν πρώτο θέμα για καιρό στις εφημερίδες και την τηλεόραση. Καθηγητής της Φιλοσοφίας που είχε χαθεί με τρόπο μυστηριώδη στη θάλασσα. Είχε μόλις αγοράσει μια βάρκα και κάποιος τον είχε δει να ξανοίγεται στο πέλαγος. Η βάρκα δεν βρέθηκε ποτέ...
Κι έτσι πέρασαν δύο χρόνια γεμάτα μουσική, συγκινήσεις και εξομολογήσεις. Μα, όσο εκείνος δενόταν περισσότερο μαζί της, τόσο εκείνη απομακρυνόταν απ’ αυτόν. Οι επισκέψεις της γίνονταν όλο και πιο αραιές και βιαστικές, ενώ και η συγκίνηση απ’ τη μεριά της ολοένα λιγόστευε. Του μίλησε αόριστα για ένα «φορτωμένο πρόγραμμα» και για έναν νέο κύκλο μεταπτυχιακών σπουδών που είχε αποφασίσει να ξεκινήσει. Ώσπου, ξαφνικά, μια μέρα εκείνος βρήκε ένα γράμμα ριγμένο κάτω από την πόρτα του στούντιο.
Ήταν από εκείνη. Ο γραφικός χαρακτήρας δεν πρόδινε ταραχή, δεν φανέρωνε δισταγμό. Η γραφή ήταν σίγουρη, σαν από άτομο συνειδητοποιημένο, αποφασισμένο και ήρεμο. Σαν από άνθρωπο που δεν θα δίσταζε να πατήσει εν ψυχρώ τη σκανδάλη...
Αφού τον ευχαρίστησε (μάλλον τυπικά, ή έτσι του φάνηκε) για όσα «ωραία» είχαν μοιραστεί τα δύο αυτά χρόνια, του αποκάλυψε τους πραγματικούς λόγους που την είχαν φέρει σ’ εκείνον «κατά πρωτόγνωρη, για εκείνη, παράβαση των αρχών της». Ήταν το συναισθηματικό και υπαρξιακό κενό στο οποίο ζούσε εδώ και πολύ καιρό... Ήταν μια υποσυνείδητη ανάγκη εκδίκησης για κάποιον που χρόνια τώρα την καταπίεζε ενώ παράλληλα την υποτιμούσε σαν γυναίκα... Αλλά, πάνω απ’ όλα, ήταν το πάντα ανοιχτό τραύμα του ανεκπλήρωτου που άφησε πίσω της η σχεδόν μυθική μορφή ενός δασκάλου που εκείνη κάποτε πόθησε πολύ, μα δεν μπόρεσε (ίσως δεν πρόλαβε) να κατακτήσει. Τον κέρδισε, τελικά, η θάλασσα, στην οποία εκείνος αυτοθέλητα παρέδωσε ψυχή και σώμα...
Και η σονάτα του Κρόιτσερ, που άκουγαν μαζί σε κάθε τους συνάντηση στο στούντιο, ήταν μια υπερκόσμια γέφυρα που την πήγαινε σ’ εκείνον που της είχε πρωτομιλήσει κάποτε γι’ αυτό το μουσικό έργο. Μα, για να δώσει στον εαυτό της την ψευδαίσθηση της υλικής υπόστασης και της φυσικής παρουσίας του ανθρώπου που αντιπροσώπευε το ανεκπλήρωτο όνειρό της, είχε ανάγκη από ένα μέσο που θα σωματοποιούσε την ιδεατή μορφή του. Ένα εξ ορισμού και κατ’ ανάγκη υποδεέστερο υποκατάστατο, αφού κανείς δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με έναν ημίθεο!
Έμεινε πολλές μέρες να κοιτάζει το γράμμα χωρίς να βρίσκει τη δύναμη να το ξαναδιαβάσει. Δεν είχε καν την αυταπάτη μιας υποτιθέμενης παρανόησης που συχνά συμβαίνει στην πρώτη ανάγνωση. Και δεν είχε την παραμικρή διάθεση να εργαστεί, λες και η έμπνευση τον είχε κι εκείνη εγκαταλείψει. Το καπάκι του πιάνου είχε μείνει ανοιχτό, όπως και η παρτιτούρα με τις σπουδές του Σοπέν πάνω στο αναλόγιο...
Όταν κατάφερε, τελικά, να συνέλθει κάπως, πήρε μία λευκή κόλλα χαρτί από το συρτάρι και κάθισε στο τραπέζι ξεβιδώνοντας την πένα του:
«Δεν πρόκειται να σε κατηγορήσω, είτε για τους λόγους που ήρθες, είτε για εκείνους που έφυγες. Αυτές τις μέρες διάβασα τα βιβλία του και κατάλαβα τι διδάχθηκες από εκείνον. Οφείλω να παραδεχθώ πως έχει δίκιο όταν μιλάει για την απόλυτα αδιαπραγμάτευτη ελευθερία και για τα ‘θέλω’ που παραμερίζουν τα ‘πρέπει’. Η βούληση ενός ανθρώπου δεν είναι ιδιοκτησία κανενός άλλου, και η αυτοδιαχείρισή της είναι αυτονόητο ατομικό δικαίωμα που δεν μπορεί να υπόκειται στον παραμικρό ηθικολογικό περιορισμό!
Κάποια στιγμή ένιωσες πως με χρειαζόσουν. Είτε για να ξεπεράσεις τα προσωπικά σου αδιέξοδα και να γεμίσεις το υπαρξιακό σου κενό, είτε για να ζήσεις την ψευδαίσθηση μιας ανεκπλήρωτης εμπειρίας που η ζωή δεν σε είχε αφήσει να γευτείς. Δεν γνωρίζω αν όλα αυτά δεν τα χρειάζεσαι πια, ή αν βρήκες τώρα κάποιον που σου τα εκπληρώνει περισσότερο. Αυτό δεν θα το μάθω ποτέ... Όμως, δεν έχω το δικαίωμα να σε κρίνω. Η ζωή είναι μία τεράστια αγορά προσφοράς και ζήτησης όπου όλα ανταλλάσσονται ελεύθερα με τους πιο συμφέροντες όρους και στην καλύτερη τιμή. Ακόμα και τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αν υποτεθεί ότι το είδος υπάρχει ακόμα...
Σε κάποια παλιά ταινία, όπου ο ήρωας της ιστορίας δίνει άνιση μάχη να κερδίσει τη γυναίκα του με αντίπαλο το φάντασμα ενός – υποτίθεται πεθαμένου – παλιού εραστή, ο σύζυγος ομολογεί με απόγνωση ότι η μάχη αυτή είναι ήδη χαμένη. Γιατί, έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, έχει κακές πλευρές... Ένα όνειρο, όμως; Ένα φάντασμα πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Είναι πιο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωή!
Εγώ αναμετρήθηκα με ένα όνειρο κι έχασα. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει αφού δεν ήμουν παρά ένα ασήμαντο υποκατάστατό του; Όμως, ακόμα κι έτσι, ίσως και για να περισώσω ό,τι έχει απομείνει – αν έχει απομείνει κάτι – από τον αυτοσεβασμό μου, ας έχω τουλάχιστον τη γενναιότητα να τραβήξω την αναλογία ως το τέλος της. Ο δρόμος για τη δική μου μηδαμινή αθανασία είναι, λοιπόν, ήδη χαραγμένος. Δεν χρειάζεται καν να τον ψάξω στο χάρτη...
Ξέχασα να σου πω, σκέφτηκα να αγοράσω μια βάρκα. Ο τόπος εδώ στη στεριά δεν με χωράει πια, ακόμα και ο Λυκαβηττός πέφτει πάνω μου και με πλακώνει! Βρήκα μία μεταχειρισμένη σε μάλλον καλή τιμή. Βέβαια, η τιμή δεν έχει, τελικά, και τόση σημασία...»
Ακούμπησε το γράμμα δίπλα στο δικό της κι απομακρύνθηκε απ’ το τραπέζι. Άλλωστε, δεν ήξερε διεύθυνση για να το στείλει. Μα, ακόμα κι αν ήξερε δεν θα ξέπεφτε ποτέ σε μια τέτοια μικροπρέπεια που βαθύτερο στόχο θα είχε να την εκθέσει. Άφησε ξεκλείδωτο το στούντιο φεύγοντας, χωρίς να ρίξει μια ματιά πίσω του...
Καθώς ξανοιγόταν τώρα όλο και πιο βαθιά στο πέλαγος, οι μνήμες ξεθώριαζαν, γίνονταν ένα με τις ακτές που ξεμάκραιναν. Ώσπου βίωσε, τελικά, την τρομαχτική εκείνη ηδονή της υπαρξιακής μοναδικότητας στη μέση του απέραντου...
Κανείς δεν ξανάκουσε γι’ αυτόν, κι ούτε η βάρκα του βρέθηκε ποτέ. Μόνο ο άνεμος είναι φορές που φυσά περίεργα σ’ εκείνα τα απόμακρα θαλασσινά τοπία, σχηματίζοντας ήχους απόκοσμους. Δεν παίρνω όρκο, μα κάποια στιγμή, περνώντας με το καράβι, ένιωσα πως άκουσα το σπαραχτικό θέμα του βιολιού απ' τη σονάτα του Κρόιτσερ του Λουδοβίκου Μπετόβεν...
Τετάρτη 29 Μαρτίου 2023
Το χρονικό μιας μοναχικής μέρας...
Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου
Την ξύπνησε η μουσική από την τηλεόραση που έπαιζε ακόμα. Αποκοιμήθηκε και την ξέχασε ανοιχτή όλη νύχτα. Ποια νύχτα, δηλαδή, καλό ξημέρωμα ήταν όταν την πήρε ο ύπνος. Δύσκολη υπόθεση έχει γίνει αυτός ο ύπνος, μαρτύριο σωστό μέχρι να έρθει! Και το παντζούρι της μπαλκονόπορτας που τρίζει δεν βοηθά καθόλου να κλείσεις μάτι. Δεν ξέρεις αν είναι ο αέρας ή ο ληστής – και υπάρχουν πολλοί από δαύτους τα τελευταία χρόνια στη γειτονιά. Και θα ‘σαι και τυχερός αν δε σε βρουν μέσα στο σπίτι...
Νύσταζε ακόμα, αλλά έπρεπε να σηκωθεί να πάρει τα φάρμακά της. Ο γιατρός είπε να τα παίρνει ανελλιπώς κάθε πρωί, πριν ακόμα φάει. Μα εκείνη είναι φορές που τα ξεχνάει – η μνήμη, βλέπεις, έχει πια αδυνατίσει. Στην καρτέλα υπήρχε μόνο ένα χάπι. «Πότε τέλειωσε κιόλας μια ολόκληρη καρτέλα με 30 χάπια;» αναρωτήθηκε. Πόσο γρήγορα περνάνε τώρα οι μήνες, ούτε που προλαβαίνεις να τους μετρήσεις!
Πήρε από το ντουλάπι το ποτήρι και άνοιξε τη βρύση. Αυτή στην κουζίνα ήταν εντάξει, μα η βρύση του μπάνιου έσταζε εδώ και καιρό. Εκείνος ήξερε πάντα να διορθώνει τέτοια πράματα, αλλά... ας όψεται η αρρώστια που τον πήρε πριν τρία χρόνια. Κι ο Γιώργης ο υδραυλικός είναι κι αυτός ακριβοθώρητος. Μεγαλοπιάστηκε τώρα, βλέπεις, και καταπιάνεται με μεγάλες δουλειές, για μια βρύση δεν θα κάνει εύκολα τον κόπο...
Στην τηλεόραση, που έπαιζε ακόμα, η ξανθιά παρουσιάστρια έλεγε «σας αγαπώ όλους» κοιτάζοντας με προσποιητή συγκίνηση το φακό. «Εμένα ποιος με αγαπάει;» ρωτήθηκε εκείνη με ένα παράπονο σχεδόν παιδιάστικο. Είναι αλήθεια πως η ζωή τα έφερε να είναι μόνη. Δε φτάνει που έχασε τον άντρα της, τα παιδιά αναγκάστηκαν κι εκείνα να ξενιτευτούν για να βρουν μια δουλειά της προκοπής. Μα και οι κοντινότεροι συγγενείς, όσοι ζουν ακόμα, βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά στην επαρχία.
Από λεφτά δεν έχει παράπονο, υπάρχει η σύνταξη από τον μακαρίτη. Άλλωστε, τι έξοδα έχει; Το φαγητό της λιτό, και για καινούργια ρούχα δε νοιάζεται πια και τόσο. Πού θα πάει για να τα βάλει; Όσο για τα φάρμακα, τα γράφει ο γιατρός στο βιβλιάριο. Τι ευγενικό παιδί αυτός ο γιατρός! Της θυμίζει το γιο της που είναι στην Αμερική. Προχθές το βράδυ την είχε πάρει τηλέφωνο. Εκεί, λέει, είχαν ακόμα μεσημέρι...
Με τις μέρες έχει χάσει πια το λογαριασμό. Κατάντησαν να μη διαφέρουν και πολύ η μία από την άλλη. Ευτυχώς υπάρχει πάντα το ημερολόγιο στον τοίχο της κουζίνας. Κάθε πρωί σκίζει το χαρτάκι της προηγούμενης ημερομηνίας, χωρίς να παραλείπει να διαβάσει το ποιηματάκι που είναι τυπωμένο στην πίσω μεριά. Αλλά, καλά που το πρόσεξε: ήταν η μέρα να πάει στην τράπεζα για τη σύνταξη. (Από κομπιούτερ κι όλα αυτά τα μοντέρνα συστήματα δεν έχει ιδέα, ποιος ήξερε τέτοια περίπλοκα πράγματα στην εποχή της;) Κι εκείνος ο ευλογημένος, τράπεζα που είχε διαλέξει να μπαίνουν τα λεφτά! Χάθηκε η άλλη, λίγα στενά από το σπίτι; Έδινε καλύτερο τόκο, της είχε πει. Ήταν προϊστάμενος εκεί κι ένας μακρινός ανιψιός του...
Δοκιμασία μεγάλη κάθε μήνα αυτό το ταξίδι στην τράπεζα. Όχι μόνο εξαιτίας της απόστασης αλλά και για το φόβο των απρόοπτων. Η Αθήνα δεν είναι πια μέρος να ζεις! Πριν μερικά χρόνια έμενε ένας γεράκος στη διπλανή μονοκατοικία. Ήταν κι αυτός μόνος, είχε χάσει τη γυναίκα του από κάποια αρρώστια. Ο γιος του, που δούλευε στη Θεσσαλονίκη, κάθε μήνα του ‘στελνε λίγα χρήματα, ίσα να συμπληρώνει τη σύνταξη που έφτανε – δεν έφτανε για να ζήσει. Κάποια μέρα τον ακολούθησαν δύο καθώς γύριζε από την τράπεζα. Έξω από την πόρτα του σπιτιού του τον χτύπησαν και του τα πήραν. Ώσπου μια άλλη μέρα, που τον πήραν πάλι ξοπίσω, μπήκαν στο σπίτι του πριν τους πάρει είδηση και προλάβει να κλείσει την πόρτα. Για να μην ακούγονται οι φωνές του, του έκλεισαν το στόμα με μισό ρολό χαρτί από το μπάνιο. Πήραν τα λεφτά που είχε πάνω του μαζί με ό,τι άλλο βρήκαν εκεί, και έφυγαν σαν κύριοι. Ο γιος του, που δεν τον εύρισκε στο τηλέφωνο και ανησύχησε, ζήτησε από έναν ξάδερφο να πάει να ρίξει μια ματιά στο σπίτι του γέρου. Τον βρήκε πεθαμένο, με το χαρτί στο στόμα. Είχε πάθει ασφυξία, είπε ο ιατροδικαστής...
Εκείνους τους δύο ξένους τους είχαν δει, έμεναν στη γειτονιά. Όμως, μετά το φονικό εξαφανίστηκαν. Μα οι κλοπές και οι ληστείες δε σταμάτησαν. Και κάθε έξοδος από το σπίτι έμοιαζε πάντα με ρώσικη ρουλέτα για τους αδύναμους...
«Σε ποιον να πεις καλημέρα;» αναρωτήθηκε εκείνη καθώς έβγαινε στο δρόμο. Οι γνώριμοι γείτονες είναι πια λιγοστοί, οι περισσότεροι απ’ αυτούς μεγάλοι κι ανήμποροι, κλεισμένοι τις πιο πολλές ώρες στο σπίτι. Οι παλιότεροι έχουν πεθάνει, ενώ οι πιο νέοι έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους αφού πούλησαν όσο – όσο τα σπίτια τους κι έφυγαν για πάντα από τη γειτονιά. Τώρα εκεί βασιλεύει η ανασφάλεια και ο τρόμος. Τα βράδια γίνονται ως και μαχαιρώματα, κάνα δυο φορές μάλιστα ακούστηκαν και πυροβολισμοί. Τι να σου κάνει κι η αστυνομία; Εδώ κυριαρχούν άλλοι νόμοι, σκληροί κι απάνθρωποι, φερμένοι από άλλα μέρη, μακρινά. Μα ίσως τελικά έτσι να πρέπει. Δε μπορεί, κάτι παραπάνω θα ξέρει ο πρωθυπουργός και ο αρχηγός της αντιπολίτευσης που είπαν τις προάλλες στη Βουλή ότι «στόχος μας είναι η Ελλάδα να γίνει χώρα πολυπολιτισμική»!
Όμως, δεν είναι όλοι οι ξένοι ίδιοι. Δυο στενά πιο κάτω μένει μια οικογένεια. Ο πατέρας δουλεύει σε ένα ψητοπωλείο, η μητέρα καθαρίζει σπίτια. Τα παιδιά πάνε σχολείο και έχουν μάθει τα ελληνικά πιο καλά κι απ’ τα δικά μας. Ο πατέρας λέει πως, αν είναι να ζήσουν και να προκόψουν σ’ αυτή τη χώρα θα πρέπει να μάθουν καλά τη γλώσσα της και να αφομοιώσουν τον πολιτισμό της. Και, τι καλά παιδιά! Κάθε φορά που τη συναντούν στο δρόμο να γυρνά φορτωμένη με τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ ή τη λαϊκή, προθυμοποιούνται να της κουβαλήσουν τις σακούλες ως το σπίτι. Και ποτέ δε δέχθηκαν να πάρουν μια δραχμή για τον κόπο τους.
Είναι ώρα τώρα που έχει βραδιάσει. Στην τηλεόραση παίζει μια ελληνική ταινία, ασπρόμαυρη. Την είχε πρωτοδεί στο σινεμά με τα παιδιά, όταν ήταν μικρά. Χρόνια είχε να τη δει... Μετά το σινεμά τα πήγαινε πάντα για σουβλάκια σε μια ταβέρνα κοντά στο σπίτι. Τι ωραία και νόστιμα που τα έφτιαχναν τότε! Και άσε τους ειδικούς να λένε σήμερα πως ο γύρος ήταν ανθυγιεινός, αφού έβαζαν, λέει, μέσα στον κιμά ό,τι μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου!
Την πήρε ο ύπνος κι αποκοιμήθηκε στον καναπέ. Όταν ξύπνησε, η τηλεόραση έπαιζε ειδήσεις. Τα ίδια και τα ίδια... Κρίμα, έχασε τη μισή ταινία, και δε θυμόταν και πώς τελειώνει. Άντε να κοιμηθεί ξανά τώρα! Είναι κι αυτό το παντζούρι που τρίζει πάλι απόψε... Θαρρείς και ο αέρας το απολαμβάνει σαδιστικά να την τρομάζει! Κι άμα δεν είναι ο αέρας; Μα, ας μην κάνει τέτοιες σκέψεις νυχτιάτικα...
Αυτά τα χάπια που της έχουν συστήσει για τον ύπνο δεν θέλει να τα παίρνει, το πρωί νιώθει λες και είναι κομμένα τα πόδια της. Ίσως διαβάσει κάτι μέχρι να αρχίσει να νυστάζει. Όλα τα βιβλία στη βιβλιοθήκη τα ‘χει διαβασμένα, μερικά όμως έχει καιρό να τα ανοίξει. Θα αρπάξει ένα, έτσι στην τύχη. Σίγουρα θα παίξει και κάτι καλό αργότερα η τηλεόραση. Βάζουν κάθε μέρα παλιές αμερικάνικες ταινίες.
Θα καθίσει έτσι ως αργά. Όμως, τούτη τη φορά το πήρε απόφαση. Το πρωί θα πάρει τηλέφωνο την ξαδέρφη στην Πάτρα, να τη ρωτήσει πώς στα κομμάτια το έμαθε εκείνο το κομπιούτερ και συνομιλεί με τις ώρες με ένα σωρό κόσμο, ακόμα κι ολόκληρη τη νύχτα. Μετά, ποιος νοιάζεται για αϋπνίες!
Σαν ξημέρωσε, σηκώθηκε να ετοιμάσει το πρωινό της και να πάρει τα χάπια της. Έβγαλε απ’ το κουτί μία καινούργια καρτέλα... Λίγο πριν βγει απ’ την κουζίνα, είδε στον τοίχο το ημερολόγιο. Έκανε να σκίσει το χαρτάκι αλλά σαν να το μετάνιωσε. Σε τι θα διέφερε, άλλωστε, αυτή η μέρα από την προηγούμενη, έξω από μια άλλη ημερομηνία; Κινήθηκε προς το σαλόνι, μα ξάφνου κοντοστάθηκε: «Τι να λέει άραγε σήμερα το ποιηματάκι στην πίσω μεριά;»
Ναι, αυτό ίσως έκανε μια κάποια διαφορά από το χθες! Και, σαν τον άσωτο που ξαναγυρνά στο πατρικό ζητώντας συγχώρεση, κινήθηκε πάλι προς την κουζίνα...
(Στην Ιφιγένεια Χ., όπου κι αν βρίσκεται...)
Τρίτη 23 Αυγούστου 2022
Λεμονοδάσος | Τηλεοπτική σειρά βασισμένη στο μυθιστόρημα του Κοσμά Πολίτη
Εξαιρετική τηλεοπτική μεταφορά (1978) του "νεανικού αμαρτήματος" του Κοσμά Πολίτη, "Λεμονοδάσος". Η σκηνοθεσία είναι της Τώνιας Μαρκετάκη, ενώ η μουσική επιμέλεια είναι του Γιώργου Μούτσιου.
Τρίτη 7 Αυγούστου 2018
"Οι φλόγες απολογούνται" (ένα ποίημα του Θ. Βαβλίδα)
Ο ποιητής και καλός φίλος Θανάσης Βαβλίδας, μου έστειλε ένα υπέροχο ποίημά του με αφορμή το πρόσφατο άρθρο "Πολιτικές τυμβωρυχίες". Το παραθέτω:
Οι φλόγες απολογούνται
Εμείς δεν είχαμε την πρόθεση να βλάψουμε κανέναν.
Ήταν ο άνεμος, εκείνος που μας ώθησε βιαίως.
Κάποιοι μας έριχναν νερό και έσβηναν τη ράχη μας.
Άλλοι μας έδερναν με δεμάτι' από χλωρά κλαδιά.
Κάποιοι συσσώρευαν τις στάχτες μας σε τύμβους.
Άλλοι μας έκλειναν το δρόμο απομακρύνοντας φυτά και μπάζα.
Ακούγαμε κραυγές, εκρήξεις, καμπάνες...
Ειλικρινά, εμείς δε φταίμε,
είμαστε φτιαγμένες από σπίθες κι ανεμόσαρκα.
Αναλαμβάνουμε τη φυσιοκρατική ευθύνη των πράξεών μας.
Θανάσης Βαβλίδας
Κυριακή 29 Ιουλίου 2018
ΛΕΜΟΝΟΔΑΣΟΣ (1978)
Τηλεοπτική σειρά βασισμένη στο ομώνυμο "παρθενικό" μυθιστόρημα του Κοσμά Πολίτη.
Παίζουν: Γιάννης Ζαβραδινός, Ελεωνόρα Σταθοπούλου, Ντόρα Χατζηγιάννη, Μανώλης Λογιάδης, κ.α.
Σκηνοθεσία: Τώνια Μαρκετάκη
Μουσική επιμέλεια: Γιώργος Μούτσιος
Παίζουν: Γιάννης Ζαβραδινός, Ελεωνόρα Σταθοπούλου, Ντόρα Χατζηγιάννη, Μανώλης Λογιάδης, κ.α.
Σκηνοθεσία: Τώνια Μαρκετάκη
Μουσική επιμέλεια: Γιώργος Μούτσιος
Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018
Η σονάτα του Κρόιτσερ
Ο ιδιοκτήτης της βάρκας δεν πίστευε στα μάτια του. Τόσα λεφτά για ένα σχεδόν σάπιο σκαρί που καιρό τώρα έψαχνε τρόπο να ξεφορτωθεί! Ο αγοραστής δεν ήταν από εκείνους που λένε πολλές κουβέντες. Πλήρωσε χωρίς παζάρια και διαμαρτυρίες το ποσό που του είχε ζητηθεί, χαιρέτησε βιαστικά και μπήκε αμέσως στη βάρκα.
Καθώς ξανοιγόταν στο πέλαγος, «έπαιξε» για μία ακόμα φορά την ταινία της ζωής του τα τελευταία δύο χρόνια. Για μουσική υπόκρουση υπήρχε πάντα ο ήχος από τα κύματα. Και ό,τι έλειπε θα το συμπλήρωνε ο ίδιος – ήταν, εξ άλλου, μουσικός. Έπιασε το έργο από τους τίτλους της αρχής. Κι εκεί το όνομα του σκηνοθέτη δεν ήταν το δικό του. Ήταν αυτό της μοίρας. Με τη μορφή της γυναίκας...
Την είχε πρωτο-αντικρίσει στο Λυκαβηττό, σε μία από τις κοντινές, μικρές «αποδράσεις» του από το ιδιωτικό του στούντιο. Συνόδευε τους μαθητές κάποιου Λυκείου σε μια ημερήσια εκπαιδευτική εκδρομή. Ήταν καθηγήτρια φιλολογίας. Τον είχε ρωτήσει πώς θα βρουν το δρόμο για ένα πολιτιστικό κέντρο που βρισκόταν κάπου εκεί κοντά. Προσφέρθηκε να τους πάει ο ίδιος ως εκεί – δεν είχε, άλλωστε, πολλή δουλειά εκείνη τη μέρα.
Συζητώντας μαζί της στο δρόμο, έμαθε τα πρώτα πράγματα για κείνη. Αγαπούσε τη μουσική, αν και δεν είχε μουσικές γνώσεις. Και, όπως του εκμυστηρεύτηκε, είχε ένα διαχρονικό απωθημένο: να ακούσει τη «σονάτα του Κρόιτσερ», του Μπετόβεν. Της είχε μιλήσει κάποτε γι’ αυτήν ένας καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο, υπό την επίβλεψη του οποίου έκανε τότε μεταπτυχιακές σπουδές.
Είχε απορήσει κι ο ίδιος με το θάρρος του όταν της πρότεινε να περάσει κάποια μέρα από το στούντιό του εκεί στο Λυκαβηττό, να ακούσει επιτέλους τη φοβερή αυτή σονάτα που είχε στοιχειώσει τον Τολστόι! Κι εκείνη είχε δεχθεί αμέσως, με τον άδολο ενθουσιασμό ενός παιδιού.
Πήγε πολλές φορές στο στούντιο μέσα σ’ αυτά τα δύο χρόνια. Και κάθε συνάντησή τους ξεκινούσε με την ακρόαση της σονάτας του Κρόιτσερ, σαν απαραίτητος πρόλογος σε ένα σχεδόν μεταφυσικό τελετουργικό. Στο τέλος, πάνω στη χαλάρωση, μιλούσε για τον εαυτό της. Κι εκείνος ήταν πάντα πρόθυμος να ακούει...
Του είπε για τα οικογενειακά της προβλήματα και για μια ζωή αφυδατωμένη πια από συναισθήματα και συγκινήσεις. Ο γάμος της υπήρξε ένα είδος φυγής από φαντάσματα που την κυνηγούσαν από παλιά. Το πιο μεγάλο από αυτά, όμως, ήταν η μνήμη του καθηγητή. Ναι, θυμήθηκε την περίπτωση, ήταν πρώτο θέμα για καιρό στις εφημερίδες και την τηλεόραση. Καθηγητής της Φιλοσοφίας που είχε χαθεί με τρόπο μυστηριώδη στη θάλασσα. Είχε μόλις αγοράσει μια βάρκα και κάποιος τον είχε δει να ξανοίγεται στο πέλαγος. Η βάρκα δεν βρέθηκε ποτέ...
Κι έτσι πέρασαν δύο χρόνια γεμάτα μουσική, συγκινήσεις και εξομολογήσεις. Μα, όσο εκείνος δενόταν περισσότερο μαζί της, τόσο εκείνη απομακρυνόταν απ’ αυτόν. Οι επισκέψεις της γίνονταν όλο και πιο αραιές και βιαστικές, ενώ και η συγκίνηση απ’ τη μεριά της ολοένα λιγόστευε. Του μίλησε αόριστα για ένα «φορτωμένο πρόγραμμα» και για έναν νέο κύκλο μεταπτυχιακών σπουδών που είχε αποφασίσει να ξεκινήσει. Ώσπου, ξαφνικά, μια μέρα εκείνος βρήκε ένα γράμμα ριγμένο κάτω από την πόρτα του στούντιο.
Ήταν από εκείνη. Ο γραφικός χαρακτήρας δεν πρόδινε ταραχή, δεν φανέρωνε δισταγμό. Η γραφή ήταν σίγουρη, σαν από άτομο συνειδητοποιημένο, αποφασισμένο και ήρεμο. Σαν από άνθρωπο που δεν θα δίσταζε να πατήσει εν ψυχρώ τη σκανδάλη...
Αφού τον ευχαρίστησε (μάλλον τυπικά, ή έτσι του φάνηκε) για όσα «ωραία» είχαν μοιραστεί τα δύο αυτά χρόνια, του αποκάλυψε τους πραγματικούς λόγους που την είχαν φέρει σ’ εκείνον «κατά πρωτόγνωρη, για εκείνη, παράβαση των αρχών της». Ήταν το συναισθηματικό και υπαρξιακό κενό στο οποίο ζούσε εδώ και πολύ καιρό... Ήταν μια υποσυνείδητη ανάγκη εκδίκησης για κάποιον που χρόνια τώρα την καταπίεζε ενώ παράλληλα την υποτιμούσε σαν γυναίκα... Αλλά, πάνω απ’ όλα, ήταν το πάντα ανοιχτό τραύμα του ανεκπλήρωτου που άφησε πίσω της η σχεδόν μυθική μορφή ενός δασκάλου που εκείνη κάποτε πόθησε πολύ, μα δεν μπόρεσε (ίσως δεν πρόλαβε) να κατακτήσει. Τον κέρδισε, τελικά, η θάλασσα, στην οποία εκείνος αυτοθέλητα παρέδωσε ψυχή και σώμα...
Και η σονάτα του Κρόιτσερ, που άκουγαν μαζί σε κάθε τους συνάντηση στο στούντιο, ήταν μια υπερκόσμια γέφυρα που την πήγαινε σ’ εκείνον που της είχε πρωτομιλήσει κάποτε γι’ αυτό το μουσικό έργο. Μα, για να δώσει στον εαυτό της την ψευδαίσθηση της υλικής υπόστασης και της φυσικής παρουσίας του ανθρώπου που αντιπροσώπευε το ανεκπλήρωτο όνειρό της, είχε ανάγκη από ένα μέσο που θα σωματοποιούσε την ιδεατή μορφή του. Ένα εξ ορισμού και κατ’ ανάγκη υποδεέστερο υποκατάστατο, αφού κανείς δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με έναν ημίθεο!
Έμεινε πολλές μέρες να κοιτάζει το γράμμα χωρίς να βρίσκει τη δύναμη να το ξαναδιαβάσει. Δεν είχε καν την αυταπάτη μιας υποτιθέμενης παρανόησης που συχνά συμβαίνει στην πρώτη ανάγνωση. Και δεν είχε την παραμικρή διάθεση να εργαστεί, λες και η έμπνευση τον είχε κι εκείνη εγκαταλείψει. Το καπάκι του πιάνου είχε μείνει ανοιχτό, όπως και η παρτιτούρα με τις σπουδές του Σοπέν πάνω στο αναλόγιο...
Όταν κατάφερε, τελικά, να συνέλθει κάπως, πήρε μία λευκή κόλλα χαρτί από το συρτάρι και κάθισε στο τραπέζι ξεβιδώνοντας την πένα του:
«Δεν πρόκειται να σε κατηγορήσω, είτε για τους λόγους που ήρθες, είτε για εκείνους που έφυγες. Αυτές τις μέρες διάβασα τα βιβλία του και κατάλαβα τι διδάχθηκες από εκείνον. Οφείλω να παραδεχθώ πως έχει δίκιο όταν μιλάει για την απόλυτα αδιαπραγμάτευτη ελευθερία και για τα ‘θέλω’ που παραμερίζουν τα ‘πρέπει’. Η βούληση ενός ανθρώπου δεν είναι ιδιοκτησία κανενός άλλου, και η αυτοδιαχείρισή της είναι αυτονόητο ατομικό δικαίωμα που δεν μπορεί να υπόκειται στον παραμικρό ηθικολογικό περιορισμό!
Κάποια στιγμή ένιωσες πως με χρειαζόσουν. Είτε για να ξεπεράσεις τα προσωπικά σου αδιέξοδα και να γεμίσεις το υπαρξιακό σου κενό, είτε για να ζήσεις την ψευδαίσθηση μιας ανεκπλήρωτης εμπειρίας που η ζωή δεν σε είχε αφήσει να γευτείς. Δεν γνωρίζω αν όλα αυτά δεν τα χρειάζεσαι πια, ή αν βρήκες τώρα κάποιον που σου τα εκπληρώνει περισσότερο. Αυτό δεν θα το μάθω ποτέ... Όμως, δεν έχω το δικαίωμα να σε κρίνω. Η ζωή είναι μία τεράστια αγορά προσφοράς και ζήτησης όπου όλα ανταλλάσσονται ελεύθερα με τους πιο συμφέροντες όρους και στην καλύτερη τιμή. Ακόμα και τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αν υποτεθεί ότι το είδος υπάρχει ακόμα...
Σε κάποια παλιά ταινία, όπου ο ήρωας της ιστορίας δίνει άνιση μάχη να κερδίσει τη γυναίκα του με αντίπαλο το φάντασμα ενός – υποτίθεται πεθαμένου – παλιού εραστή, ο σύζυγος ομολογεί με απόγνωση ότι η μάχη αυτή είναι ήδη χαμένη. Γιατί, έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, έχει κακές πλευρές... Ένα όνειρο, όμως; Ένα φάντασμα πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Είναι πιο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωή!
Εγώ αναμετρήθηκα με ένα όνειρο κι έχασα. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει αφού δεν ήμουν παρά ένα ασήμαντο υποκατάστατό του; Όμως, ακόμα κι έτσι, ίσως και για να περισώσω ό,τι έχει απομείνει – αν έχει απομείνει κάτι – από τον αυτοσεβασμό μου, ας έχω τουλάχιστον τη γενναιότητα να τραβήξω την αναλογία ως το τέλος της. Ο δρόμος για τη δική μου μηδαμινή αθανασία είναι, λοιπόν, ήδη χαραγμένος. Δεν χρειάζεται καν να τον ψάξω στο χάρτη...
Ξέχασα να σου πω, σκέφτηκα να αγοράσω μια βάρκα. Ο τόπος εδώ στη στεριά δεν με χωράει πια, ακόμα και ο Λυκαβηττός πέφτει πάνω μου και με πλακώνει! Βρήκα μία μεταχειρισμένη σε μάλλον καλή τιμή. Βέβαια, η τιμή δεν έχει, τελικά, και τόση σημασία...»
Ακούμπησε το γράμμα δίπλα στο δικό της κι απομακρύνθηκε απ’ το τραπέζι. Άλλωστε, δεν ήξερε διεύθυνση για να το στείλει. Μα, ακόμα κι αν ήξερε δεν θα ξέπεφτε ποτέ σε μια τέτοια μικροπρέπεια που βαθύτερο στόχο θα είχε να την εκθέσει. Άφησε ξεκλείδωτο το στούντιο φεύγοντας, χωρίς να ρίξει μια ματιά πίσω του...
Καθώς ξανοιγόταν τώρα όλο και πιο βαθιά στο πέλαγος, οι μνήμες ξεθώριαζαν, γίνονταν ένα με τις ακτές που ξεμάκραιναν. Ώσπου βίωσε, τελικά, την τρομαχτική εκείνη ηδονή της υπαρξιακής μοναδικότητας στη μέση του απέραντου...
Κανείς δεν ξανάκουσε γι’ αυτόν, κι ούτε η βάρκα του βρέθηκε ποτέ. Μόνο ο άνεμος είναι φορές που φυσά περίεργα σ’ εκείνα τα απόμακρα θαλασσινά τοπία, σχηματίζοντας ήχους απόκοσμους. Δεν παίρνω όρκο, μα κάποια στιγμή, περνώντας με το καράβι, ένιωσα πως άκουσα το σπαραχτικό θέμα του βιολιού απ' τη σονάτα του Κρόιτσερ του Λουδοβίκου Μπετόβεν...
Καθώς ξανοιγόταν στο πέλαγος, «έπαιξε» για μία ακόμα φορά την ταινία της ζωής του τα τελευταία δύο χρόνια. Για μουσική υπόκρουση υπήρχε πάντα ο ήχος από τα κύματα. Και ό,τι έλειπε θα το συμπλήρωνε ο ίδιος – ήταν, εξ άλλου, μουσικός. Έπιασε το έργο από τους τίτλους της αρχής. Κι εκεί το όνομα του σκηνοθέτη δεν ήταν το δικό του. Ήταν αυτό της μοίρας. Με τη μορφή της γυναίκας...
Την είχε πρωτο-αντικρίσει στο Λυκαβηττό, σε μία από τις κοντινές, μικρές «αποδράσεις» του από το ιδιωτικό του στούντιο. Συνόδευε τους μαθητές κάποιου Λυκείου σε μια ημερήσια εκπαιδευτική εκδρομή. Ήταν καθηγήτρια φιλολογίας. Τον είχε ρωτήσει πώς θα βρουν το δρόμο για ένα πολιτιστικό κέντρο που βρισκόταν κάπου εκεί κοντά. Προσφέρθηκε να τους πάει ο ίδιος ως εκεί – δεν είχε, άλλωστε, πολλή δουλειά εκείνη τη μέρα.
Συζητώντας μαζί της στο δρόμο, έμαθε τα πρώτα πράγματα για κείνη. Αγαπούσε τη μουσική, αν και δεν είχε μουσικές γνώσεις. Και, όπως του εκμυστηρεύτηκε, είχε ένα διαχρονικό απωθημένο: να ακούσει τη «σονάτα του Κρόιτσερ», του Μπετόβεν. Της είχε μιλήσει κάποτε γι’ αυτήν ένας καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο, υπό την επίβλεψη του οποίου έκανε τότε μεταπτυχιακές σπουδές.
Είχε απορήσει κι ο ίδιος με το θάρρος του όταν της πρότεινε να περάσει κάποια μέρα από το στούντιό του εκεί στο Λυκαβηττό, να ακούσει επιτέλους τη φοβερή αυτή σονάτα που είχε στοιχειώσει τον Τολστόι! Κι εκείνη είχε δεχθεί αμέσως, με τον άδολο ενθουσιασμό ενός παιδιού.
Πήγε πολλές φορές στο στούντιο μέσα σ’ αυτά τα δύο χρόνια. Και κάθε συνάντησή τους ξεκινούσε με την ακρόαση της σονάτας του Κρόιτσερ, σαν απαραίτητος πρόλογος σε ένα σχεδόν μεταφυσικό τελετουργικό. Στο τέλος, πάνω στη χαλάρωση, μιλούσε για τον εαυτό της. Κι εκείνος ήταν πάντα πρόθυμος να ακούει...
Του είπε για τα οικογενειακά της προβλήματα και για μια ζωή αφυδατωμένη πια από συναισθήματα και συγκινήσεις. Ο γάμος της υπήρξε ένα είδος φυγής από φαντάσματα που την κυνηγούσαν από παλιά. Το πιο μεγάλο από αυτά, όμως, ήταν η μνήμη του καθηγητή. Ναι, θυμήθηκε την περίπτωση, ήταν πρώτο θέμα για καιρό στις εφημερίδες και την τηλεόραση. Καθηγητής της Φιλοσοφίας που είχε χαθεί με τρόπο μυστηριώδη στη θάλασσα. Είχε μόλις αγοράσει μια βάρκα και κάποιος τον είχε δει να ξανοίγεται στο πέλαγος. Η βάρκα δεν βρέθηκε ποτέ...
Κι έτσι πέρασαν δύο χρόνια γεμάτα μουσική, συγκινήσεις και εξομολογήσεις. Μα, όσο εκείνος δενόταν περισσότερο μαζί της, τόσο εκείνη απομακρυνόταν απ’ αυτόν. Οι επισκέψεις της γίνονταν όλο και πιο αραιές και βιαστικές, ενώ και η συγκίνηση απ’ τη μεριά της ολοένα λιγόστευε. Του μίλησε αόριστα για ένα «φορτωμένο πρόγραμμα» και για έναν νέο κύκλο μεταπτυχιακών σπουδών που είχε αποφασίσει να ξεκινήσει. Ώσπου, ξαφνικά, μια μέρα εκείνος βρήκε ένα γράμμα ριγμένο κάτω από την πόρτα του στούντιο.
Ήταν από εκείνη. Ο γραφικός χαρακτήρας δεν πρόδινε ταραχή, δεν φανέρωνε δισταγμό. Η γραφή ήταν σίγουρη, σαν από άτομο συνειδητοποιημένο, αποφασισμένο και ήρεμο. Σαν από άνθρωπο που δεν θα δίσταζε να πατήσει εν ψυχρώ τη σκανδάλη...
Αφού τον ευχαρίστησε (μάλλον τυπικά, ή έτσι του φάνηκε) για όσα «ωραία» είχαν μοιραστεί τα δύο αυτά χρόνια, του αποκάλυψε τους πραγματικούς λόγους που την είχαν φέρει σ’ εκείνον «κατά πρωτόγνωρη, για εκείνη, παράβαση των αρχών της». Ήταν το συναισθηματικό και υπαρξιακό κενό στο οποίο ζούσε εδώ και πολύ καιρό... Ήταν μια υποσυνείδητη ανάγκη εκδίκησης για κάποιον που χρόνια τώρα την καταπίεζε ενώ παράλληλα την υποτιμούσε σαν γυναίκα... Αλλά, πάνω απ’ όλα, ήταν το πάντα ανοιχτό τραύμα του ανεκπλήρωτου που άφησε πίσω της η σχεδόν μυθική μορφή ενός δασκάλου που εκείνη κάποτε πόθησε πολύ, μα δεν μπόρεσε (ίσως δεν πρόλαβε) να κατακτήσει. Τον κέρδισε, τελικά, η θάλασσα, στην οποία εκείνος αυτοθέλητα παρέδωσε ψυχή και σώμα...
Και η σονάτα του Κρόιτσερ, που άκουγαν μαζί σε κάθε τους συνάντηση στο στούντιο, ήταν μια υπερκόσμια γέφυρα που την πήγαινε σ’ εκείνον που της είχε πρωτομιλήσει κάποτε γι’ αυτό το μουσικό έργο. Μα, για να δώσει στον εαυτό της την ψευδαίσθηση της υλικής υπόστασης και της φυσικής παρουσίας του ανθρώπου που αντιπροσώπευε το ανεκπλήρωτο όνειρό της, είχε ανάγκη από ένα μέσο που θα σωματοποιούσε την ιδεατή μορφή του. Ένα εξ ορισμού και κατ’ ανάγκη υποδεέστερο υποκατάστατο, αφού κανείς δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με έναν ημίθεο!
Έμεινε πολλές μέρες να κοιτάζει το γράμμα χωρίς να βρίσκει τη δύναμη να το ξαναδιαβάσει. Δεν είχε καν την αυταπάτη μιας υποτιθέμενης παρανόησης που συχνά συμβαίνει στην πρώτη ανάγνωση. Και δεν είχε την παραμικρή διάθεση να εργαστεί, λες και η έμπνευση τον είχε κι εκείνη εγκαταλείψει. Το καπάκι του πιάνου είχε μείνει ανοιχτό, όπως και η παρτιτούρα με τις σπουδές του Σοπέν πάνω στο αναλόγιο...
Όταν κατάφερε, τελικά, να συνέλθει κάπως, πήρε μία λευκή κόλλα χαρτί από το συρτάρι και κάθισε στο τραπέζι ξεβιδώνοντας την πένα του:
«Δεν πρόκειται να σε κατηγορήσω, είτε για τους λόγους που ήρθες, είτε για εκείνους που έφυγες. Αυτές τις μέρες διάβασα τα βιβλία του και κατάλαβα τι διδάχθηκες από εκείνον. Οφείλω να παραδεχθώ πως έχει δίκιο όταν μιλάει για την απόλυτα αδιαπραγμάτευτη ελευθερία και για τα ‘θέλω’ που παραμερίζουν τα ‘πρέπει’. Η βούληση ενός ανθρώπου δεν είναι ιδιοκτησία κανενός άλλου, και η αυτοδιαχείρισή της είναι αυτονόητο ατομικό δικαίωμα που δεν μπορεί να υπόκειται στον παραμικρό ηθικολογικό περιορισμό!
Κάποια στιγμή ένιωσες πως με χρειαζόσουν. Είτε για να ξεπεράσεις τα προσωπικά σου αδιέξοδα και να γεμίσεις το υπαρξιακό σου κενό, είτε για να ζήσεις την ψευδαίσθηση μιας ανεκπλήρωτης εμπειρίας που η ζωή δεν σε είχε αφήσει να γευτείς. Δεν γνωρίζω αν όλα αυτά δεν τα χρειάζεσαι πια, ή αν βρήκες τώρα κάποιον που σου τα εκπληρώνει περισσότερο. Αυτό δεν θα το μάθω ποτέ... Όμως, δεν έχω το δικαίωμα να σε κρίνω. Η ζωή είναι μία τεράστια αγορά προσφοράς και ζήτησης όπου όλα ανταλλάσσονται ελεύθερα με τους πιο συμφέροντες όρους και στην καλύτερη τιμή. Ακόμα και τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αν υποτεθεί ότι το είδος υπάρχει ακόμα...
Σε κάποια παλιά ταινία, όπου ο ήρωας της ιστορίας δίνει άνιση μάχη να κερδίσει τη γυναίκα του με αντίπαλο το φάντασμα ενός – υποτίθεται πεθαμένου – παλιού εραστή, ο σύζυγος ομολογεί με απόγνωση ότι η μάχη αυτή είναι ήδη χαμένη. Γιατί, έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, έχει κακές πλευρές... Ένα όνειρο, όμως; Ένα φάντασμα πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Είναι πιο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωή!
Εγώ αναμετρήθηκα με ένα όνειρο κι έχασα. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει αφού δεν ήμουν παρά ένα ασήμαντο υποκατάστατό του; Όμως, ακόμα κι έτσι, ίσως και για να περισώσω ό,τι έχει απομείνει – αν έχει απομείνει κάτι – από τον αυτοσεβασμό μου, ας έχω τουλάχιστον τη γενναιότητα να τραβήξω την αναλογία ως το τέλος της. Ο δρόμος για τη δική μου μηδαμινή αθανασία είναι, λοιπόν, ήδη χαραγμένος. Δεν χρειάζεται καν να τον ψάξω στο χάρτη...
Ξέχασα να σου πω, σκέφτηκα να αγοράσω μια βάρκα. Ο τόπος εδώ στη στεριά δεν με χωράει πια, ακόμα και ο Λυκαβηττός πέφτει πάνω μου και με πλακώνει! Βρήκα μία μεταχειρισμένη σε μάλλον καλή τιμή. Βέβαια, η τιμή δεν έχει, τελικά, και τόση σημασία...»
Ακούμπησε το γράμμα δίπλα στο δικό της κι απομακρύνθηκε απ’ το τραπέζι. Άλλωστε, δεν ήξερε διεύθυνση για να το στείλει. Μα, ακόμα κι αν ήξερε δεν θα ξέπεφτε ποτέ σε μια τέτοια μικροπρέπεια που βαθύτερο στόχο θα είχε να την εκθέσει. Άφησε ξεκλείδωτο το στούντιο φεύγοντας, χωρίς να ρίξει μια ματιά πίσω του...
Καθώς ξανοιγόταν τώρα όλο και πιο βαθιά στο πέλαγος, οι μνήμες ξεθώριαζαν, γίνονταν ένα με τις ακτές που ξεμάκραιναν. Ώσπου βίωσε, τελικά, την τρομαχτική εκείνη ηδονή της υπαρξιακής μοναδικότητας στη μέση του απέραντου...
Κανείς δεν ξανάκουσε γι’ αυτόν, κι ούτε η βάρκα του βρέθηκε ποτέ. Μόνο ο άνεμος είναι φορές που φυσά περίεργα σ’ εκείνα τα απόμακρα θαλασσινά τοπία, σχηματίζοντας ήχους απόκοσμους. Δεν παίρνω όρκο, μα κάποια στιγμή, περνώντας με το καράβι, ένιωσα πως άκουσα το σπαραχτικό θέμα του βιολιού απ' τη σονάτα του Κρόιτσερ του Λουδοβίκου Μπετόβεν...
Τρίτη 4 Ιουλίου 2017
Έρωτας και ελευθερία
Απόσπασμα από την επιστολή αποχαιρετισμού ενός άγνωστου συγγραφέα προς την αγαπημένη του:
Ξέρω, θα δυσκολευτείς να καταλάβεις τη φυγή μου. Όμως δεν θα αναζητήσω φτηνές δικαιολογίες για να σώσω την υπόληψη και την καλή μου εικόνα ώστε να προστατέψω την υστεροφημία μου. Παίρνω την ευθύνη πάνω μου και ομολογώ τη δική μου και μόνο αδυναμία: δεν ήμουν αρκετά δυνατός να κρατήσω ζωντανό τον έρωτα μαζί με την ελευθερία. Ένα από τα δύο θα έπρεπε να το θυσιάσω!
Γιατί...
Κουράστηκα πια να φοβάμαι μη χάσω την εύνοιά σου αν έγραφα πράγματα αντίθετα με τα "πιστεύω" σου...
Κουράστηκα να προσαρμόζω τις "αλήθειες" μου στα όρια της αποδοχής σου...
Κουράστηκα να σε βλέπω να αλλάζεις απέναντί μου κάθε φορά που νόμιζες πως έθιγα τα δικά σου "ιερά", που θα 'πρεπε να γίνουν και δικά μου...
Κουράστηκα να απολογούμαι σαν κοινός εγκληματίας γιατί τόλμησα να κρίνω - και όχι να υμνήσω - τους ποιητές που αγάπησες...
...κι εσύ με κάθε τρόπο να με συγκρίνεις μαζί τους, αποδεικνύοντας θριαμβικά τη δική μου κατωτερότητα!
Θέλω τη σκέψη και τη φωνή μου να ανήκουν ξανά σ' εμένα. Να σκέφτομαι ελεύθερα, να μιλώ ελεύθερα, να γράφω ελεύθερα... Χωρίς να φοβάμαι την ποινή της δικής σου μετάλλαξης από στοργική ερωμένη σε σκληρή τιμωρό!
Και, αν το τίμημα της ελευθερίας μου είναι η απάρνηση του έρωτα, εγώ ο δειλός, που άλλον τρόπο δεν έχω να γίνω ελεύθερος, τον απαρνιέμαι!
Γιατί, ο "άλλος τρόπος" θα ήταν να αντέχω, έστω άθελά μου, να σε πληγώνω, αγαπώντας σε και την ίδια στιγμή πολεμώντας αυτά που πιστεύεις κι εκείνα που αγάπησες.
Κι αυτό δεν θα το μπορούσα!
(Ακολουθεί δυσανάγνωστη υπογραφή)
Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ...
Ένα εξαιρετικό λογοτεχνικό κείμενο της Φέφης Παπαλάμπρου!
Εκεί επάνω στο συμπλήρωμα, όταν όλα τα είχες ξοδέψει, εκεί που σου έμεναν κάτι ψιλά ακόμη, τα πέταξες ένα ηλιοβασίλεμα στη θάλασσα. Εκεί στο συμπλήρωμα σε συνάντησα. Κυνηγούσα και εγώ τον ήλιο όταν βαθυκόκκινος βουτούσε στη θάλασσα. Έκανα μια βουτιά να τον αγγίξω και έπιασα κάτι ψιλά που μόλις είχες πετάξει, ευτελούς αξίας για σένα, όπως όλα τα συμπληρώματα...
Κράτησα τα ψιλά σφιχτά στο χέρι μου, νόμισα ότι ήταν θησαυρός που μου τα άφησε ο βαθυκόκκινος ήλιος που μόλις χάθηκε στην κρύα θάλασσα. Αυτό είναι το τυχερό μου, σκεφτόμουν όταν έβγαλα το κεφάλι μου να πάρω μια ανάσα. Είχε πια σκοτεινιάσει όταν βγήκα βρεγμένη μέχρι βαθιά στην ψυχή μου, με μια λύπη για τον ήλιο που με ξεγέλασε και χάθηκε, όταν σε είδα απέναντι, δίπλα στο μοναχικό παγκάκι, με μια φωτογραφική μηχανή να γυρίζεις την πλάτη σου για να φύγεις...
Κύριε, κύριε, σου φώναξα! Με κοίταξες απορημένος, σαν να ήμουν παρείσακτη στο μοναχικό εκείνο σημείο που κυνηγούσες το άπιαστο... Κύριε, να τι έπιασα, λένε ότι όταν ρίχνουν νομίσματα στο νερό κάνουν και μια ευχή. Είμαι η τυχερή, τα έπιασα στο βυθό! Χαμογέλασες ευγενικά: Όχι, μου είπες, δεν είναι τυχερά, εγώ τα πέταξα. Ήταν τα τελευταία ψιλά που μου έμειναν, την ξόδεψα όλη μου την ψυχή, αυτά τα λίγα μου έμειναν και τα πέταξα στη θάλασσα, έτσι, σαν συμπλήρωμα. Δεν έχω τίποτα άλλο να δώσω... Είστε φωτογράφος; σε ρώτησα. Όχι, φωτογραφίζω τα ηλιοβασιλέματα, μοναχικά παγκάκια δίπλα στη θάλασσα, θλιμμένες μοναχικές βάρκες που τις νανουρίζει το κύμα, μου είπες...
Δεν ήθελες να συνεχίσεις τη συζήτηση, βιαζόσουν να φύγεις. Εσύ ντυμένος και εγώ σχεδόν γυμνή και από τα βρεγμένα μαλλιά μου έπεφτε στάλα – στάλα το θαλασσινό νερό στην παγωμένη μου πλάτη και στο στήθος, εκεί ακριβώς στην καρδιά που χτυπούσε αλλόκοτα. Τι δουλειά κάνετε; σε ρώτησα πάλι. Γύρισες την πλάτη σου και χάθηκες, χωρίς να απαντήσεις. Έτσι σε ονόμασα «μελαγχολικό ηλιοβασίλεμα». Από τότε κυνηγούσα τα ηλιοβασιλέματα δίπλα στη θάλασσα, μήπως σε συναντήσω. Ήθελα να μάθω ποιος είσαι, γιατί χάθηκε αυτή η συνάντηση χωρίς καν να αρχίσει. Δεν τόλμησες ή τα είχες ξοδέψει όλα; Ποτέ δεν έμαθα τι ήσουν. Φωτογράφος δεν ήσουν και όμως αγαπούσες τις φωτογραφίες, ρομαντικός δεν ήσουν και όμως το βλέμμα σου κάτι έψαχνε στην απουσία... Ποιητής ίσως...;
Δεν είμαι, θα μου απαντούσες, δεν έχω ταυτότητα...
29-8-2016
Φέφη Παπαλάμπρου
Τετάρτη 25 Μαΐου 2016
Η αθέατη όψη της βουκαμβίλιας
Στην αίθουσα εκδηλώσεων του κεντρικού βιβλιοπωλείου είχε μαζευτεί κόσμος από νωρίς. Κάθε νέο βιβλίο του διάσημου συγγραφέα αποτελούσε φιλολογικό γεγονός, όμως τούτο το τελευταίο το τύλιγε ένα πέπλο μυστηρίου. Κανείς δεν γνώριζε τον τίτλο ή το θέμα, μα θα τα μάθαιναν όλα στην παρουσίαση που θα έκανε σε λίγο ο ίδιος ο συγγραφέας. Μάλιστα, οι προσκεκλημένοι θα λάβαιναν κι από μια κόπια του βιβλίου δωρεάν!
Η ξαφνική έξαψη στην αίθουσα φανέρωσε την άφιξη του συγγραφέα. Χωρίς τα συνηθισμένα χαμόγελα και τις γνώριμες χαιρετούρες, κινήθηκε μονομιάς προς το βήμα ενώ ταυτόχρονα μοιράζονταν οι κόπιες στο κοινό. Κίνησε να μιλήσει, μα κάποιος από κάτω τον διέκοψε με φωνή που πρόδιδε ευγένεια μαζί με δισταγμό: «Πριν ξεκινήσουμε, μήπως θα μπορούσα να έχω μια άλλη κόπια; Η δική μου είναι κακέκτυπη. Στο εξώφυλλο λείπει ο τίτλος, και όλες οι εσωτερικές σελίδες είναι λευκές!»
Τότε ένας άλλος απ’ το κοινό ακούστηκε να λέει: «Θέλω κι εγώ μια άλλη κόπια. Έχω το ίδιο πρόβλημα!» Σε λίγο το ίδιο είπε κι ένας τρίτος, κι ένας τέταρτος, ώσπου τελικά βρέθηκε πως όλοι στην αίθουσα είχαν πάρει ένα κακέκτυπο με κατάλευκες σελίδες!
Η απορία κι η αναστάτωση έφτασαν στο αποκορύφωμα σαν έγινε γνωστό πως οι κόπιες ήταν εξαρχής μετρημένες για το κοινό που είχε προσκληθεί, και άλλες δεν υπήρχαν. Ο συγγραφέας πήρε τότε το λόγο, ενώ στην αίθουσα είχε απλωθεί μια παγερή κι αμήχανη σιωπή...
«Αγαπητοί φίλοι, σας ευχαριστώ που με τιμήσατε με την παρουσία σας κι ελπίζω στο τέλος να μη σας απογοητεύσω.
Καθώς ερχόμουν εδώ, έκοψα δρόμο μέσα απ’ το πάρκο του Δημαρχείου. Έπεσε τότε το μάτι μου στις ολάνθιστες βουκαμβίλιες μ’ εκείνους τους υπέροχους φούξια χρωματισμούς τους που αιχμαλωτίζουν πάντα το βλέμμα του περαστικού. Σκέφτηκα τότε να σας μιλήσω σήμερα γι’ αυτή τη μοναδική ομορφιά της Φύσης που πριν λίγο είχα σταθεί τυχερός να αντικρίσω.
Μα γρήγορα άρχισε να με βασανίζει μια δεύτερη σκέψη. Ή μάλλον, ένα αίσθημα ενοχής για μια σχεδιαζόμενη εξαπάτηση του κοινού που θα μαζευόταν εδώ για να με ακούσει! Γιατί, η ομορφιά για την οποία θα μιλούσα είναι πρόσκαιρη, ζει και πεθαίνει μαζί με τα άνθη στο φράχτη του πάρκου. Τι νόημα έχει να μιλά κανείς για το ωραίο που είναι προορισμένο να αφανιστεί;
Όμως, το πιο σπουδαίο είναι αλλού: Ενώ θα εξήπτα τη φαντασία σας με εικόνες απόλυτου φυσικού κάλλους, θα απόφευγα παράλληλα, με κάθε προσοχή, να αναφερθώ στην άλλη, την κρυμμένη όψη της ομορφιάς. Και δεν θα έλεγα κουβέντα για την οδυνηρή εμπειρία μου σαν άγγιξα το φυτό χωρίς να προσέξω εκείνα τα φοβερά αγκάθια που κρύβονταν από κάτω!
Τελικά, αποφάσισα να σας μιλήσω γι’ αυτό που μου συνέβη, εκθέτοντας τόσο τις φωτεινές όσο και τις σκοτεινές πλευρές του. Κι ας διαλέξει ο καθένας από εσάς τι είναι γι’ αυτόν πιο σημαντικό. Εγώ πάντως νιώθω για πρώτη φορά τόσο ανάλαφρος μπροστά σας. Γιατί, είναι η πρώτη φορά που δεν σας εξαπάτησα. Κι όχι μόνο σε ό,τι έχει να κάνει με τις βουκαμβίλιες μα, ακόμα περισσότερο, σε σχέση με το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας.
Όσο κι αν σας φανεί περίεργο, φίλοι μου, το βιβλίο αυτό δεν είναι κακέκτυπο, είναι απλά αληθινό. Θα έλεγα, είναι το μόνο αληθινό βιβλίο που έγραψα ποτέ! Γιατί, με κάθε προηγούμενο σας κορόιδεψα, σας ξεγέλασα, σας εξαπάτησα – κι εδώ τελειώνουν τα συνώνυμα που μου ‘ρχονται τούτη τη στιγμή στο μυαλό.
Όμως, ούτε κι ο ίδιος το είχα καλά-καλά συνειδητοποιήσει. Όλα ξεκίνησαν πριν λίγο καιρό, όταν έλαβα μια ανώνυμη επιστολή από κάποια αναγνώστρια που δεν άφηνε να φανεί το παραμικρό γύρω από την ταυτότητά της. Υπόγραφε μόνο στο τέλος με το όνομα ‘Ερινύα’. Το μόνο σίγουρο είναι πως με κάποιον τρόπο με γνώριζε προσωπικά, αφού αναφερόταν σε πράγματα απ’ τη ζωή μου που δεν θα μπορούσε αλλιώς να ξέρει.
Με σαρκασμό που τσάκιζε κόκαλα, ξήλωσε μεθοδικά και βασανιστικά ολόκληρο το πουλόβερ της δήθεν βαθιά ενσυνείδητης ιδεολογίας που σας πουλούσα επί τόσα χρόνια, κι αποδόμησε καρέ-καρέ την ψεύτικη εικόνα μου που σας έχτισα. Με έκανε έτσι να συνειδητοποιήσω ξαφνικά πως – για να το θέσω μεταφορικά – έγραφα πάντα για την ομορφιά της βουκαμβίλιας χωρίς να πω λέξη για τα αγκάθια που κρύβονταν πίσω της!
Και τι δεν μου θύμισε η άγνωστη αυτή Ερινύα...
Τις φορές που, νικημένος από την προκατάληψη, ή ακόμα και την ιδιοτέλεια, υπήρξα άδικος. Εγώ, που σε κάθε μου βιβλίο μιλούσα για την αδιαπραγμάτευτη αξία της δικαιοσύνης...
Τις φορές που, ωθούμενος από υπερτροφικό αίσθημα προσωπικής αξιοπρέπειας, έχασα την αυτοκυριαρχία και τον αυτοέλεγχό μου και συμπεριφέρθηκα με θυμό, ακόμα και με βία! Εγώ, που πρόβαλλα πάντα την αρετή της νηφαλιότητας κι έγραφα πως ο θυμός είναι η πιο αυτοκαταστροφική αρρώστια της ψυχής...
Τις στιγμές που, μεθυσμένος από το κρασί εφήμερων θριάμβων, νικήθηκα από τον πειρασμό της αλαζονείας και αφέθηκα στην ψεύτικη γοητεία του μεγαλείου. Εγώ που έγραφα πως, μετά την αχαριστία, η ματαιοδοξία είναι το πιο σιχαμερό από τα ανθρώπινα ελαττώματα...
Τις φορές που ο φόβος της μοιρασιάς ενός μέρους των κεκτημένων μου με οδήγησε να διεκδικήσω περισσότερα προνόμια και πιο πολλά δικαιώματα, σε σχέση με ανθρώπους του καθημερινού μόχθου που δεν ευτύχησαν να αποκτήσουν τα δικά μου διαπιστευτήρια μιας αμφίβολης, τελικά, μόρφωσης. Εγώ, που κήρυσσα σε κάθε μου έργο την ισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους και δεν έκρυβα την απέχθειά μου για το φρικτό τέρας του κοινωνικού ρατσισμού, σε όλες τις εκφάνσεις του...
Τις φορές, τέλος, που η φωνή μου σκέπασε τη φωνή του διπλανού μου επειδή θεωρούσα πως οι απόψεις μου ήταν πιο σωστές και πιο σημαντικές από τις δικές του. Εγώ, που υμνούσα τον Βολταίρο μιλώντας για την ελευθερία του λόγου και για το αναφαίρετο δικαίωμα του ανθρώπου στην έκφραση γνώμης...
Η επιστολή της αναγνώστριας με έκανε ακόμα να συναισθανθώ πόσο ψεύτικο κι επιτηδευμένο ήταν το συναίσθημα που ανάδιναν τα συγγράμματά μου που αναφέρονταν στην ανθρώπινη ψυχή. Και πόσο υποκριτής υπήρξε ένας δήθεν ιδεολόγος που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από έναν κυνικό, χυδαίο κι ιδιοτελή έμπορο συγκινήσεων!
Ο επίλογος της επιστολής μού έδειξε τελικά το δρόμο για την κάθαρση της λαβωμένης μου συνείδησης. Με προέτρεπε να υπάρξω για μία έστω φορά έντιμος κι αληθινός απέναντι στους αναγνώστες μου, δίνοντάς τους επιτέλους ένα έργο που δεν θα περιείχε το παραμικρό ψέμα. Σκέφτηκα τότε πως ένας μόνο τρόπος υπήρχε να πετύχω κάτι τέτοιο: να φτιάξω ένα βιβλίο δίχως λέξεις! Κι είναι αυτό που κρατάτε τώρα στα χέρια σας. Τα έξοδα της βιβλιοδεσίας τα κάλυψα μόνος μου και, όπως είναι φυσικό, οι κόπιες είναι μετρημένες.
Όμως, μην αφήσετε το δώρο που σας έκανα να πάει εντελώς χαμένο. Μπορείτε στις λευκές σελίδες του να καταγράφετε τις φορές που κάποτε προδώσατε, ή θα προδώσετε μελλοντικά, τις διακηρυγμένες αρχές σας. Γιατί, στο βάθος του ο καθένας κρύβει ένα μικρό, έστω, κομμάτι από το υποκριτικό τέρας που σας απευθύνθηκε σήμερα από τούτο εδώ το βήμα!»
Ο συγγραφέας μάζεψε βιαστικά τα χαρτιά του και βγήκε αμέσως από την αίθουσα εκδηλώσεων, χωρίς να δώσει στο εμβρόντητο κοινό την ευκαιρία για ερωτήσεις. Απομακρύνθηκε από το βιβλιοπωλείο με βήμα γοργό, ώσπου χάθηκε μέσα στο πλήθος στο πεζοδρόμιο της κεντρικής λεωφόρου. Κανείς δεν ξανάκουσε ύστερα γι’ αυτόν. Κάποιοι μάλιστα αμφισβητούν κι ότι ποτέ υπήρξε...
* Σ’ εκείνους που βρήκαν το θάρρος να αγγίξουν το κλωνάρι μιας βουκαμβίλιας...
Aixmi.gr
Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016
To γράμμα στην τσέπη του φύλακα
Ο ταχυδρόμος φαινόταν σαστισμένος. Το γράμμα δεν είχε όνομα αποστολέα, ενώ στη θέση του παραλήπτη έγραφε, απλά, «Σε προσοχή Λ.Χ.». Μα κι η ίδια η διεύθυνση δεν ξεκαθάριζε πολλά πράγματα. Στην πόρτα της παλιάς μονοκατοικίας υπήρχε πωλητήριο, ενώ η ηλικιωμένη κυρία στην οποία ανήκε το σπίτι είχε μόλις φύγει για την επαρχία. Έτσι ξαφνικά και για πάντα, όπως είπαν οι γείτονες.
«Τι να το κάνω το γράμμα;», με ρώτησε αμήχανα ο ταχυδρόμος. Ίσα για να τον βγάλω από την άβολη θέση, προσφέρθηκα να το κρατήσω εγώ, μήπως κι ερχόταν κάποιος να το ζητήσει.
Πέρασε καιρός, και ο φάκελος έμενε πάντα ακουμπισμένος αθόρυβα στο ίδιο ράφι της βιβλιοθήκης μου, σα λυπημένο αδέσποτο που μάταια περιμένει τον ιδιοκτήτη του να ‘ρθει να το μαζέψει. Σκέφτηκα να πετάξω το γράμμα, μα κάτι με σταμάτησε. Κάποια στιγμή, η περιέργεια με έκανε ν’ ανοίξω το φάκελο. Άλλωστε, αυτό δεν θα ‘ταν καν αδιακρισία, αφού καμία ταυτότητα δεν φανερωνόταν πουθενά. Ήταν σαν ένα γράμμα απ’ τον «κανένα» προς τον «κανένα»!
Ο γραφικός χαρακτήρας στην αρχή του κειμένου ανάδινε μια ήρεμη σοφία. Μα η γαλήνη αυτή σύντομα χανόταν, σαν μια ήσυχη πρωινή θάλασσα του καλοκαιριού που ξάφνου σήκωσε κύμα κι έγινε τρικυμία το μεσημέρι! Πάντως, φαινόταν από άνθρωπο με κάποιο επίπεδο. Άρχισα να διαβάζω, στην αρχή μάλλον με ουδέτερη διάθεση…
————————————————
Στέλνω το γράμμα στη διεύθυνση της θείας σου (στη δική σου, όπως καταλαβαίνεις, δεν θα τολμούσα). Ελπίζω να σου το δώσει. Άλλωστε, δεν προτίθεμαι να την ξαναενοχλήσω. Ούτε κι εσένα, φυσικά…
Νιώθω αμήχανος γιατί δεν ξέρω πώς να σε προσφωνήσω. Με τ’ όνομά σου; Δεν το έκανα ποτέ, ένα συνηθισμένο όνομα δεν μου έφτανε για να σε περιγράψω. Όσο για τις άλλες λέξεις που σου ‘λεγα, δεν έχω πια δικαίωμα να τις χρησιμοποιώ. Θα έμοιαζαν άδειες από περιεχόμενο, δίχως αντίκρισμα. Εξάλλου, τι νόημα έχουν οι λέξεις σαν χάνονται οι ιδιότητες; Γι’ αυτό, θα ξεκινήσω έτσι άκομψα, χωρίς προσφώνηση.
Αν τυχόν διέκρινες ένα αίσθημα απογοήτευσης ανάμεσα στις πρώτες αυτές γραμμές, σωστά το διέκρινες. Μα κι αν ακόμα δεν το ‘νιωσες, δεν θα σου είναι δύσκολο να το μαντέψεις. Σε προλαβαίνω: Μη νομίσεις ότι σε θεωρώ υπεύθυνη, πως για κάτι σε κατηγορώ. Κάθε άλλο: μάλλον ευγνωμοσύνη σου οφείλω! Γιατί, θα ήταν πολύ προβλέψιμη κι ανιαρή η ζωή αν τίποτα απ’ όσα πιστέψαμε δεν μας διέψευδε ποτέ…
Θυμάμαι κάποιες φορές να λες, με μια δόση φιλοσοφημένου κυνισμού, πως ίσως και να μην ταίριασαν οι χρόνοι μας. Ήθελες μάλλον να πεις πως δεν βρήκαμε την κατάλληλη εποχή να συναντηθούμε. Θα μπορούσα και να συμφωνήσω με τη φράση σου, μόνο που εγώ την εννοώ κάπως διαφορετικά: Για μένα, χρόνος δεν υπήρχε καν ως τη στιγμή που θα σε ξανάβλεπα. Για σένα, ήμουν ένα σχετικά ανεκτό συμπλήρωμα στον λιγοστό δικό σου άδειο χρόνο. Ρόλος, δηλαδή, όχι ατομικότητα…
Τι ειρωνεία… Ήταν ό,τι ακριβώς έλεγες πως μισούσες να βιώνεις απ’ τη μεριά σου, εσύ η γυναίκα η περήφανη, η ανεξάρτητη, η ανυπόταχτη. Που σιχαινόσουν τους ρόλους που καταπίνουν την προσωπικότητα (της γυναίκας, εννοείται), που έτρεμες μήπως ξεφύγει από καμιά χαραμάδα της ψυχής σου λίγο συναίσθημα, μη και φανείς αδύναμη, ευάλωτη, κατατεθειμένη, εξαρτημένη… Ναι, εσύ, η πιστή θαυμάστρια της Μελίνας. Ψέμα, δεν ήσουν καν θαυμάστρια: ήσουν η ίδια η Μελίνα!
Όμως, δεν σου ρίχνω ευθύνες, δεν θα φορτώσω πάνω σου το βάρος της δικής μου ελαφρότητας. Εισέπραξα, τελικά, απ’ τη ζωή αυτό που μου άξιζε. Εγώ που δίδασκα, με την αυτάρεσκη σιγουριά νικητή, την παντοδυναμία του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης, βρέθηκα να τον επαληθεύω απ’ τη μεριά του ηττημένου στον έρωτα. Είχα πιστέψει πως ήμουν αναντικατάστατος. Ακόμα κι όταν, για λόγους ανεξάρτητους της θέλησής μου, ήρθα στην ανάγκη να μειοδοτήσω στην προσφορά. Οι προσωπικές δυσκολίες μου, που σχετίζονταν με υποχρεώσεις ανελαστικές, δεν θα μπορούσαν, σκέφτηκα, να με ακυρώσουν, να με αποδείξουν αναλώσιμο. Δεν είχα μετρήσει, όμως, σωστά το μέγεθος της σπουδαιότητάς μου. Ούτε τη σειρά των προτεραιοτήτων σου…
Παραδέχομαι πως άργησα να σου μιλήσω για όλα αυτά. Και, για να πω την αλήθεια, δεν ξέρω τι μ’ έπιασε τώρα και σου τα λέω! Πέρασε ήδη ένας χρόνος από εκείνη την τελευταία φορά. Μετά χάθηκες ξαφνικά, χωρίς μια εξήγηση. Μα τι να εξηγήσεις; Πως τα ανθρώπινα αισθήματα υπόκεινται κι αυτά στους αμείλικτους νόμους της αγοράς; Πως είχες το αυτονόητο δικαίωμα να αναζητήσεις αλλού αυτό που δεν μπορούσα τότε να σου προσφέρω εγώ; Πως δεν θα απαρνιόσουνα ποτέ τη «Στέλλα» που κουβαλούσες μέσα σου, πολύ περισσότερο για χάρη ενός ασήμαντου που δεν κρατούσε καν μαχαίρι;
Πάντως, ακόμα κι αν δεν σημαίνω (που σίγουρα δεν σημαίνω) τίποτα, εξακολουθώ να είμαι καλός συζητητής και το γούστο μου στον καφέ δεν έχει αλλάξει. Γι’ αυτό, σου γράφω παρακάτω το καινούργιο μου τηλέφωνο. Όπως θα καταλάβεις, έχω μετακομίσει σε άλλη περιοχή (ζω τώρα μόνος). Απ’ ό,τι είδα προχθές περνώντας τυχαία από κει, εκείνο το μικρό καφενεδάκι στην Πλάκα υπάρχει ακόμα…
Κλείνω ανάλογα όπως άρχισα, χωρίς τις γνώριμες εκφράσεις αποφώνησης. Άλλωστε, οι λέξεις δεν μου ανήκουν πια… Να ‘σαι καλά, λοιπόν!
————————————————
Στο κάτω μέρος του χαρτιού υπήρχε πράγματι ένας αριθμός τηλεφώνου. «Τι κρίμα που εκείνη δεν θα το διαβάσει ποτέ!», σκέφτηκα καθώς τοποθετούσα το φάκελο στη γνώριμη θέση του στο ράφι της βιβλιοθήκης…
Πέρασε καιρός, και το πωλητήριο στην πόρτα της γειτονικής παλιάς μονοκατοικίας έστεκε αγέρωχο στη θέση του. Κάποιο απόγευμα, καθώς γυρνούσα σπίτι, πρόσεξα μια γυναίκα να το περιεργάζεται με επιμονή και με μια ευδιάκριτη έκφραση απορίας στο πρόσωπό της. Λεπτή, απλά μα κομψά ντυμένη, αρκετά εντυπωσιακή… Τη ρώτησα, έτσι από αίσθημα καθήκοντος καλού γείτονα, αν ενδιαφερόταν για το σπίτι.
«Όχι, ήταν το σπίτι της θείας μου», απάντησε. Μου εξήγησε πως εδώ κι ένα χρόνο περίπου έλειπε στο εξωτερικό και, κάποια στιγμή, είχε χάσει επαφή με τη συγγενή της. Σίγουρα δεν περίμενε να τη βρει να έχει μετακομίσει οριστικά στο εξοχικό της στη Χαλκιδική!
Μου συστήθηκε: Λ.Χ. Βρήκα το θάρρος να της προτείνω έναν καφέ, κάπου εκεί κοντά. Παραδόξως δεν αρνήθηκε. Μάλλον της ενέπνευσα εμπιστοσύνη! Εκτός αυτού, έδειχνε καθαρά πως χρειαζόταν κάποιον για να μιλήσει. Μετά τις πρώτες γουλιές απ’ τον espresso της, άρχισε να ξεδιπλώνει τον εαυτό της…
Τρίτο παιδί μιας μεσοαστικής οικογένειας, με δύο μεγαλύτερα αδέλφια, αγόρια. Πατέρας υπερσυντηρητικός, κατά βάθος «φαλλοκράτης» (δική της έκφραση). Τα αγόρια θα μπορούσαν, αν ήθελαν, να σπουδάσουν, εκείνη όμως θα ‘πρεπε να μάθει καλά την τέχνη της καλής συζύγου! Έτσι, την πάντρεψαν από σχετικά μικρή ηλικία με ένα πιστό αντίγραφο του πατέρα της. Καλός οικογενειάρχης μα συντηρητικός κι εργασιομανής…
Κάποια στιγμή γνώρισε έναν διαφορετικό άνθρωπο. Ιδεαλιστής, φιλελεύθερος κι ευαίσθητος, είχε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που χλεύαζε η οικογένειά της σαν τα ‘βλεπε σε έναν εκπρόσωπο του «ισχυρού» φύλου. Με ένα μόνο αλλά καθοριστικό, για κείνη, μειονέκτημα: είχε κι αυτός τις δικές του ανελαστικές προσωπικές δεσμεύσεις.
Οι καλά ριζωμένοι φόβοι της δεν την άφησαν να του δείξει τι πραγματικά σήμαινε για εκείνη. Φοβήθηκε ν’ αφήσει τα συναισθήματά της να έρθουν στο φως, δείλιασε να κατατεθεί αληθινά, μήπως και φανεί ευάλωτη, ψυχικά εξαρτημένη και, εν τέλει, «εκμεταλλεύσιμη». Έτρεμε στην ιδέα πως θα μπορούσε να διαψευστεί και να πληγωθεί!
Έτσι, έβγαλε προς τα έξω έναν εαυτό που δεν ήταν δικός της. Πρόβαλλε μπροστά σ’ εκείνον σα μια γυναίκα αυτόνομη και συναισθηματικά ανεξάρτητη (κάποιες φορές, ακόμα και σκληρή) που δεν θα μπορούσε ποτέ να κατατεθεί απόλυτα σε έναν άντρα – είδος που, ούτως ή άλλως, ελάχιστα έδειχνε να υπολήπτεται!
Τον αληθινό εαυτό της δεν πρόλαβε, τελικά, να του τον δείξει. Μια ξαφνική αδιαθεσία του άντρα της τους ανάγκασε να φύγουν αμέσως για την Αμερική, όπου ζούσε μόνιμα ο αδελφός του που, κατά καλή σύμπτωση, ήταν διευθυντής μιας μεγάλης κλινικής. Εκεί υπήρχαν όλα τα κατάλληλα μέσα για μια αποτελεσματική θεραπεία.
Στάθηκε δίπλα στον άντρα της με μεγάλη αφοσίωση για έναν ολόκληρο χρόνο, μέχρι που εκείνος ξανάγινε απόλυτα υγιής. Της πρότεινε τότε να μείνουν για πάντα στην Αμερική, κοντά στον αδελφό του που θα του εξασφάλιζε μια καλή θέση σε μεγάλη εταιρεία. Αρνήθηκε. Κάτι παραπάνω: του ομολόγησε πως δεν τον αγαπούσε πια και πως θα προτιμούσε να τραβήξει ο καθένας το δρόμο του. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να της δώσει το διαζύγιο. Άλλωστε, ήταν το λιγότερο που της χρωστούσε!
Πίσω πάλι στην Ελλάδα, προσπαθούσε τώρα να ξανακολλήσει τα κομμάτια της ζωής της που άφησε πίσω φεύγοντας. Πάνω απ’ όλα, να ξανασυναντήσει εκείνον και να του εξηγήσει. Μα στάθηκε αδύνατο να τον βρει. Θα είχε αλλάξει τηλέφωνο, ίσως ακόμα και διεύθυνση, σκέφτηκε. Κι αν κάτι της είχε δώσει κίνητρο για ν’ αλλάξει εκείνη ολόκληρη τη ζωή της, ήταν αυτός. Έστω και μέσα στις δεσμεύσεις του, τις οποίες ήταν πια πρόθυμη να αποδεχθεί! Μα, πού να βρισκόταν τώρα; Πώς θα τον εύρισκε;
Τη ρώτησα ξάφνου αν θυμόταν το τέλος στην ταινία του Τζαβέλλα, «Μια ζωή την έχουμε». «Ναι», μου απάντησε. «Λες για τη σκηνή στο λιμάνι, την ώρα που φεύγει το πλοίο παίρνοντας μακριά της τον μόνο άνθρωπο που είχε αγαπήσει. Δίπλα της στάθηκε τυχαία εκείνος ο φύλακας, που ήταν ο μόνος που γνώριζε τη διεύθυνση του ανθρώπου αυτού στη χώρα που πήγαινε. Την είχε γραμμένη πρόχειρα πάνω σε ένα φάκελο. Όταν την άκουσε να λέει κλαίγοντας το όνομα του αγαπημένου της και ν’ αναρωτιέται πώς θα τον ξαναβρεί, ο φύλακας χαμογέλασε με νόημα, κι εκεί τελειώνει η ταινία…»
Με κοιτούσε απορημένη καθώς έμενα (με μεγάλη δυσκολία, ομολογώ) σιωπηλός κι ανέκφραστος. «Μα, τι σχέση έχει αυτό με την κουβέντα μας;» είπε στο τέλος με κάποια ένταση στη φωνή της. «Μπορεί και να ‘χει!», αποκρίθηκα, σκάζοντας σχεδόν σαδιστικά ένα αινιγματικό χαμόγελο που φάνηκε τώρα να την εκνευρίζει στ’ αλήθεια!
Video: http://dai.ly/xje7yp
Aixmi.gr
Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015
Σκέψεις που δε σκορπά μακριά η θάλασσα...
![]() |
| Photo: Polytimi |
Από την Πολυτίμη
Προς τον άγνωστο που θα βρει το μήνυμα στο μπουκάλι:
Από τις 8 προσπαθώ να καθαρίσω το μυαλό μου σε τούτο εδώ το μέρος. Και, μάντεψε! Είναι η πρώτη φορά που η θάλασσα δε μπορεί να πάρει τις σκέψεις μου, να τις σκορπίσει μακριά και να φέρει ηρεμία... Ίσως γιατί φοβάμαι μη μου φέρει άλλες. Σαν αυτές που ξέβρασε πριν λίγες μέρες στην Κω ή πέρσι στη Χίο - και ποιος ξέρει πού αλλού...
Βλέπεις, η ζωή εδώ, ανατολικά, έχει αλλάξει τελευταία... Να σκεφτείς ότι δεν έχω το κουράγιο να την κοιτάξω, αρκούμαι στο να κλείνω τα μάτια και να την ακούω να έρχεται. Λυπάμαι... Λυπάμαι για τα άψυχα κορμιά που καταλήγουν στις αμμουδιές και τα βράχια. Λυπάμαι και για όσα φτάνουν σώα, μη γνωρίζοντας τη συνέχεια που μπορεί να 'ναι και χειρότερη. Λυπάμαι και για μας που αποδειχθήκαμε πολύ μικροί για να τους αγκαλιάσουμε...
Όποια πέτρα και να προσπαθήσω να ρίξω στη θάλασσα, κάποιο άλλο πρόβλημα μου ξυπνά. Χθες ένιωσα κούραση και απελπισία στο δρόμο για τις κάλπες. Κυρίως, όμως, ένιωσα πως βιάζεται η προσωπικότητα και το μυαλό μου. Και αυτό είναι κάτι που δε νομίζω ότι αντέχω...
Πολυτίμη
Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015
Έρωτας για ζωή και για θάνατο!
Της Ελένης Αθανασούλη (*)
Μια μονάχα φορά ερωτεύεσαι,
για ζωή και για θάνατο!
Μια και μόνο φορά!
Για να ζήσεις!
Αυτός είναι για μένα ο ρόλος του έρωτα στη ζωή του ανθρώπου: Ώθηση για δημιουργία.
Γι' αυτό ο άνθρωπος νιώθει τόσο «αθάνατος» όταν είναι ερωτευμένος και τόσο έτοιμος για θάνατο όταν νιώθει πως έχει ζήσει το απόλυτο του έρωτα.
Αυτό δεν το ζεις κάθε μέρα, και δεν αξίζει να το ζεις κάθε μέρα.
Απλώς Δεν Γίνεται!
Είναι σαν τη μαρμελάδα:
Είναι υπέροχη, αλλά η πολλή σε σκοτώνει.
Είναι σαν την ελευθερία:
Όταν την έχεις αποκτήσει με αγώνες
τη φυλάς σαν θησαυρό,
κι είναι λόγος να επαναστατείς στην κατάργησή της.
Αλλά όταν την έχεις δεδομένη και ανεξέλεγκτη
πεθαίνεις από πλήξη...
Αλλά...
Μήπως ο ποιητής μιλάει για τη διατήρηση του έρωτα;
Ο απόλυτος έρωτας ως βίωμα, αλλάζει τον άνθρωπο: του γίνεται modus vivendi,
και δεν έχεις πια γι' αντικείμενο του έρωτά σου, ένα μονάχα πρόσωπο.
Η αίσθηση μετουσιώνεται σε μνήμη και ικανότητα «πνευματικής και ψυχικής αθανασίας» και δημιουργικής πνοής.
Και όλα αυτά θέλεις να τα διατηρήσεις και να τα διαφυλάξεις
γιατί αξίζουν κάθε κόπο και κάθε θυσία του στιγμιαίου «θέλω σου»
και γιατί πια -από εκεί και μετά-
ερωτικά δρας, ζεις, αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο
και «περιποιείσαι» τη δημιουργική πνοή
χαρίζοντάς της τη δική σου βοήθεια/τρόπο
για να εξακολουθήσει να τρέφει τον κόσμο και σένα τον ίδιο.
Ο έρωτας σε αλλάζει και σε μαθαίνει να ζεις και να δημιουργείς,
αλλιώς δεν έζησες ποτέ κανένα έρωτα. Δεν ένιωσες δημιουργός.
Έρωτας είναι ο τρόπος να βλέπεις και να χαίρεσαι τη ζωή
γνωρίζοντας τα όριά της
(ετούτο είναι το πρώτο μας «μάθημα» στην ξενητεία του ανθρώπου, στην προσωρινότητα του ανθρώπου).
Έρωτας είναι η αγάπη του Χριστού.
Έρωτας είναι η προστασία του Δημιουργού για τα πλάσματά του:
«οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον,
ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν,
ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον».
Έρωτας είναι να δέχεσαι άνευ όρων τη δωρεά
και να ευχαριστείς για την τιμή να την απευθύνουν προς το πρόσωπό σου!
Αν αξιωθούμε όλοι να να γίνουμε ευγνώμονες και δωρητές χαράς,
τότε θα είμαστε πάντα, και αληθινά, ερωτευμένοι!
Ελένη Αθανασούλη
(*) Σχόλιο στο άρθρο "Ο Έρως που κουβαλά το βράχο…"
Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015
Τάσος Αθανασιάδης - Συνέντευξη
Συνέντευξη του συγγραφέα Τάσου Αθανασιάδη στην εκπομπή Νυχτερινός Επισκέπτης. Έγινε γνωστός από τα έργα του Οι Φρουροί της Αχαΐας (δίτομο μυθιστόρημα, βραβείο Ακαδημίας Αθηνών Ιδρύματος Ουράνη), Οι Πανθέοι (μυθιστορηματική τριλογία σε 4 τόμους, βραβείο Ακαδημίας Αθηνών), Αίθουσα του θρόνου (κρατικό βραβείο μυθιστορήματος) και Τα παιδιά της Νιόβης. Τα έργα αυτά μεταφέρθηκαν και στην ελληνική τηλεόραση.
Κυριακή 3 Αυγούστου 2014
Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014
Όσα δεν βλέπουν οι πολλοί, η "Παρακμή" τα βλέπει!
Από την ποιήτρια "Παρακμή", τακτική -ως φαίνεται- αναγνώστρια του blog, έλαβα ένα ευφυέστατο ποίημα που μάλλον με σατιρίζει, αν και ο στόχος βρίσκεται, νομίζω, πολύ πιο πέρα από την ταπεινότητά μου, και τα κίνητρα είναι πολύ βαθύτερα! Το παραθέτω πάραυτα...
Τα μάτια (σ) μου...
Είπες, θα σταματήσω πια να γράφω,
να διαβάζω,
να ψάχνω στο διαδίκτυο
για ένα τόσο δα μικρούλι
κομματάκι επικαιρότητα.
Θα σταματήσω
και στης φυσικής τα ερωτήματα
στις εξισώσεις μου τις αναπάντητες
μελέτη, χρόνο,
μάτι άγρυπνο να βάζω.
Τα μάτια μου θολώνουνε,
πονούνε και μολύνονται.
Ίσως, άμα τις κάλτσες μου μαντάρω,
ή χορταράκια καθαρίσω,
δεν τα κουράσω και πολύ.
Μπορεί, ποιος ξέρει,
οι πόνοι να μ' αφήσουνε,
και οι θολούρες τους, κι αυτές, σιγά-σιγά,
με το καλό να καθαρίσουνε.
Τι τα γυρεύεις,
πολύς ο χρόνος που κουράστηκαν,
δικαίωση ζητάνε και ξεκούραση,
έστω μια τιποτένια σύνταξη.
Μάταια πια την περιμένουν.
Έχει χωθεί μέσα στη λίστα της Λαγκάρντ!
Από 'κει μέσα, δύσκολο είναι να ξεφύγει,
σε μένα και στα μάτια μου να φτάσει.
Η τύφλα θα μας φάει
και μένανε, κι αυτά.
Έτσι που τη ζωή μας κάναμε,
στα χρόνια που περάσαν τα πολλά,
άσκεφτα και με δανεικά να ζήσουμε,
πως τάχα σύνταξη μας πρέπει
όνειρο είναι μοναχά, και ξωτικό, καρπός,
που μόνο βουλευτής, πρωθυπουργός, και δικαστής
μπορεί να δρέπει.
Για μας;
Σκασμός, πλήρωνε, δούλευε, έτσι σου πρέπει.
Και για τα μάτια μας;
Πολλά είδατε, πολλά απολαύσατε.
Ο άνθρωπος δεν ημπορεί
όλα να τα ποθεί και όλα να τα βλέπει.
Γι' αυτό σκοτάδι μαύρο και βαθύ,
τώρα την τσέπη και το βλέμμα μας θα σκέπει.
"Παρακμή"
Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014
Ένας ξεχωριστός σκύλος, ένας σπάνιος φίλος!
Της Ελένης Αθανασούλη
Ήταν ένα μικρούλι ανοιχτοκάστανο κουταβάκι. Ο μπάρμπα Γιάννης, ο τσοπάνης μας, δεν ήθελε να το κρατήσει, γιατί η μάνα του, μια λύκαινα είχε ξενοπερπατήσει μ’ ένα συνηθισμένο παλιόσκυλο, κι αντί για πρώτης ράτσας σκύλο, τού ‘φερε τούτο το τιποτένιο κουτάβι. Μεγάλος μπελάς!. Αυτός ήταν φύλακας για κότες, δεν ήταν για κοπάδι.
Στο πρόβλημά του βρήκε τη λύση. Ήρθε επίσκεψη στο σπίτι, για να μας φέρει γάλα και τυρί, και με την ευκαιρία, έφερε στα παιδιά του αφεντικού κι ένα δώρο: το κουτάβι, που είχε για πέταμα! Η κυρά-Αρετή πήρε το τυρί, πήρε και το γάλα που είχε παραγγείλει για να φτιάξει τον τραχανά και τις χυλοπίτες της χρονιάς, κι ευχαρίστησε το μπάρμπα Γιάννη για τον κόπο του. Ο Νίκος, ο μεγαλύτερος από μας τα παιδιά, παρέλαβε το κουτάβι. Μας μάζεψε κοντά του για να μας κάνει επίδειξη. Εμείς σαστισμένα, με το καινούργιο «παιχνίδι» σταθήκαμε στην αράδα για να παρακολουθήσουμε. Ο Νίκος, σαν μεγαλύτερος που ήταν, είχε την ευθύνη για όλα, και οι κατευθύνσεις που θα έδινε αυτός ήταν υποχρεωτικός γνώμονας για όλους εμάς τους μικρότερους. Έτσι λοιπόν, για το καλωσόρισμα του κουταβιού, άρχισε αμέσως, να παίζει μαζί του και να το γυμνάζει, να του δίνει εντολές και να ελέγχει την υπακοή του. Ο Νίκος, δεν ήταν μόνο ο σοβαρός και υπεύθυνος καθοδηγητής μας, ήταν και παιχνιδιάρης και ζαβολιάρης. Έτσι, γυμνάζοντας το κουταβάκι, προσπαθούσε να το ξεγελάσει, να το μπερδέψει. Ετούτο το κακόμοιρο, που ήταν ορφανό και πεταμένο, έκανε τα πάντα αποζητώντας αγάπη κι επιδοκιμασία. Και την πέτυχε. Ήταν ένα εξαιρετικής ευφυΐας κουτάβι, που μας κέρδισε όλους, για τη χάρη με την οποία ξέφευγε από τις παγίδες, για το πώς συμμορφωνόταν κι εκτελούσε τις εντολές και το πόσο αποζητούσε από όλους μας την επιβράβευση ύστερα από τόσα και τόσα παιχνίδια και δουλειά. Δεν μπορούσες ποτέ να αρνηθείς την αγάπη σου σ’ αυτόν το σκύλο.
Ο Νίκος τον ονομάτισε Αζώρ. Τον είχαμε στην αυλή του σπιτιού. Ήξερε πολύ καλά το ρόλο και το έργο του. Ήταν συνήθως ελεύθερος. Δεν άφηνε ξένους να μπουν στην αυλή, γιατί αισθανόταν την παραβίαση. Αγαπούσε όμως όλους τους εργάτες της οικογένειας, τους οποίους γνώριζε πολύ καλά, κι αυτοί τον αγαπούσαν και τον χάιδευαν. Σ’ όλους ανεξαιρέτως κάτι είχε προσφέρει, χαρά ή προσωπική εκδούλευση.
Νεαρός σκύλος ακόμη, μια μέρα που βολτάριζε κοντά στο σπίτι, δεν ξέφυγε από το δόκανο του μπόγια, που γύριζε τα χωριά για να ελέγξει την αμέλεια των νοικοκυραίων. Έριχνε φόλες στ’ αδέσποτα, για να σωφρονίσει όσους δεν μεριμνούσαν για την αποφυγή κινδύνων από τους ελεύθερους σκύλους. Ο ελεύθερος Αζώρ, είδε τον μπόγια ως άγνωστο, τον γαύγισε, κι εκείνος τού 'ριξε τη φόλα. Ο καημένος ο Αζώρ την πήρε και την έφαγε. Σε λίγο αρρώστησε βαριά. Η μάνα μας, σαν τον είδε, κάλεσε και το Νίκο, τα κουβέντιασαν, κι αποφάσισαν να του δώσουν παστό χοιρινό με αρκετό λίπος για να του προκαλέσουν ναυτία. Αλλά ο σκύλος, αρνήθηκε να πάρει απείραχτο φαγητό. Ήταν συνηθισμένος να τρώει υπολείμματα φαγητού. Με το ζόρι, του κράτησαν το στόμα ανοιχτό και άδειασαν μέσα σ’ αυτό ένα μπουκάλι λάδι. Μετά από λίγο, εξέμεσε τη φόλα. Τον φροντίσαμε κι εβγήκε γερός από αυτή τη δοκιμασία. Όλοι μας ήμασταν χαρούμενοι που επέζησε, και προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπους να τον προφυλάξουμε από κάθε κίνδυνο κι από κάθε κακό ενδεχόμενο.
Ο Νίκος έφυγε για την Αυστραλία, κι ο Αζώρ λυπήθηκε πολύ γι’ αυτήν την απουσία, όπως όλοι μας. Εγώ θεώρησα αυτήν την μετανάστευση ως το ισχυρότερο πλήγμα που είχα δεχθεί στην καρδιά μου μέχρι τότε. Ήμουν 13 χρονών. Η μαμά μου, μια γυναίκα, με σιδερένια υγεία και λιονταρίσια καρδιά, για πρώτη φορά στη ζωή της λιποθύμησε. Ο Μπαμπάς το πήρε κατάκαρδα, Ο άνθρωπος αυτός, που δεν είχε δουλέψει με τα χέρια του εδώ και 30 χρόνια, αποσύρθηκε στο καινούργιο χωράφι που είχε αγοράσει, και άρχισε, στα 55 του, να δουλεύει σκληρά για να κουράζει το σώμα του, ώστε να μην έχει η θλίψη αποκούμπι. Φοβόμασταν όλοι για την ψυχική του υγεία. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε ζήσει σκληρά παιδικά χρόνια, είχε μεγάλες ατυχίες στη προσωπική και την επιχειρηματική του ζωή, και γι’ αυτό είχε εύθραυστη υγεία. Σε τούτη τη δύσκολη ώρα ο Αζώρ, ήταν ένας σύντροφος, που βρισκόταν μαζί του όλη μέρα. Ο Μπαμπάς, ήταν ένας άνθρωπος πολύ τρυφερός. Σ’ όλους μας, μιλούσε με χαϊδευτικά και υποκοριστικά. Έτσι μιλούσε και στον Αζώρ. Τον φώναζε Αζοράκο. Ποτέ δεν τον κάλεσε, ούτε τον μάλωσε αυστηρά. Πάντοτε μειλίχια και γλυκά έδινε τις εντολές ή επέβαλλε τις τιμωρίες, σαν αναγκαίο στάδιο για την εκπαίδευση και το σωφρονισμό. Αυτός ήταν ο δικός του ο τρόπος. Χαμηλόφωνα και με φωνή που δεν επιδέχεται αντιρρήσεις, «Αζοράκο, όχι, δεν έκανες καλά». «Αζοράκο, πήγαινε φέρ'το». «Αζοράκο άσ'το», και τελικά, «μπράβο Αζοράκο!», μ’ ένα γέλιο γλυκό γεμάτο κατάφαση και ικανοποίηση. Χαίρονταν οι δυο τους και σφυρηλατούσαν μια σχέση δυνατή, σχέση συντροφιάς, συνεργασίας, παρέας, συνύπαρξης. Έζησαν πολλά χρόνια μαζί.
Ο Μπαμπάς τον έπαιρνε μαζί του όταν έβγαινε με το δίκαννο για να κυνηγήσει. Οι φίλοι του τον κοροϊδεύανε, πως «τρέχει μαζί του στο κυνήγι έναν κοπρίτη». Αλλά ο Μπαμπάς, είχε διδάξει λίγα μυστικά στον Αζώρ. Κι εκείνος, με τη σειρά του, με την εξυπνάδα και τα χαρίσματά του, έμαθε πώς να ανιχνεύει τα πουλιά στις κρυψώνες τους. 1-2 τη φορά.
Όταν θερίζανε τα γεννήματα, μέσα στις καλαμιές κρύβονταν τα ορτύκια. Εκεί ξεκίνησαν τα γυμνάσια για το κυνήγι. Ο Μπαμπάς έπαιρνε τον Αζώρ και έβγαιναν στις καλαμιές. Ο Αζώρ μπροστά, ο Μπαμπάς ακολουθούσε με το δίκαννο προτεταμένο. Ο Αζώρ, στην αρχή, δεν ήξερε για ποιο λόγο διέσχιζε τις καλαμιές, αλλά όταν κάποια στιγμή είδε να ξεπετάγονται μέσα απ’ τις φωλιές τους οι ορτυκομάνες και όσα από τα μικρά τους μπορούσαν να πετάξουν, αυτός χαιρόταν κι ήθελε να παίξει μαζί τους, προσπαθούσε να τα φτάσει, αλλά ο κυνηγός έριχνε και ο Αζώρ κατάπληκτος έβλεπε το πουλί να πέφτει και το τρεχαλητό του για παιχνίδι έχανε το νόημα του! Ο κυνηγός χαρούμενος για τη στόχευσή του, φώναζε: «Αζώρ το ορτύκι!» κι ο Αζώρ κοίταζε σα χαμένος, μια το Μπαμπά, και μια κατά το μέρος που είχε πέσει το πουλί. Μετά από λίγο, με θλίψη στα μάτια, πήγαινε το 'παιρνε και το πήγαινε στο Μπαμπά. Ο Μπαμπάς, το 'παιρνε και καμάρωνε τον Αζώρ! Ο Αζώρ τριγύριζε γύρω-γύρω από το Μπαμπά και περίμενε το χάδι πάνω στο κεφαλάκι του.
Όταν πήγαιναν για κυνήγι, στην αρχή, ο Αζώρ ήταν πολύ χαρούμενος, κι έτρεχε, έτρεχε πολύ γρήγορα, κι ο μπαμπάς δεν τον πρόφταινε. Στο πέρασμά του όλα τα πουλιά που ήταν φωλιασμένα στις καλαμιές, πετάγονταν ξαφνιασμένα κι έφευγαν. Ο Μπαμπάς δεν έφτανε να χτυπήσει κανένα. Σιγά-σιγά ο Αζώρ έμαθε να προπορεύεται στη σωστή απόσταση και η κυνηγετική έξοδος ήταν αποδοτική, πάντα όμως μέσα στο αποδεκτό όριο: όχι πάνω από 1-2 θηράματα.
Με την υπομονή του Μπαμπά ο Αζώρ έγινε πολύ καλός ιχνηλάτης. Έμαθε να ιχνηλατεί αλάνθαστα, ορτύκια, μπεκάτσες, τρυγόνια, συκοφάγους κ.ά. Το σπουδαιότερο όμως ήταν το κυνήγι της πάπιας. Όχι μόνο στο ποτάμι αλλά και στη θάλασσα.
Αδυνατώ να θυμηθώ αν υπήρξε κάποια στιγμή που ο Αζώρ ζήτησε τη χαρά και την ευτυχία σε κάποια άλλη αγάπη, διαφορετική από τη δική μας. Ο Αζώρ μεγάλωσε κοντά μας, και ζούσε ευτυχισμένος. Δεν θυμάμαι να είχε κάποιο φλερτ, ή κάποιον έρωτα. Δεν τον θυμάμαι να ζευγάρωσε ποτέ. Ήταν ο σκύλος που χαρά του ήταν να μας υπηρετεί. Κι η δική μας αγάπη και περηφάνια για την εξυπνάδα και τη χάρη του, ήταν κάθε μέρα και μεγαλύτερη.
Ο Αζώρ ένοιωσε την αγάπη του Νίκου, του Μπαμπά και όλων μας. Ένοιωσε πως η αγάπη σ’ αυτό το σπίτι ήταν θεσμός. Ήταν αναγκαίος όρος. Ο Μπαμπάς, ήταν κάθε μέρα στο χωράφι με τα ζώα, και τις καλλιέργειές του. Συντροφιά του κρατούσε ο Αζώρ, που βγαίνανε παρέα και για κυνήγι, και μια γάτα. Η γάτα αυτή και ο Αζώρ έγιναν -μετά από επανειλημμένα μαθήματα αγάπης και αποδοχής- κολλητοί φίλοι. Έτρωγαν από το ίδιο πιάτο, κι αν για κάποιο λόγο έτρωγε κάποιος απ’ τους δύο πρώτος χωρίς να έχει φάει ο άλλος, η μερίδα του άλλου φυλασσόταν από τον πρώτο. Απλώς, ο καθένας έτρωγε το μισό. Ήταν πραγματικά απίστευτο, να βλέπεις να τρώνε από το ίδιο πιάτο ο σκύλος και η γάτα. Αγάπη και Δικαιοσύνη.
Σ’ ένα ξέφωτο αυτού του χωραφιού, σπαρμένο με κριθάρι, έβοσκαν ολημερίς οι κότες, υπό το άγρυπνο βλέμμα του Αζώρ. Δεν τολμούσε να εμφανιστεί καμμιά απειλή γι’ αυτές. Ο φύλακας αυτός θα τον εξουδετέρωνε. Στηριγμένος στα δυο του μπροστινά πόδια, με το κεφάλι ψηλά σαν το περισκόπιο του υποβρυχίου, περιώπτευε το τοπίο και έδινε σήμα στον Μπαμπά-κυνηγό οσάκις εμφανιζότανε αλεπού. Μια φορά μάλιστα, της έστησε καρτέρι κρυμμένος, και αμέσως ξεσήκωσε το Μπαμπά, ο οποίος την εξολόθρευσε.
Σταθμό στην αγάπη όλων μας για τον Αζώρ στάθηκε το ακόλουθο περιστατικό: Ένα βραδάκι ο Μπαμπάς αφού τέλειωσε τη μέρα του στο χωράφι, με τα ζώα και τις καλλιέργειες, επέστρεφε στο χωριό. Με το θόρυβο από το βηματισμό του αλόγου ο Μπαμπάς δεν αντιλήφθηκε ότι ακολουθούσε σιωπηλός και ο Αζώρ. Όταν κάποια στιγμή τον είδε, σταμάτησε, πήγε κοντά του, τον κοίταξε αυστηρά (και με παράπονο για την εγκατάλειψη του καθήκοντος) του είπε: «Αζοράκο, οι κότες μας τι θα γίνουν απόψε; Πίσω γρήγορα, στις κότες!». Ο Αζώρ, έσκυψε το κεφάλι, έριξε κάτω τ’ αυτιά, έβαλε και την ουρά στα σκέλια, και γύρισε αναντίρρητα πίσω στις κότες!
Κύκνειο άσμα για τον Αζώρ, στάθηκε η μέχρις εσχάτων εκτέλεση του καθήκοντος. Ας ιστορήσουμε το τελευταίο περιστατικό δράσης του Αζώρ, με την ακρίβεια που ταιριάζει στη μνήμη του πιο άξιου τετράποδου φίλου: Ήταν βαρύς χειμώνας. Η κοίτη του Ευρώτα είχε γεμίσει, και το νερό κυλούσε ορμητικό παρασέρνοντας στο διάβα του ό,τι έβρισκε. Είχε μπει σε περιβόλια κι είχε ξεριζώσει δένδρα. Είχε ξεριζώσει ακόμη κι από τις όχθες ψηλόκορμα δένδρα. Τα ξεριζωμένα δέντρα, μέσα στην κοίτη, όδευαν προς το τέρμα του ταξιδιού, τη θάλασσα. Με τέτοιο καιρό συνήθως κατεβαίνουν και πάπιες. Αγριόπαπιες. Οι πάπιες ακολουθούν τη ροή του ποταμού και φτάνουν, κι αυτές, μέχρι τη θάλασσα. Εκεί κοπάδια πια, πλέουν στην κυματισμένη θάλασσα. Βουτούν, τινάζονται, κρύβονται έρχονται, φεύγουν. Μεθυστικό το κυνήγι. Ο Αζώρ ορμά στο νερό, και φέρνει το σκοτωμένο θήραμα στο Μπαμπά.
Μια τέτοια μέρα ο Μπαμπάς πήρε τον Αζώρ και πήγαν στο ποτάμι για να κυνηγήσουν πάπιες. Ο Αζώρ είδε ότι μια χτυπημένη πάπια είχε πέσει πέρα από το μέσον της κοίτης. Μπήκε στο ποτάμι πήρε τη χτυπημένη πάπια και, όπως πάντα σε αντίστοιχες περιπτώσεις, την πέρασε απέναντι. Εκεί την άφησε, βούτηξε πάλι και γύρισε στο Μπαμπά μου. Ο Μπαμπάς τον μάλωσε: «Αζοράκο η πάπια είναι δική μας! Γρήγορα, την πάπια!». Ο Αζώρ, ξαναβούτηξε, πέρασε απέναντι, πήρε την πάπια και ξεκίνησε για να τη φέρει στο Μπαμπά μου. Όμως το ποτάμι ήταν «φουσκωμένο», και το ρεύμα πεισματάρικο, δυνατό. Ένας ξεριζωμένος, τσακισμένος, ευκάλυπτος έπλεε κατευθείαν για τη θάλασσα, αλλά, πάνω στην καμπή της κοίτης, στρίμωξε τον Αζώρ, που κρατούσε την πάπια στο στόμα. Ο κορμός του θεόρατου δένδρου φυλάκισε τον Αζώρ στη στροφή. Η ορμή του νερού κατάπιε και την τελευταία του αντίσταση, κι ο Αζώρ άφησε την τελευταία του πνοή στην προσπάθειά του να φέρει την πάπια πίσω. Κι αυτό έγινε, μπροστά στα μάτια του κατάπληκτου Μπαμπά, που δεν μπορούσε ούτε να βοηθήσει ούτε να βλέπει.
Θρηνήσαμε όλοι μας τον Αζώρ, που ορφανό κουταβάκι βρήκε κοντά μας αγάπη κι ευτυχία, και μας έδωσε χαρά κι υπερηφάνεια. Που έδωσε και τη ζωή του για να υπηρετήσει το αφεντικό του. Ήταν θυσία που χαράχτηκε στην καρδιά και τη μνήμη όλων μας. Κανένας άλλος σκύλος, ύστερα από αυτό, δεν θα μπορούσε να μπει στην καρδιά μας και να κερδίσει τέτοια αγάπη.
Ξαναδιαβάζοντας τούτη την ιστορία, για να διορθώσω τυχόν παραδρομές της μηχανής, βλέπω με κατάπληξη, ότι δεν υπάρχει μέσα της η ψυχή μου, με την αγάπη της γι' αυτό το φίλο, τον αγαπημένο. Βλέπω, πως δεν μπορεί ο αναγνώστης να καταλάβει τη θύελλα της τρυφερότητας και τη λαχτάρα μου για τη ζωή του Αζώρ όταν αυτός κινδύνεψε στ' αλήθεια να πεθάνει. Δεν μπορείτε να καταλάβετε το θρήνο που ρήμαξε την καρδιά μου όταν αυτός ο φίλος χάθηκε τόσο πονεμένα και αυτοθυσιαστικά. Γιατί αυτός ο θάνατος δεν ήταν μάταιος. Μου έδειξε τη σημασία της πίστης και τη σημασία της αφοσίωσης. Και τούτη την ώρα τα δάκρυά μου σ' αυτή τη μνήμη, μπορεί να φαίνονται περίεργα, είναι όμως βαθύτατο πένθος μιας αξεπέραστης απώλειας...
Ήταν ένα μικρούλι ανοιχτοκάστανο κουταβάκι. Ο μπάρμπα Γιάννης, ο τσοπάνης μας, δεν ήθελε να το κρατήσει, γιατί η μάνα του, μια λύκαινα είχε ξενοπερπατήσει μ’ ένα συνηθισμένο παλιόσκυλο, κι αντί για πρώτης ράτσας σκύλο, τού ‘φερε τούτο το τιποτένιο κουτάβι. Μεγάλος μπελάς!. Αυτός ήταν φύλακας για κότες, δεν ήταν για κοπάδι.
Στο πρόβλημά του βρήκε τη λύση. Ήρθε επίσκεψη στο σπίτι, για να μας φέρει γάλα και τυρί, και με την ευκαιρία, έφερε στα παιδιά του αφεντικού κι ένα δώρο: το κουτάβι, που είχε για πέταμα! Η κυρά-Αρετή πήρε το τυρί, πήρε και το γάλα που είχε παραγγείλει για να φτιάξει τον τραχανά και τις χυλοπίτες της χρονιάς, κι ευχαρίστησε το μπάρμπα Γιάννη για τον κόπο του. Ο Νίκος, ο μεγαλύτερος από μας τα παιδιά, παρέλαβε το κουτάβι. Μας μάζεψε κοντά του για να μας κάνει επίδειξη. Εμείς σαστισμένα, με το καινούργιο «παιχνίδι» σταθήκαμε στην αράδα για να παρακολουθήσουμε. Ο Νίκος, σαν μεγαλύτερος που ήταν, είχε την ευθύνη για όλα, και οι κατευθύνσεις που θα έδινε αυτός ήταν υποχρεωτικός γνώμονας για όλους εμάς τους μικρότερους. Έτσι λοιπόν, για το καλωσόρισμα του κουταβιού, άρχισε αμέσως, να παίζει μαζί του και να το γυμνάζει, να του δίνει εντολές και να ελέγχει την υπακοή του. Ο Νίκος, δεν ήταν μόνο ο σοβαρός και υπεύθυνος καθοδηγητής μας, ήταν και παιχνιδιάρης και ζαβολιάρης. Έτσι, γυμνάζοντας το κουταβάκι, προσπαθούσε να το ξεγελάσει, να το μπερδέψει. Ετούτο το κακόμοιρο, που ήταν ορφανό και πεταμένο, έκανε τα πάντα αποζητώντας αγάπη κι επιδοκιμασία. Και την πέτυχε. Ήταν ένα εξαιρετικής ευφυΐας κουτάβι, που μας κέρδισε όλους, για τη χάρη με την οποία ξέφευγε από τις παγίδες, για το πώς συμμορφωνόταν κι εκτελούσε τις εντολές και το πόσο αποζητούσε από όλους μας την επιβράβευση ύστερα από τόσα και τόσα παιχνίδια και δουλειά. Δεν μπορούσες ποτέ να αρνηθείς την αγάπη σου σ’ αυτόν το σκύλο.
Ο Νίκος τον ονομάτισε Αζώρ. Τον είχαμε στην αυλή του σπιτιού. Ήξερε πολύ καλά το ρόλο και το έργο του. Ήταν συνήθως ελεύθερος. Δεν άφηνε ξένους να μπουν στην αυλή, γιατί αισθανόταν την παραβίαση. Αγαπούσε όμως όλους τους εργάτες της οικογένειας, τους οποίους γνώριζε πολύ καλά, κι αυτοί τον αγαπούσαν και τον χάιδευαν. Σ’ όλους ανεξαιρέτως κάτι είχε προσφέρει, χαρά ή προσωπική εκδούλευση.
Νεαρός σκύλος ακόμη, μια μέρα που βολτάριζε κοντά στο σπίτι, δεν ξέφυγε από το δόκανο του μπόγια, που γύριζε τα χωριά για να ελέγξει την αμέλεια των νοικοκυραίων. Έριχνε φόλες στ’ αδέσποτα, για να σωφρονίσει όσους δεν μεριμνούσαν για την αποφυγή κινδύνων από τους ελεύθερους σκύλους. Ο ελεύθερος Αζώρ, είδε τον μπόγια ως άγνωστο, τον γαύγισε, κι εκείνος τού 'ριξε τη φόλα. Ο καημένος ο Αζώρ την πήρε και την έφαγε. Σε λίγο αρρώστησε βαριά. Η μάνα μας, σαν τον είδε, κάλεσε και το Νίκο, τα κουβέντιασαν, κι αποφάσισαν να του δώσουν παστό χοιρινό με αρκετό λίπος για να του προκαλέσουν ναυτία. Αλλά ο σκύλος, αρνήθηκε να πάρει απείραχτο φαγητό. Ήταν συνηθισμένος να τρώει υπολείμματα φαγητού. Με το ζόρι, του κράτησαν το στόμα ανοιχτό και άδειασαν μέσα σ’ αυτό ένα μπουκάλι λάδι. Μετά από λίγο, εξέμεσε τη φόλα. Τον φροντίσαμε κι εβγήκε γερός από αυτή τη δοκιμασία. Όλοι μας ήμασταν χαρούμενοι που επέζησε, και προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπους να τον προφυλάξουμε από κάθε κίνδυνο κι από κάθε κακό ενδεχόμενο.
Ο Νίκος έφυγε για την Αυστραλία, κι ο Αζώρ λυπήθηκε πολύ γι’ αυτήν την απουσία, όπως όλοι μας. Εγώ θεώρησα αυτήν την μετανάστευση ως το ισχυρότερο πλήγμα που είχα δεχθεί στην καρδιά μου μέχρι τότε. Ήμουν 13 χρονών. Η μαμά μου, μια γυναίκα, με σιδερένια υγεία και λιονταρίσια καρδιά, για πρώτη φορά στη ζωή της λιποθύμησε. Ο Μπαμπάς το πήρε κατάκαρδα, Ο άνθρωπος αυτός, που δεν είχε δουλέψει με τα χέρια του εδώ και 30 χρόνια, αποσύρθηκε στο καινούργιο χωράφι που είχε αγοράσει, και άρχισε, στα 55 του, να δουλεύει σκληρά για να κουράζει το σώμα του, ώστε να μην έχει η θλίψη αποκούμπι. Φοβόμασταν όλοι για την ψυχική του υγεία. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε ζήσει σκληρά παιδικά χρόνια, είχε μεγάλες ατυχίες στη προσωπική και την επιχειρηματική του ζωή, και γι’ αυτό είχε εύθραυστη υγεία. Σε τούτη τη δύσκολη ώρα ο Αζώρ, ήταν ένας σύντροφος, που βρισκόταν μαζί του όλη μέρα. Ο Μπαμπάς, ήταν ένας άνθρωπος πολύ τρυφερός. Σ’ όλους μας, μιλούσε με χαϊδευτικά και υποκοριστικά. Έτσι μιλούσε και στον Αζώρ. Τον φώναζε Αζοράκο. Ποτέ δεν τον κάλεσε, ούτε τον μάλωσε αυστηρά. Πάντοτε μειλίχια και γλυκά έδινε τις εντολές ή επέβαλλε τις τιμωρίες, σαν αναγκαίο στάδιο για την εκπαίδευση και το σωφρονισμό. Αυτός ήταν ο δικός του ο τρόπος. Χαμηλόφωνα και με φωνή που δεν επιδέχεται αντιρρήσεις, «Αζοράκο, όχι, δεν έκανες καλά». «Αζοράκο, πήγαινε φέρ'το». «Αζοράκο άσ'το», και τελικά, «μπράβο Αζοράκο!», μ’ ένα γέλιο γλυκό γεμάτο κατάφαση και ικανοποίηση. Χαίρονταν οι δυο τους και σφυρηλατούσαν μια σχέση δυνατή, σχέση συντροφιάς, συνεργασίας, παρέας, συνύπαρξης. Έζησαν πολλά χρόνια μαζί.
Ο Μπαμπάς τον έπαιρνε μαζί του όταν έβγαινε με το δίκαννο για να κυνηγήσει. Οι φίλοι του τον κοροϊδεύανε, πως «τρέχει μαζί του στο κυνήγι έναν κοπρίτη». Αλλά ο Μπαμπάς, είχε διδάξει λίγα μυστικά στον Αζώρ. Κι εκείνος, με τη σειρά του, με την εξυπνάδα και τα χαρίσματά του, έμαθε πώς να ανιχνεύει τα πουλιά στις κρυψώνες τους. 1-2 τη φορά.
Όταν θερίζανε τα γεννήματα, μέσα στις καλαμιές κρύβονταν τα ορτύκια. Εκεί ξεκίνησαν τα γυμνάσια για το κυνήγι. Ο Μπαμπάς έπαιρνε τον Αζώρ και έβγαιναν στις καλαμιές. Ο Αζώρ μπροστά, ο Μπαμπάς ακολουθούσε με το δίκαννο προτεταμένο. Ο Αζώρ, στην αρχή, δεν ήξερε για ποιο λόγο διέσχιζε τις καλαμιές, αλλά όταν κάποια στιγμή είδε να ξεπετάγονται μέσα απ’ τις φωλιές τους οι ορτυκομάνες και όσα από τα μικρά τους μπορούσαν να πετάξουν, αυτός χαιρόταν κι ήθελε να παίξει μαζί τους, προσπαθούσε να τα φτάσει, αλλά ο κυνηγός έριχνε και ο Αζώρ κατάπληκτος έβλεπε το πουλί να πέφτει και το τρεχαλητό του για παιχνίδι έχανε το νόημα του! Ο κυνηγός χαρούμενος για τη στόχευσή του, φώναζε: «Αζώρ το ορτύκι!» κι ο Αζώρ κοίταζε σα χαμένος, μια το Μπαμπά, και μια κατά το μέρος που είχε πέσει το πουλί. Μετά από λίγο, με θλίψη στα μάτια, πήγαινε το 'παιρνε και το πήγαινε στο Μπαμπά. Ο Μπαμπάς, το 'παιρνε και καμάρωνε τον Αζώρ! Ο Αζώρ τριγύριζε γύρω-γύρω από το Μπαμπά και περίμενε το χάδι πάνω στο κεφαλάκι του.
Όταν πήγαιναν για κυνήγι, στην αρχή, ο Αζώρ ήταν πολύ χαρούμενος, κι έτρεχε, έτρεχε πολύ γρήγορα, κι ο μπαμπάς δεν τον πρόφταινε. Στο πέρασμά του όλα τα πουλιά που ήταν φωλιασμένα στις καλαμιές, πετάγονταν ξαφνιασμένα κι έφευγαν. Ο Μπαμπάς δεν έφτανε να χτυπήσει κανένα. Σιγά-σιγά ο Αζώρ έμαθε να προπορεύεται στη σωστή απόσταση και η κυνηγετική έξοδος ήταν αποδοτική, πάντα όμως μέσα στο αποδεκτό όριο: όχι πάνω από 1-2 θηράματα.
Με την υπομονή του Μπαμπά ο Αζώρ έγινε πολύ καλός ιχνηλάτης. Έμαθε να ιχνηλατεί αλάνθαστα, ορτύκια, μπεκάτσες, τρυγόνια, συκοφάγους κ.ά. Το σπουδαιότερο όμως ήταν το κυνήγι της πάπιας. Όχι μόνο στο ποτάμι αλλά και στη θάλασσα.
Αδυνατώ να θυμηθώ αν υπήρξε κάποια στιγμή που ο Αζώρ ζήτησε τη χαρά και την ευτυχία σε κάποια άλλη αγάπη, διαφορετική από τη δική μας. Ο Αζώρ μεγάλωσε κοντά μας, και ζούσε ευτυχισμένος. Δεν θυμάμαι να είχε κάποιο φλερτ, ή κάποιον έρωτα. Δεν τον θυμάμαι να ζευγάρωσε ποτέ. Ήταν ο σκύλος που χαρά του ήταν να μας υπηρετεί. Κι η δική μας αγάπη και περηφάνια για την εξυπνάδα και τη χάρη του, ήταν κάθε μέρα και μεγαλύτερη.
Ο Αζώρ ένοιωσε την αγάπη του Νίκου, του Μπαμπά και όλων μας. Ένοιωσε πως η αγάπη σ’ αυτό το σπίτι ήταν θεσμός. Ήταν αναγκαίος όρος. Ο Μπαμπάς, ήταν κάθε μέρα στο χωράφι με τα ζώα, και τις καλλιέργειές του. Συντροφιά του κρατούσε ο Αζώρ, που βγαίνανε παρέα και για κυνήγι, και μια γάτα. Η γάτα αυτή και ο Αζώρ έγιναν -μετά από επανειλημμένα μαθήματα αγάπης και αποδοχής- κολλητοί φίλοι. Έτρωγαν από το ίδιο πιάτο, κι αν για κάποιο λόγο έτρωγε κάποιος απ’ τους δύο πρώτος χωρίς να έχει φάει ο άλλος, η μερίδα του άλλου φυλασσόταν από τον πρώτο. Απλώς, ο καθένας έτρωγε το μισό. Ήταν πραγματικά απίστευτο, να βλέπεις να τρώνε από το ίδιο πιάτο ο σκύλος και η γάτα. Αγάπη και Δικαιοσύνη.
Σ’ ένα ξέφωτο αυτού του χωραφιού, σπαρμένο με κριθάρι, έβοσκαν ολημερίς οι κότες, υπό το άγρυπνο βλέμμα του Αζώρ. Δεν τολμούσε να εμφανιστεί καμμιά απειλή γι’ αυτές. Ο φύλακας αυτός θα τον εξουδετέρωνε. Στηριγμένος στα δυο του μπροστινά πόδια, με το κεφάλι ψηλά σαν το περισκόπιο του υποβρυχίου, περιώπτευε το τοπίο και έδινε σήμα στον Μπαμπά-κυνηγό οσάκις εμφανιζότανε αλεπού. Μια φορά μάλιστα, της έστησε καρτέρι κρυμμένος, και αμέσως ξεσήκωσε το Μπαμπά, ο οποίος την εξολόθρευσε.
Σταθμό στην αγάπη όλων μας για τον Αζώρ στάθηκε το ακόλουθο περιστατικό: Ένα βραδάκι ο Μπαμπάς αφού τέλειωσε τη μέρα του στο χωράφι, με τα ζώα και τις καλλιέργειες, επέστρεφε στο χωριό. Με το θόρυβο από το βηματισμό του αλόγου ο Μπαμπάς δεν αντιλήφθηκε ότι ακολουθούσε σιωπηλός και ο Αζώρ. Όταν κάποια στιγμή τον είδε, σταμάτησε, πήγε κοντά του, τον κοίταξε αυστηρά (και με παράπονο για την εγκατάλειψη του καθήκοντος) του είπε: «Αζοράκο, οι κότες μας τι θα γίνουν απόψε; Πίσω γρήγορα, στις κότες!». Ο Αζώρ, έσκυψε το κεφάλι, έριξε κάτω τ’ αυτιά, έβαλε και την ουρά στα σκέλια, και γύρισε αναντίρρητα πίσω στις κότες!
Κύκνειο άσμα για τον Αζώρ, στάθηκε η μέχρις εσχάτων εκτέλεση του καθήκοντος. Ας ιστορήσουμε το τελευταίο περιστατικό δράσης του Αζώρ, με την ακρίβεια που ταιριάζει στη μνήμη του πιο άξιου τετράποδου φίλου: Ήταν βαρύς χειμώνας. Η κοίτη του Ευρώτα είχε γεμίσει, και το νερό κυλούσε ορμητικό παρασέρνοντας στο διάβα του ό,τι έβρισκε. Είχε μπει σε περιβόλια κι είχε ξεριζώσει δένδρα. Είχε ξεριζώσει ακόμη κι από τις όχθες ψηλόκορμα δένδρα. Τα ξεριζωμένα δέντρα, μέσα στην κοίτη, όδευαν προς το τέρμα του ταξιδιού, τη θάλασσα. Με τέτοιο καιρό συνήθως κατεβαίνουν και πάπιες. Αγριόπαπιες. Οι πάπιες ακολουθούν τη ροή του ποταμού και φτάνουν, κι αυτές, μέχρι τη θάλασσα. Εκεί κοπάδια πια, πλέουν στην κυματισμένη θάλασσα. Βουτούν, τινάζονται, κρύβονται έρχονται, φεύγουν. Μεθυστικό το κυνήγι. Ο Αζώρ ορμά στο νερό, και φέρνει το σκοτωμένο θήραμα στο Μπαμπά.
Μια τέτοια μέρα ο Μπαμπάς πήρε τον Αζώρ και πήγαν στο ποτάμι για να κυνηγήσουν πάπιες. Ο Αζώρ είδε ότι μια χτυπημένη πάπια είχε πέσει πέρα από το μέσον της κοίτης. Μπήκε στο ποτάμι πήρε τη χτυπημένη πάπια και, όπως πάντα σε αντίστοιχες περιπτώσεις, την πέρασε απέναντι. Εκεί την άφησε, βούτηξε πάλι και γύρισε στο Μπαμπά μου. Ο Μπαμπάς τον μάλωσε: «Αζοράκο η πάπια είναι δική μας! Γρήγορα, την πάπια!». Ο Αζώρ, ξαναβούτηξε, πέρασε απέναντι, πήρε την πάπια και ξεκίνησε για να τη φέρει στο Μπαμπά μου. Όμως το ποτάμι ήταν «φουσκωμένο», και το ρεύμα πεισματάρικο, δυνατό. Ένας ξεριζωμένος, τσακισμένος, ευκάλυπτος έπλεε κατευθείαν για τη θάλασσα, αλλά, πάνω στην καμπή της κοίτης, στρίμωξε τον Αζώρ, που κρατούσε την πάπια στο στόμα. Ο κορμός του θεόρατου δένδρου φυλάκισε τον Αζώρ στη στροφή. Η ορμή του νερού κατάπιε και την τελευταία του αντίσταση, κι ο Αζώρ άφησε την τελευταία του πνοή στην προσπάθειά του να φέρει την πάπια πίσω. Κι αυτό έγινε, μπροστά στα μάτια του κατάπληκτου Μπαμπά, που δεν μπορούσε ούτε να βοηθήσει ούτε να βλέπει.
Θρηνήσαμε όλοι μας τον Αζώρ, που ορφανό κουταβάκι βρήκε κοντά μας αγάπη κι ευτυχία, και μας έδωσε χαρά κι υπερηφάνεια. Που έδωσε και τη ζωή του για να υπηρετήσει το αφεντικό του. Ήταν θυσία που χαράχτηκε στην καρδιά και τη μνήμη όλων μας. Κανένας άλλος σκύλος, ύστερα από αυτό, δεν θα μπορούσε να μπει στην καρδιά μας και να κερδίσει τέτοια αγάπη.
Ξαναδιαβάζοντας τούτη την ιστορία, για να διορθώσω τυχόν παραδρομές της μηχανής, βλέπω με κατάπληξη, ότι δεν υπάρχει μέσα της η ψυχή μου, με την αγάπη της γι' αυτό το φίλο, τον αγαπημένο. Βλέπω, πως δεν μπορεί ο αναγνώστης να καταλάβει τη θύελλα της τρυφερότητας και τη λαχτάρα μου για τη ζωή του Αζώρ όταν αυτός κινδύνεψε στ' αλήθεια να πεθάνει. Δεν μπορείτε να καταλάβετε το θρήνο που ρήμαξε την καρδιά μου όταν αυτός ο φίλος χάθηκε τόσο πονεμένα και αυτοθυσιαστικά. Γιατί αυτός ο θάνατος δεν ήταν μάταιος. Μου έδειξε τη σημασία της πίστης και τη σημασία της αφοσίωσης. Και τούτη την ώρα τα δάκρυά μου σ' αυτή τη μνήμη, μπορεί να φαίνονται περίεργα, είναι όμως βαθύτατο πένθος μιας αξεπέραστης απώλειας...
Παρασκευή 30 Μαΐου 2014
Έρωτες στα ερείπια του πολέμου
(Από το ημερολόγιο της Ελένης Αθανασούλη)
Η Βάσια είναι μια Μεγάλη Γυναίκα. Ζει πια μόνη.
Το πρόσωπό της λίγο μαραμένο από το χρόνο, μ' ακόμη πανέμορφο, τα μάτια της γελαστά κι ευτυχισμένα, το χαμόγελό της, κερασάκι ώριμο. Χαριτωμένη κώμη με φυσικούς κυματισμούς πλαισιώνει αυτή την ωραία μορφή. Ένας γεμάτος κι ευτυχισμένος άνθρωπος, πάντα προσηνής, πάντα “φωτεινή”. Λόγια, γέλιο, κινήσεις, απαιτήσεις, προσδοκίες, όλα με μέτρο. Το Άριστον.
Αυτή η ευφρόσυνη ύπαρξη, η Βάσια, δεν είναι ποτέ μόνη. Γιατί έζησε μια οικογενειακή ζωή με πληρότητα συναισθημάτων και αρετών. Είναι γεμάτη μνήμες αγάπης.
Ναύπλιο, λίγο μετά τον πόλεμο. Η μαμά, κυρία κι αρχόντισσα του σπιτιού, είναι μορφωμένη και πάντα γαλήνια. Μεγάλη καρδιά. Η επικοινωνία μαζί της ήταν μυσταγωγία, χαρά και διδασκαλία, αγάπη και φιλία. Αμεσότητα και ειλικρίνεια. Η Βάσια, μαθήτρια στο Γυμνάσιο, κι η μαμά την έβλεπε να μπουμπουκιάζει και ν' ανθίζει. Κι από κοντά οι νέοι να την πλησιάζουν και να τη φλερτάρουν. Όλα τα νεανικά μυστικά της η Βάσια τα φανέρωνε στη λατρεμένη της μητέρα. Κι εκείνη, μ' αγάπη για το παιδί της, μάνα και πατέρας μαζί (αφού ο μπαμπάς “έφυγε” στην κατοχή), δε σταματούσε να λέει: ό,τι και να γίνει, πρόσεχε το σχολειό σου. Πρώτα απ' όλα η μόρφωσή σου και μετά όλα τ' άλλα. Πρόσεχε τις παρέες σου, κι όποιος είναι μαζί σου θα έρχεται στο σπίτι μας.
Τελευταία χρονιά στο Γυμνάσιο. Ένας νέος, μαζί με το φίλο του συνοδεύουν από μακριά τη Βάσια, στο δρόμο της επιστροφής, από το σχολείο. Μέρες τώρα. Η μικρή Βάσια, κολακεύτηκε, ανησύχησε, κι η περιέργειά της άναψε. Μαζί με φόβο. Τη μια μέρα επιτάχυνε το βήμα. Την άλλη κοίταξε πίσω της, ανήσυχη. Η “παρακολούθηση” συνεχιζόταν. Οι νέοι, συμμαθητές από το δημοτικό σχολείο.
Προς το τέλος της σχολικής χρονιάς, η Βάσια, δεν βάσταξε άλλο. Γύρισε πίσω της για να λογαριαστεί με τους “υπόπτους”.
-Γιατί με παρακολουθείτε; τους ρώτησε.
-Δεν σε παρακολουθούμε! Της απάντησαν ευγενικά, και φιλικά, “μη φοβάσαι!” Της απάντησαν.
Όμως για μέρες αυτό συνεχιζόταν, κι εκείνη, μια μέρα, ρώτησε πάλι
-Γιατί εξακολουθείτε να με παρακολουθείτε; Το σπίτι μου είναι εδώ κοντά. Να εκεί! Είπε, σαν να 'θελε να πει “δίνω μια και μπαίνω μέσα και δεν θα με βλέπετε” , ή “αν τολμάτε ελάτε εκεί”.
Τότε, ο ένας νέος της είπε: “την επόμενη Κυριακή θα έρθω στο σπίτι σου”.
Την επόμενη Κυριακή, ο νέος, πήγε στο σπίτι της. Η ευγενέστατη μητέρα της τον δέχθηκε, τον ρώτησε γι' αυτόν, τον περιποιήθηκε, κι εκείνος, λίγο πριν τους αποχαιρετήσει τους είπε:
-Την επόμενη Κυριακή θα έρθω με τους γονείς μου.
Αποχαιρετίστηκαν κι έφυγε. Έτσι κι έγινε. Την επόμενη Κυριακή, πήγε με τους γονείς του, οι οικογένειες γνωρίστηκαν, οι γονείς του νέου ζήτησαν για το παιδί τους το χέρι της Βάσιας και διαβεβαίωσαν τη μητέρα της, πως η κόρη της θα ζήσει ευτυχής, χωρίς να της λείψει ποτέ το παραμικρό.
Η σοφή μαμά της, τους ευχαρίστησε, τους διαβεβαίωσε πως εκείνη έχει ήδη φροντίσει για να μη λείπει τίποτε (από όλα εκείνα τα πρακτικά και καθημερινά πράγματα) στην κόρη της. Αλληλοευχαριστήθηκαν, κι η οικογένεια του νέου αποχώρησε. Σ' ένα χρόνο έκαναν τον αρραβώνα και σ' ένα ακόμη χρόνο έκαναν το γάμο.
Η Βάσια έζησε μαζί με τον καλό της 48 ολόκληρα χρόνια ανέφελου και ειρηνικού βίου, μέχρι που εκείνον τον κάλεσε στους κόλπους του ο Κύριος της αγάπης. Σήμερα η καρδιά της είναι γεμάτη, χορτάτη. Η όψη της δείχνει γαλήνη και πληρότητα. Οι ανάγκες της δεν είναι του κόσμου τούτου, είναι των αγγέλων. Το πρόσωπό της καθρέφτης της εσωτερικής της ειρήνης, της γαλήνης της καρδιάς της. Της πλησμονής της ύπαρξής της όλης.
Μια μορφή ευγενής, μια ψυχή καθαρή, μια καρδιά γαλήνια. Ένας Άνθρωπος, “μορφωμένος” μέσα στην αγάπη.
Ευλογημένη Βασούλα!
Η Βάσια είναι μια Μεγάλη Γυναίκα. Ζει πια μόνη.
Το πρόσωπό της λίγο μαραμένο από το χρόνο, μ' ακόμη πανέμορφο, τα μάτια της γελαστά κι ευτυχισμένα, το χαμόγελό της, κερασάκι ώριμο. Χαριτωμένη κώμη με φυσικούς κυματισμούς πλαισιώνει αυτή την ωραία μορφή. Ένας γεμάτος κι ευτυχισμένος άνθρωπος, πάντα προσηνής, πάντα “φωτεινή”. Λόγια, γέλιο, κινήσεις, απαιτήσεις, προσδοκίες, όλα με μέτρο. Το Άριστον.
Αυτή η ευφρόσυνη ύπαρξη, η Βάσια, δεν είναι ποτέ μόνη. Γιατί έζησε μια οικογενειακή ζωή με πληρότητα συναισθημάτων και αρετών. Είναι γεμάτη μνήμες αγάπης.
Ναύπλιο, λίγο μετά τον πόλεμο. Η μαμά, κυρία κι αρχόντισσα του σπιτιού, είναι μορφωμένη και πάντα γαλήνια. Μεγάλη καρδιά. Η επικοινωνία μαζί της ήταν μυσταγωγία, χαρά και διδασκαλία, αγάπη και φιλία. Αμεσότητα και ειλικρίνεια. Η Βάσια, μαθήτρια στο Γυμνάσιο, κι η μαμά την έβλεπε να μπουμπουκιάζει και ν' ανθίζει. Κι από κοντά οι νέοι να την πλησιάζουν και να τη φλερτάρουν. Όλα τα νεανικά μυστικά της η Βάσια τα φανέρωνε στη λατρεμένη της μητέρα. Κι εκείνη, μ' αγάπη για το παιδί της, μάνα και πατέρας μαζί (αφού ο μπαμπάς “έφυγε” στην κατοχή), δε σταματούσε να λέει: ό,τι και να γίνει, πρόσεχε το σχολειό σου. Πρώτα απ' όλα η μόρφωσή σου και μετά όλα τ' άλλα. Πρόσεχε τις παρέες σου, κι όποιος είναι μαζί σου θα έρχεται στο σπίτι μας.
Τελευταία χρονιά στο Γυμνάσιο. Ένας νέος, μαζί με το φίλο του συνοδεύουν από μακριά τη Βάσια, στο δρόμο της επιστροφής, από το σχολείο. Μέρες τώρα. Η μικρή Βάσια, κολακεύτηκε, ανησύχησε, κι η περιέργειά της άναψε. Μαζί με φόβο. Τη μια μέρα επιτάχυνε το βήμα. Την άλλη κοίταξε πίσω της, ανήσυχη. Η “παρακολούθηση” συνεχιζόταν. Οι νέοι, συμμαθητές από το δημοτικό σχολείο.
Προς το τέλος της σχολικής χρονιάς, η Βάσια, δεν βάσταξε άλλο. Γύρισε πίσω της για να λογαριαστεί με τους “υπόπτους”.
-Γιατί με παρακολουθείτε; τους ρώτησε.
-Δεν σε παρακολουθούμε! Της απάντησαν ευγενικά, και φιλικά, “μη φοβάσαι!” Της απάντησαν.
Όμως για μέρες αυτό συνεχιζόταν, κι εκείνη, μια μέρα, ρώτησε πάλι
-Γιατί εξακολουθείτε να με παρακολουθείτε; Το σπίτι μου είναι εδώ κοντά. Να εκεί! Είπε, σαν να 'θελε να πει “δίνω μια και μπαίνω μέσα και δεν θα με βλέπετε” , ή “αν τολμάτε ελάτε εκεί”.
Τότε, ο ένας νέος της είπε: “την επόμενη Κυριακή θα έρθω στο σπίτι σου”.
Την επόμενη Κυριακή, ο νέος, πήγε στο σπίτι της. Η ευγενέστατη μητέρα της τον δέχθηκε, τον ρώτησε γι' αυτόν, τον περιποιήθηκε, κι εκείνος, λίγο πριν τους αποχαιρετήσει τους είπε:
-Την επόμενη Κυριακή θα έρθω με τους γονείς μου.
Αποχαιρετίστηκαν κι έφυγε. Έτσι κι έγινε. Την επόμενη Κυριακή, πήγε με τους γονείς του, οι οικογένειες γνωρίστηκαν, οι γονείς του νέου ζήτησαν για το παιδί τους το χέρι της Βάσιας και διαβεβαίωσαν τη μητέρα της, πως η κόρη της θα ζήσει ευτυχής, χωρίς να της λείψει ποτέ το παραμικρό.
Η σοφή μαμά της, τους ευχαρίστησε, τους διαβεβαίωσε πως εκείνη έχει ήδη φροντίσει για να μη λείπει τίποτε (από όλα εκείνα τα πρακτικά και καθημερινά πράγματα) στην κόρη της. Αλληλοευχαριστήθηκαν, κι η οικογένεια του νέου αποχώρησε. Σ' ένα χρόνο έκαναν τον αρραβώνα και σ' ένα ακόμη χρόνο έκαναν το γάμο.
Η Βάσια έζησε μαζί με τον καλό της 48 ολόκληρα χρόνια ανέφελου και ειρηνικού βίου, μέχρι που εκείνον τον κάλεσε στους κόλπους του ο Κύριος της αγάπης. Σήμερα η καρδιά της είναι γεμάτη, χορτάτη. Η όψη της δείχνει γαλήνη και πληρότητα. Οι ανάγκες της δεν είναι του κόσμου τούτου, είναι των αγγέλων. Το πρόσωπό της καθρέφτης της εσωτερικής της ειρήνης, της γαλήνης της καρδιάς της. Της πλησμονής της ύπαρξής της όλης.
Μια μορφή ευγενής, μια ψυχή καθαρή, μια καρδιά γαλήνια. Ένας Άνθρωπος, “μορφωμένος” μέσα στην αγάπη.
Ευλογημένη Βασούλα!
Τρίτη 13 Μαΐου 2014
Αναμνήσεις κι αναπολήσεις....
Ένα νοσταλγικό κείμενο της Ελένης Αθανασούλη...
Πέρασε κι η γιορτή της μητέρας! (μας!)
Η δύση έκανε μια γιορτή για το κάθε τι, σε μια ορισμένη μέρα.
Εμπορευματοποίηση. Τις άλλες μέρες μπορούμε να ξεχνάμε
τη μάνα μας, το σύντροφό μας, το δάσκαλό μας, το περιβάλλον κ.ο.κ.
Τούτη τη φορά, μιλώντας με τους φίλους
και τις μαμάδες φιλενάδες μου,
ένιωσα -κι είναι αλήθεια- πρώτη φορά, μόνο μάνα!
Και τώρα, σαν κόρη
αναλογίζομαι τους κόπους, τις αναμονές, το θάρρος,
τις περιστασιακές ματαιώσεις της....
Όμως ήταν μάνα πάνω απ' όλα!
Μάνα ήταν και για τα εγγόνια της. Τρυφερή μάνα.
Θυμάμαι ιδιαίτερα, όταν της πήγαινα τα παιδιά.
Τα δικά μου τα θεωρούσε καλομαθημένα (παρόλο που δεν ήταν)
και τα φιλοξενούσε σα μοναχοπαίδια.
Τα κρατούσε μέρες, καλοκαιριάτικες συνήθως.
Κι εκεί στις 10 το πρωί, που ήταν η ώρα για το αυγό τους,
έκανε τόσα πράγματα για να τα ευχαριστήσει,
που δεν θυμάμαι να 'κανε για μας κάτι παρόμοιο.
Έβαζε λοιπόν, το μελάτο αυγό σ' ένα ποτήρι-κούπα,
και πρόσθετε τόσα πράγματα μέσα, που γινόταν ολόκληρο γεύμα.
Μερικά από αυτά: αλατοπίπερο, τριμμένη-λυωμένη φέτα τυρί,
ρίγανη, λάδι και ψίχα ψωμιού (!). Τους το 'δινε με το κουτάλι το μεγάλο!
Αργότερα που μεγαλώσανε θέλανε κι άλλα.
Τους έφτιαχνε λοιπόν πότε πιτούλες από το ζυμάρι του ψωμιού,
πότε σαλάτα και τυρί, και ελιές (πέρα από το δεκατιανό αυγό).
Για τις ελιές είχε το εξής πλάνο: ήθελε να βγάζει όλα τα κουκούτσια,
για να μη της πνιγούν τα “πρωτευουσιανάκια τα άμαθα”!
Όχι πως χρειαζόταν, αυτοί ήταν τσακάλια!
Αλλά εκείνη που τα 'βλεπε λίγο,
ήθελε να τα περιποιείται πολύ! Τέτοια ψυχή!
Η μνήμη τους αυτή είναι ολοζώντανη, γιατί (τα καθάρματα) για να τη βάλουν
να τρέχει περισσότερο για χάρη τους
δεν ήθελαν από τις ίδιες ελιές!
ο ένα ήθελε μαύρες ξυδάτες, κι άλλος πράσινες λεμονάτες!
Κι εκείνη τους έκανε το χατήρι, με γλυκόλογα, κι αγάπες.
Αυτή η μνήμη,
είναι γι' αυτούς πολύ δυνατό στοιχείο για την αγάπη της γιαγιάς τους!
Ξέχωρα από τα δεκάρικα που ήθελαν σχεδόν κάθε μέρα
για να αγοράζουν βιβλία παιδικής λογοτεχνίας,
βλέπεις.. η καθημερινή ψυχαγωγία!
Το “κακό” για τη μάνα μου ήταν πως διαβάζανε γρήγορα!
-Δεν τους προφταίνω! μου έλεγε, με ξεφραγκίσανε!
-Μαμά μη τους κάνεις όλα τα χατήρια! της έλεγα, κι εκείνη:
-Καημένη μου, πόσες μέρες θα είναι εδώ; του χρόνου θα τα ξαναδώ!
μέχρι του χρόνου θα τα 'χω ξαναμαζέψει τα λεφτά μου! έχει ο Θεός!
Αχ! μάνα!
Πέρασε κι η γιορτή της μητέρας! (μας!)
Η δύση έκανε μια γιορτή για το κάθε τι, σε μια ορισμένη μέρα.
Εμπορευματοποίηση. Τις άλλες μέρες μπορούμε να ξεχνάμε
τη μάνα μας, το σύντροφό μας, το δάσκαλό μας, το περιβάλλον κ.ο.κ.
Τούτη τη φορά, μιλώντας με τους φίλους
και τις μαμάδες φιλενάδες μου,
ένιωσα -κι είναι αλήθεια- πρώτη φορά, μόνο μάνα!
Και τώρα, σαν κόρη
αναλογίζομαι τους κόπους, τις αναμονές, το θάρρος,
τις περιστασιακές ματαιώσεις της....
Όμως ήταν μάνα πάνω απ' όλα!
Μάνα ήταν και για τα εγγόνια της. Τρυφερή μάνα.
Θυμάμαι ιδιαίτερα, όταν της πήγαινα τα παιδιά.
Τα δικά μου τα θεωρούσε καλομαθημένα (παρόλο που δεν ήταν)
και τα φιλοξενούσε σα μοναχοπαίδια.
Τα κρατούσε μέρες, καλοκαιριάτικες συνήθως.
Κι εκεί στις 10 το πρωί, που ήταν η ώρα για το αυγό τους,
έκανε τόσα πράγματα για να τα ευχαριστήσει,
που δεν θυμάμαι να 'κανε για μας κάτι παρόμοιο.
Έβαζε λοιπόν, το μελάτο αυγό σ' ένα ποτήρι-κούπα,
και πρόσθετε τόσα πράγματα μέσα, που γινόταν ολόκληρο γεύμα.
Μερικά από αυτά: αλατοπίπερο, τριμμένη-λυωμένη φέτα τυρί,
ρίγανη, λάδι και ψίχα ψωμιού (!). Τους το 'δινε με το κουτάλι το μεγάλο!
Αργότερα που μεγαλώσανε θέλανε κι άλλα.
Τους έφτιαχνε λοιπόν πότε πιτούλες από το ζυμάρι του ψωμιού,
πότε σαλάτα και τυρί, και ελιές (πέρα από το δεκατιανό αυγό).
Για τις ελιές είχε το εξής πλάνο: ήθελε να βγάζει όλα τα κουκούτσια,
για να μη της πνιγούν τα “πρωτευουσιανάκια τα άμαθα”!
Όχι πως χρειαζόταν, αυτοί ήταν τσακάλια!
Αλλά εκείνη που τα 'βλεπε λίγο,
ήθελε να τα περιποιείται πολύ! Τέτοια ψυχή!
Η μνήμη τους αυτή είναι ολοζώντανη, γιατί (τα καθάρματα) για να τη βάλουν
να τρέχει περισσότερο για χάρη τους
δεν ήθελαν από τις ίδιες ελιές!
ο ένα ήθελε μαύρες ξυδάτες, κι άλλος πράσινες λεμονάτες!
Κι εκείνη τους έκανε το χατήρι, με γλυκόλογα, κι αγάπες.
Αυτή η μνήμη,
είναι γι' αυτούς πολύ δυνατό στοιχείο για την αγάπη της γιαγιάς τους!
Ξέχωρα από τα δεκάρικα που ήθελαν σχεδόν κάθε μέρα
για να αγοράζουν βιβλία παιδικής λογοτεχνίας,
βλέπεις.. η καθημερινή ψυχαγωγία!
Το “κακό” για τη μάνα μου ήταν πως διαβάζανε γρήγορα!
-Δεν τους προφταίνω! μου έλεγε, με ξεφραγκίσανε!
-Μαμά μη τους κάνεις όλα τα χατήρια! της έλεγα, κι εκείνη:
-Καημένη μου, πόσες μέρες θα είναι εδώ; του χρόνου θα τα ξαναδώ!
μέχρι του χρόνου θα τα 'χω ξαναμαζέψει τα λεφτά μου! έχει ο Θεός!
Αχ! μάνα!
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)







