Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρονογράφημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρονογράφημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Πόσο εκτιμά η γυναίκα την ευγένεια στον ανδρικό χαρακτήρα;


Πίσω από το αποκρουστικό μοντέλο του σκληρού και βίαιου άντρα, θα πρέπει να αναζητήσει η γυναίκα και το (όποιο) δικό της μερίδιο ευθύνης στη διαμόρφωση του κυρίαρχου αρσενικού προτύπου...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Την ιστορία την άκουσα πριν πολλά χρόνια στο σαλόνι ενός κομμωτηρίου. Μια νέα κοπέλα είχε μπλέξει με έναν πολύ «μάτσο» τύπο, από εκείνους που θεωρούν την ευγένεια του χαρακτήρα σαν «φλωρίστικη» αδυναμία και την αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι. Ήταν συχνά βίαιος μαζί της και, γενικά, της κακοφερόταν. Κάποια στιγμή, εκείνη δεν άντεξε άλλο και τον παράτησε. Λίγο αργότερα γνώρισε ένα ευγενικό παιδί που της φέρθηκε άψογα. Ήταν και «συμπαθέστατος», κατά δήλωσή της.

Δεν πέρασε πολύς καιρός ώσπου να καταλάβει πως δεν μπορούσε να νιώσει γι’ αυτόν καμία ουσιαστική έλξη. Η πολλή του ευγένεια την «ξενέρωνε», και άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η απουσία της βίας από τη σχέση λειτουργούσε σαν κατασταλτικό του πάθους. Όπως ομολόγησε, της έλειψε εκείνος «ο αληθινός άντρας» που «την πλάκωνε στα χαστούκια» και μετά την τραβούσε με σιγουριά κοντά του για τη συμφιλίωση – προεόρτιο ερωτικής πανδαισίας! Ήταν ο μόνος που την έκανε να νιώθει «ασφαλής». Και, δίχως να το πολυ-σκεφτεί, γύρισε πίσω στους γνώριμους πόνους...

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιλογή της νεαρής κομμώτριας είχε χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να παραπέμπουν σε ψυχική παθογένεια. Ποια φυσιολογική κοπέλα θα εύρισκε περισσότερο ελκυστικό έναν βίαιο και συναισθηματικά άνυδρο άντρα, σε σύγκριση με κάποιον που θα της φερόταν με ευγένεια, ευαισθησία και, πάνω απ' όλα, αγάπη;

Όμως, το πιο πάνω ερώτημα ίσως δεν είναι τόσο ρητορικό όσο φαίνεται. Η στείρα, η δίχως «πλεονάζουσα» ευγένεια κι ευαισθησία αρρενωπότητα δείχνει να γοητεύει ακόμα και κάποιες «φυσιολογικές», στην ψυχοσύνθεσή τους, γυναίκες. Τις βλέπουμε, για παράδειγμα, να καμαρώνουν απροκάλυπτα στο κάθισμα του συνοδηγού, δίπλα στον «νταή» που, για μία απλή προτεραιότητα στη διασταύρωση, βγαίνει έξω με πρόθεση να ξυλοκοπήσει τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου. Ή, αισθάνονται «θεές» όταν ο συνοδός τους επιδεικνύει απειλητικά την σχολαστικά κι επίπονα επεξεργασμένη σωματοδομή του σε όποιον τολμήσει να τις κοιτάξει λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω...

Αντίστροφα, όπως στο παράδειγμα με το οποίο ξεκινήσαμε τη συζήτηση, το πλεόνασμα θετικών ψυχικών χαρισμάτων και συμπεριφορών στον άντρα μπορεί να επιδράσει κατασταλτικά στην ερωτική διάθεση κάποιων γυναικών. Το στιγμιότυπο που παραθέτω πιο κάτω είναι ενδεικτικό.

Την πρώτη περίοδο της πανδημίας (τότε που στέλναμε sms στις κρατικές αρχές για να πάρουμε την άδεια να πάμε στο φαρμακείο ή το σούπερ-μάρκετ) με είχε εντυπωσιάσει, θυμάμαι, ένας διάλογος σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ανάμεσα σε κυρίες της υψηλής κοινωνίας που δήλωναν φανατικές θαυμάστριες ενός γνωστού, τότε, από τις καθημερινές ενημερωτικές τηλεοπτικές εμφανίσεις του, και φημισμένου για το μπρουτάλ στυλ του, υφυπουργού της κυβέρνησης. Όπως ομολογούσαν η μία στην άλλη, αυτός ήταν «ο πραγματικός άντρας», ο άξιος να τον ποθήσει μία γυναίκα, και όχι «κάτι ευαισθητούληδες» που κυκλοφορούν εκεί έξω! Θυμάμαι, παρεμπιπτόντως, ότι τις μέρες εκείνες τα σούπερ-μάρκετ ήταν σχεδόν άδεια στις έξι το απόγευμα, ώρα που άρχιζε το ενημερωτικό πρόγραμμα για τον Covid στην TV...

Αυτό, όμως, που άκουσα πρόσφατα από αξιόπιστη αυτήκοο μάρτυρα ξεπερνά κάθε όριο, αφού φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται «εξ απαλών ονύχων» το αρσενικό πρότυπο στη συνείδηση του θηλυκού. Μία μητέρα, λοιπόν, δασκάλευε την τετράχρονη(!) κόρη της για το κριτήριο βάσει του οποίου θα πρέπει να επιλέξει τον κατάλληλο σύζυγο όταν έρθει η ώρα. Και το παιδί είχε μάθει «παπαγαλία» το μάθημά του, χωρίς καλά-καλά να αντιλαμβάνεται τη σημασία των λέξεων: «Έναν άντρα που να μην είναι ντροπαλός και να μη φοβάται κανέναν, αλλά να τον φοβούνται όλοι. Όχι κανέναν φλώρο!» Αμφιβάλλει κανείς για τις επιλογές αυτού του κοριτσιού όταν θα γίνει γυναίκα; Για να μην πω, κι από τα χρόνια ακόμα της πρώιμης εφηβείας...

Σε παλιότερο κείμενο είχαμε αναφερθεί σε ένα από τα τραγικότερα και πιο ανησυχητικά κοινωνικά φαινόμενα της εποχής, τη σπουδαιότητα του οποίου η πολιτεία δεν φαίνεται να εκτιμά όσο θα 'πρεπε. Αναφέρομαι στην υπό μορφή χιονοστιβάδας συσσώρευση περιστατικών γυναικοκτονίας στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Φρικιαστικές δολοφονίες γυναικών από τερατόμορφα «αρσενικά» (με την ληξιαρχική και μόνο σημασία της λέξης!) που δεν δέχονται αμφισβήτηση της ιδιοκτησιακής – όπως πιστεύουν – σχέσης τους με τη γυναίκα που έκανε το λάθος να σχετιστεί (θεσμικά ή όχι) μαζί τους. Και προτιμούν να την δουν νεκρή, παρά απεξαρτημένη από την τυραννική εξουσία τους.

Όμως, όσο σκληρό κι αν ακουστεί αυτό για τα θύματα ανδρικής βίας, υπάρχει ενίοτε και ένα μερίδιο ευθύνης της γυναίκας απέναντι στο ίδιο της το πεπρωμένο. Κάποιες γυναίκες, οι οποίες αδυνατούν να διαχωρίσουν τον γνήσιο ανδρισμό από την «μάτσο» διαστροφή, επιλέγουν το δυνητικά βίαιο αρσενικό αφού, μέσα από μία σχεδόν πρωτόγονη, «αταβιστική» λογική, πιστεύουν ότι είναι αυτό που θα τους εξασφαλίσει την καλύτερη «προστασία». Και, φυσικά, θα τους ικανοποιήσει τη ματαιόδοξη επιθυμία να εμφανίζονται στο πλάι του «πιο δυνατού»!

Το τραγικό της υπόθεσης, βέβαια, κι αυτό που, όπως είχαμε σημειώσει παλιότερα, πολλές γυναίκες δεν αντιλαμβάνονται παρά όταν ήδη είναι αργά, έγκειται στο ότι ο «πιο δυνατός» προστατεύει αποκλειστικά και μόνο (αν υποτεθεί ότι προστατεύει καν) εκείνο που θεωρεί ιδιοκτησία του και μπορεί να του ασκεί απόλυτη εξουσία. Συχνά μάλιστα, αν όχι πάντα, εκχωρεί στον εαυτό του το δικαίωμα ακόμα και να κακοποιεί αυτό που του «ανήκει». Η ψευδαίσθηση της προστασίας, έτσι, χάνεται μαζί με το προσδόκιμο ζωής της γυναίκας που έχει παγιδευτεί στη σπηλιά του τέρατος...

Γενικότερα μιλώντας, η αξιολόγηση του αντρικού χαρακτήρα από το άλλο φύλο είναι ως ένα βαθμό αντιφατική, και δικαιολογημένα προκαλεί σύγχυση. Από τη μία, η γυναίκα μπορεί να εκφράζει αποστροφή για το δίχως λεπτότητα, ευαισθησία και ενσυναίσθηση αρσενικό. Από την άλλη – ακόμα κι αν δεν το ομολογεί ανοιχτά – απαξιώνει (ως και χλευάζει) τον άντρα που διαθέτει σε «υπερβολικό» βαθμό αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά, ενώ συχνά δείχνει να θαυμάζει το αντίθετό του.

Μπορεί έτσι (όπως συνέβη πριν μερικά χρόνια) να αποθεώνει έναν ακατέργαστο νάρκισσο ηθοποιό που δηλώνει ανερυθρίαστα ότι, αν ρίξεις και λίγο ξύλο σε μία γυναίκα λόγω... «πάθους», δεν τρέχει τίποτα(!), και να τον στέλνει με την ψήφο της να κάνει ντόλτσε βίτα στο εξωτερικό ως οιονεί ευρωβουλευτής. Μα, όταν μαθευτεί ότι ο εν λόγω «σκληρός άντρας» διώκεται για βιασμό και κακοποίηση (σε απόλυτη δικαίωση της λαϊκής έκφρασης «**** και δέρνει»), η γυναίκα θυμάται τότε ότι στον έρωτα δεν αρκούν οι τέλειοι γραμμωτοί και το θεληματικό πηγούνι, αλλά είναι απαραίτητη και η συναισθηματική κατάθεση. Βέβαια, κι αυτή με μέτρο, αφού το πολύ το συναίσθημα είναι για τους «ευαισθητούληδες»!

Εν κατακλείδι: Πίσω από το αποκρουστικό μοντέλο του σκληρού και βίαιου άντρα, θα πρέπει να αναζητήσει η γυναίκα και το (όποιο) δικό της μερίδιο ευθύνης στη διαμόρφωση του κυρίαρχου αρσενικού προτύπου. Αν, τελικά, η γυναίκα εκτιμά την ανδρική ευγένεια, ας την ενθαρρύνει να συνεχίσει να υπάρχει όταν την συναντά. Ακόμα περισσότερο, ας μην την υποτιμά ποτέ επειδή την βρίσκει «υπερβολική»!

Προς αποφυγή παρερμηνείας των προθέσεων του γράφοντος, θα πρέπει να τονίσω κλείνοντας το παρόν σημείωμα ότι αυτό δεν αναφέρεται στο σύνολο των γυναικών, αλλά σε μία (όχι ευκαταφρόνητη, δυστυχώς) μειοψηφία τους. Δεν αφορά, έτσι, τη γυναίκα που πραγματικά σέβεται τον εαυτό της και θέλει δίπλα της έναν άντρα με ισχυρή προσωπικότητα, αυτοπεποίθηση, ευφυΐα και ευθύτητα χαρακτήρα. Εκείνη, δηλαδή, που δεν θα μπορούσε ποτέ να αισθάνεται εκπληρωμένη δίπλα σε έναν κατά βάση ανεξέλικτο απόγονο του Νεάντερταλ!

Όλα τα παραπάνω, βέβαια, έχει νόημα να τα συζητούμε υπό την προϋπόθεση ότι έννοιες όπως «άνδρας» και «γυναίκα» εξακολουθούν να θεωρούνται δόκιμες και να είναι αποδεκτές σήμερα ως «πολιτικά ορθές». Αλλά, δεν έχουμε την πρόθεση να ξεκινήσουμε εδώ ντιμπέιτ για την Woke ατζέντα...

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2025

Αντιμετωπίζοντας την απόρριψη


Θα πρέπει να αποφύγουμε την παγίδα της αυτοαξιολόγησης με κριτήριο την αποδοχή ή την απόρριψη από τους άλλους. Κάτι που μπορεί να συμβεί σε κάθε είδους επαφή, από τα social media ως τις ερωτικές σχέσεις...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Το πρωί, από συνήθεια ή από ένστικτο, ρίχνουμε μια ματιά στον καθρέφτη. Ίσως ελπίζοντας ότι θα αρέσουμε στον εαυτό μας λίγο περισσότερο από ό,τι την προηγούμενη μέρα, ή ίσως από φόβο ότι θα του αρέσουμε λιγότερο. Σε κάθε περίπτωση - και με την προϋπόθεση ότι ο καθρέφτης δεν είναι παραμορφωτικός - το γεωμετρικό είδωλο του εαυτού μας που βλέπουμε, αρεστό ή όχι, αντανακλά πιστά μια πραγματικότητα. Είναι μία εικόνα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

Κι εδώ εξαντλείται ο κατάλογος των αντικειμενικών κατόπτρων της καθημερινότητάς μας. Γιατί, όλοι οι υπόλοιποι "καθρέφτες" της ζωής μας είναι παραμορφωτικοί. Αφού, το είδωλο του εαυτού μας που μας επιστρέφουν περνά μέσα από υποκειμενικά ανθρώπινα φίλτρα. Είτε πρόκειται για τους λίγους ανθρώπους που έχουμε επιλέξει να βρίσκονται κοντά μας, είτε, ευρύτερα, για το υποσύνολο της κοινωνίας με το οποίο συσχετιζόμαστε.

Είχαμε γράψει παλιότερα [1] για τον κίνδυνο ψυχολογικής εξάρτησης από τις "επιδοκιμασίες" (τα περίφημα "Like") στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης:

Το σύστημα των "επιδοκιμασιών" στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ανθρώπινη ψυχολογία, αν κάποιος κάνει το λάθος να συνδέσει το αίσθημα της αυταξίας με τις ανταποκρίσεις των χρηστών στις αναρτήσεις του. Πολλοί χρήστες του Facebook βιώνουν αισθήματα αυτοαμφισβήτησης ή και απόρριψης από τον διαδικτυακό κοινωνικό τους χώρο, όταν μειώνεται (για τους όποιους λόγους) η συχνότητα των εισπραττόμενων τεκμηρίων επιδοκιμασίας. Συχνά, μάλιστα, διαδικτυακές "φιλίες" χαλούν εξαιτίας της συστηματικής αμέλειας στην παροχή των απεγνωσμένα επιζητούμενων ψυχολογικών επιβεβαιώσεων μέσω του παντοδύναμου κουμπιού! Ο μηχανισμός των “Like” μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη αρνητικής ψυχολογίας σε περίπτωση εθισμού και, τελικά, αποστέρησης της επιδοκιμασίας. Ας αποφύγουμε την παγίδα να διαμορφώσουμε αίσθημα αυταξίας με βάση τον αριθμό των επιδοκιμασιών που εισπράττουμε στα social media. Η αξία των λόγων και των σκέψεών μας δεν κρίνεται από τη δημοφιλία τους σε κάποιο υποσύνολο της κοινωνίας, αλλά από το βάθος της συνειδητότητας που αντιπροσωπεύουν και το μέγεθος της αλήθειας που εκφράζουν...

Οι προσωπικές σχέσεις αποτελούν ξεχωριστή και πολύ περισσότερο ευαίσθητη περίπτωση. Γιατί, αν ένα ηλεκτρονικό προφίλ μπορούμε εύκολα να το διαγράψουμε από τη λίστα των διαδικτυακών "φίλων", δεν είναι το ίδιο εύκολο να διαγράψουμε από τη συνείδησή μας πρόσωπα στα οποία έχουμε καταθέσει ένα (συχνά μεγάλο) μέρος από το συναισθηματικό δυναμικό μας. Κι αυτό ισχύει ιδιαίτερα στις ερωτικές σχέσεις.

Κάποια στιγμή, η άλλη πλευρά αποφασίζει - για τους δικούς της λόγους - να φύγει από τη σχέση. Κι αυτό είναι δυνατό να το εισπράξουμε ως απόρριψη ή ως προδοσία, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε δυσάρεστες ψυχικές καταστάσεις που κυμαίνονται από αυτο-αμφισβήτηση και αυτο-οίκτο μέχρι έντονο αίσθημα θυμού, ακόμα και μίσους. Το διακύβευμα είναι διπλό: εκτός από το ότι χάνουμε μία ερωτική σχέση, κινδυνεύουμε να χάσουμε και τον ίδιο τον εαυτό μας!

Το αίσθημα της απόρριψης μπορεί να μας παρασύρει σε λανθασμένες θεωρήσεις, τόσο για τον εαυτό μας όσο και για τον άλλον:

1. Συναρτούμε το αίσθημα της αυταξίας μας με τις διακυμάνσεις της βούλησης ενός άλλου ανθρώπου. Έτσι, βιώνουμε αισθήματα αυτοεκτίμησης ή αυτοαπόρριψης, ανάλογα με το αν αυτός ο άλλος επιθυμεί να βρίσκεται με εμάς ή χωρίς εμάς. Με τον τρόπο αυτό γινόμαστε έρμαια των επιλογών ενός ξένου παράγοντα και, κυριολεκτικά, παύουμε να ανήκουμε στον εαυτό μας!

2. Στο αντίθετο άκρο, μετρούμε την αξία κάποιου με κριτήριο το αν μας επιθυμεί ή μας απορρίπτει: "Αφού έφυγε, αποδείχθηκε ότι δεν άξιζε να βρίσκεται στη ζωή μου!" Η θεώρηση αυτή κατά βάση ανάγει την άσκηση ελεύθερης βούλησης σε ηθικό ζήτημα, ενώ αξιολογεί τη φυγή ως παράπτωμα: "Οφείλεις να συνεχίσεις να θέλεις να βρίσκεσαι μαζί μου, αλλιώς είσαι ηθικά κατώτερος από εμένα που εξακολουθώ να σε θέλω!"

Όμως, τι αξία έχει να παραμένει κοντά μας, επειδή "έτσι πρέπει", κάποιος που δεν θα ήθελε να βρίσκεται εκεί; Μία έντιμη φυγή δεν είναι, άραγε, πιο αξιοπρεπής στάση απέναντί μας, σε σύγκριση με μία συμβατική και υποκριτική παραμονή;

Κλείνουμε το σημείωμα με ένα κριτικό (και, κατά μία έννοια, αναθεωρητικό) σχόλιο που αφορά τις λέξεις που χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας επικοινωνία, οι οποίες, αν επιλεγούν με λάθος τρόπο, είναι δυνατό να δημιουργήσουν ή να ενισχύσουν αρνητικά συναισθήματα. Επανεξετάζοντας τις λέξεις που έχουμε ήδη χρησιμοποιήσει σε αυτό το κείμενο, διαπιστώνουμε ότι κάποια από αυτές θα μπορούσε να έχει αυτό ακριβώς το μη-επιθυμητό αποτέλεσμα...

Ερώτηση: Θα πρέπει να μιλάμε για "απόρριψη" όταν αναφερόμαστε σε πρόσωπα και όχι σε αντικείμενα ή ιδέες;

Καταρχάς, απορρίπτουμε (δηλαδή, πετάμε) ένα αντικείμενο όταν δεν το χρειαζόμαστε άλλο. Επίσης, απορρίπτουμε μία ιδέα με την οποία διαφωνούμε, ή μια πρόταση που μας γίνεται αλλά δεν μας ικανοποιεί.

Στην περίπτωση προσώπου, όμως, η χρήση της λέξης "απόρριψη" αντικειμενοποιεί το άτομο με τρόπο υποτιμητικό. Όταν ισχυριζόμαστε ότι κάποιος μας "απορρίπτει", είναι σαν να του αναγνωρίζουμε το δικαίωμα ή το προνόμιο να μας υποβιβάζει στην κατηγορία ενός αχρείαστου πράγματος. Και είμαστε εμείς οι ίδιοι, τελικά, που αδικούμε τον εαυτό μας περισσότερο απ' όσο μας "αδίκησε" κάποιος άλλος με τη φυγή του! (Βέβαια, πραγματική αδικία δεν υφίσταται εκ μέρους του, αφού αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα κάθε ανθρώπου η επιλογή προσανατολισμού της βούλησής του.)

Εν κατακλείδι, κανείς δεν απορρίπτει κανέναν σε μία ερωτική σχέση. Οι άνθρωποι κυβερνώνται από τις βουλήσεις τους, κι αυτές είναι δυνατό να τους πηγαίνουν σε άλλες κατευθύνσεις όταν αλλάζει η φορά του ανέμου των επιθυμιών τους. Όταν, δηλαδή, ο ερωτικός προσανατολισμός έχει κάνει πια τον κύκλο του και, ενδεχομένως, ζητά να επενδύσει σε νέες εμπειρίες. Είναι (δυστυχώς, αν θέλετε) κανόνας της ζωής που θα πρέπει να τον αποδεχθούμε με πραγματισμό και δίχως αισθήματα θυμού, ηττοπάθειας ή αυτο-οίκτου.

Γιατί - κι αυτό είναι το μήνυμα που θέλουμε να περάσουμε - η φυγή ενός ερωτικού εταίρου αφορά τον ίδιο και μόνο, χωρίς να λέει κάτι για τη δική μας αξία. Και, αν το καλοεξετάσουμε, ούτε για τη δική του!


Πέμπτη 21 Αυγούστου 2025

Οι «φιλελέδες» (sic) που τολμούν να κρίνουν τη Ρωσία!

Μετά από Ρωσική "ανθρωπιστική" παρέμβαση σε μαιευτήριο της Μαριούπολης...


Έχω έναν καλό φίλο (όχι μόνο διαδικτυακό αλλά και "επί του πεδίου"), δεινό χειριστή της ελληνικής γλώσσας στην αυθεντική της εκδοχή. Για παράδειγμα, χρησιμοποιεί στη γραφή του τους παραδοσιακούς τόνους και τα πνεύματα της προ-μονοτονικής εποχής.

Ο φίλος αυτός υποστηρίζει με θρησκευτικό (κυριολεκτικά) ζήλο τις θέσεις της Ρωσίας και το "δικαίωμά της" να διεξάγει κατακτητικούς πολέμους, αν αυτό θεωρεί ότι υπαγορεύουν τα "ιστορικά δίκια" της.

Παράλληλα, ο φίλος (και δεν είναι ο μόνος) βαφτίζει συλλήβδην "φιλελέδες" (=νεοφιλελεύθερους) όσους τολμούν να αρθρώνουν λόγο κατά του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Μάλιστα, ως καταληκτική  προτροπή προς τους άθλιους αυτούς χρησιμοποιεί την αρχαιοπρεπέστατη και αυθεντικά λόγια έκφραση "Οὔστ".

Καταρχάς - και για να είμαστε γραμματικώς εν τάξει - έχω την εντύπωση ότι η ορθή γραφή της λέξης "ουστ" είναι με δασεία αντί  ψιλής. Για παράδειγμα, λέμε "καθούστωση" (=βίαιη εκδίωξη) αντί "κατούστωση". Επίσης, "μεθούστωση" (=δίωξη εκ των υστέρων) αντί "μετούστωση". Κλπ.

Κατά δεύτερον (και επί προσωπικού), ως γνήσιος "φιλελές" - αφού ανησυχώ για τα δεδικασμένα που θα κληροδοτήσει στο διεθνές δίκαιο η αναθεωρητική πολεμική δράση της Ρωσίας, και τις συνέπειες που τυχόν θα υπάρξουν για τη χώρα μας - θα ήθελα να αφιερώσω, αναδρομικά, στον καλό φίλο ένα κείμενο του 2018, το οποίο τον δικαιώνει απόλυτα σε ό,τι αφορά την ακραιφνώς "φιλελέ" διαστροφή μου. Ακόμα και για το ευγενές και δικαιότατο "ουστ" (αλλά με δασεία)...

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2024

Ας ενημερώσει κάποιος και την ΕΥΔΑΠ για την λειψυδρία!

 Θα παραθέσω τα γεγονότα με ψυχρά περιγραφική διάθεση. Γιατί, αν αφήσω να κυριαρχήσει το συναίσθημα, φοβάμαι ότι θα παρεκτραπώ (και ύστερα θα το μετανιώσω)!

    * Βράδυ Δευτέρας 26/8/24: Σε έναν από τους τακτικούς βραδινούς περιπάτους μου, και καθώς είχα καιρό να πάω εκεί, βρέθηκα στο Γκάζι. Εκεί κοντά, στη Μεγάλου Αλεξάνδρου και στο σημείο όπου αυτή συναντά την Ιερά Οδό, βρίσκεται ο καλός θερινός κινηματογράφος «Λαΐς». Με καθαρά τυχοδιωκτική διάθεση είπα να πεταχτώ ως εκεί να δω τι έπαιζε, μήπως και...

Φτάνοντας στη Μεγάλου Αλεξάνδρου παρατήρησα ότι ο δρόμος είχε πλημμυρίσει από νερό, το οποίο μάλιστα δεν ήταν στάσιμο αλλά φαινόταν να ανανεώνεται συνεχώς. Ήταν προφανές ότι επρόκειτο για κάποια μεγάλη διαρροή (δεν είμαι σε θέση να πω αν ήταν πρόσφατη ή αν είχε προϋπάρξει για μέρες προτού η ασημαντότητά μου την εντοπίσει). Αναζήτησα την πηγή της διαρροής και είδα ότι το νερό προερχόταν από ένα παλιό κτίριο απέναντι από τον κινηματογράφο.

Με τα ανακλαστικά του «ξενέρωτου» ανθρώπου που βρίσκεται έξω από το πνεύμα της εποχής του, τηλεφώνησα από το κινητό μου στις βλάβες της ΕΥΔΑΠ. Με έβαλαν, ως είθισται, στην αναμονή, και για κάπου ένα τέταρτο της ώρας άκουγα όμορφα ηθικοπλαστικά μηνύματα για τη σωστή συμπεριφορά που οφείλουμε να επιδείξουμε ως πολίτες σε ό,τι αφορά την κατανάλωση του νερού, λόγω του φάσματος της λειψυδρίας που απειλεί (και πάλι) την Αθήνα. Κάτι σε στυλ «μπράβο Γιωργάκη που δεν σπατάλησες ούτε μία σταγόνα σήμερα»!

Όταν, τελικά, εμφανίστηκε στη γραμμή η εκπρόσωπος της εταιρείας, της ανέφερα το πρόβλημα και την ρώτησα, παρεμπιπτόντως, αν έχουν λάβει αναφορές και από άλλους πολίτες (τι διάολο, ολόκληρος κινηματογράφος βρίσκεται απέναντι, κόσμος μπαίνει - κόσμος βγαίνει!). Με έκπληξη (αν και δεν θα 'πρεπε) άκουσα ότι ουδείς άλλος το είχε αναφέρει. Σε κάθε περίπτωση, αφού έδωσα το όνομά μου - όπως μου ζητήθηκε - έλαβα τη διαβεβαίωση ότι το πρόβλημα θα αντιμετωπιζόταν «σύντομα»...

    * Βράδυ Τρίτης 27/8/24: Σίγουρος ότι είχα σώσει την πόλη - έστω προσωρινά - από τον εφιάλτη της λειψυδρίας, περπάτησα και πάλι ως τη Μεγάλου Αλεξάνδρου για να απολαύσω υπερήφανα τους καρπούς της υπευθυνότητάς μου ως πολίτη της Αθήνας. Αλλά φευ: ο δρόμος ήταν το ίδιο πλημμυρισμένος όπως την προηγούμενη νύχτα, και το νερό ανάβλυζε από το ίδιο σημείο με αμείωτη ένταση! Στον κινηματογράφο απέναντι όλα κυλούσαν ομαλά...

Κάλεσα πάλι την ΕΥΔΑΠ (με κάπως μικρότερη αναμονή αυτή τη φορά) και δεν έκρυψα την αγανάκτηση που με διακατείχε. Είπα ότι αδίκως σπαταλούν τα χρήματα των φορολογουμένων σε κοινωνικά μηνύματα στα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις για το πόσο «πολύτιμο» είναι το νερό και πόσο ευσυνείδητοι είναι όσοι δεν το σπαταλούν, αφού ο πρώτος αποδέκτης του σχετικού διδακτισμού θα έπρεπε να είναι η ίδια η εταιρεία που το διαχειρίζεται! Με ύφος μάλλον μπλαζέ, η εκπρόσωπος μου εξήγησε ότι «υπάρχουν κι άλλες βλάβες στην πόλη, κύριε, εκτός από τη δική σας. Πού να τις προλάβουν όλες τα συνεργεία;» (σε ελεύθερη μετάφραση: λείπουν οι περισσότεροι σε άδειες, Αυγουστιάτικα). Επεσήμανα ότι δεν επρόκειτο για «δική μου βλάβη» αλλά για ζωτικής σημασίας πρόβλημα της πόλης! Για να λάβω, τελικά, μία ακόμα διαβεβαίωση: «Τέλος πάντων, ως τις 11μμ απόψε θα έχει διορθωθεί η βλάβη.»

Δεν μπήκα στον κόπο να πάω ξανά εκεί την επόμενη μέρα. Είπα στον εαυτό μου: «Δεν μπορεί, θα το 'χουν φτιάξει ως τώρα...»

    * Βράδυ Δευτέρας 2/9/24: Περνώ πάλι από την περιοχή. Η Μεγάλου Αλεξάνδρου πάντα πλημμυρισμένη, με το νερό να αναβλύζει από το ίδιο σημείο του παλιού κτιρίου. Το σκηνικό έμεινε αμετάβλητο σε όλες τις επόμενες - δεν μέτρησα πόσες - επισκέψεις μου...

    * Βράδυ Σαββάτου 14/9/24: Πήγα εκεί για νιοστή φορά (που λέμε στα μαθηματικά) και σκέφτηκα να κάνω κάτι που είχα αμελήσει τις προηγούμενες: να φωτογραφίσω τον νέο αυτό «ποταμό» της Αθήνας, με το όνομα του αρχαίου Μακεδόνα στρατηλάτη. Παραθέτω τις εικόνες πιο κάτω. Όσο για την ΕΥΔΑΠ, δεν της τηλεφώνησα ξανά. Δεν είχα λεφτά (και νεύρα) για πέταμα...








    * Βράδυ Παρασκευής 4/10/24: Παραθέτω νέες φωτογραφίες από αποψινή επίσκεψη στην περιοχή, προς σύγκριση με τις προηγούμενες:





    * Βράδυ Τετάρτης 9/10/24: Το νερό κυλά με μεγαλύτερη ορμή (ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε). Δεν μπήκα καν στον κόπο να βγάλω άλλες φωτογραφίες... Ο θερινός κινηματογράφος έχει κλείσει πια, θα ξανανοίξει το επόμενο καλοκαίρι. Δεν ξέρω αν ως τότε θα ρέει ακόμα ο ποταμός στη Μεγάλου Αλεξάνδρου, ή αν θα έχει στερέψει το νερό. Για ολόκληρη την πόλη που έχουμε αφήσει να αιμορραγεί...

Κώστας Παπαχρήστου

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2024

Ζητείται εξουσία που να μη χαϊδεύει τους εχθρούς της κοινωνίας. Υπάρχει;

Κοιτάζοντας γύρω μας, βλέπουμε μία χώρα παραδομένη στη βία και την παρανομία των λίγων, σε βάρος του αισθήματος ασφάλειας των πολλών. Εκείνων, δηλαδή, που νιώθουν ανυπεράσπιστοι από μια πολιτεία που ψηφίζει νόμους για να υπάρχουν στα χαρτιά, ενώ στην πράξη αδυνατεί τόσο να ελέγξει, όσο και να επιβάλει την εφαρμογή τους.

Όμως, ο έλεγχος και η επιβολή της εφαρμογής των νόμων είναι προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για την ύπαρξη ευνομούμενης δημοκρατικής κοινωνίας. Συνεπώς, μια εξουσία που "χαϊδολογεί" όσους απειλούν τη δημόσια ασφάλεια - αλλά και τη δημόσια περιουσία επίσης - ροκανίζει το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται αναπαυτικά κι αμέριμνα το δημοκρατικό πολίτευμα!

Αναφέρω, ενδεικτικά, ένα μίνιμουμ προσδοκιών και απαιτήσεων του πολίτη από μία εξουσία που δεν θεωρεί "αντιδημοκρατικό" τον περιορισμό της αυθαιρεσίας και την επιβολή της νομιμότητας. Συμπληρώνοντας και κάποιες θέσεις που - με λιγότερη τόλμη, αυτονόητα - είχαμε διατυπώσει παλιότερα στο ΒΗΜΑ [1]...

Η εξουσία που οραματιζόμαστε, λοιπόν, οφείλει, μεταξύ άλλων:

1. Να μην χαϊδολογεί "ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες" (sic) που λεηλατούν και ληστεύουν δημόσια περιουσία, ή συγκροτούν εγκληματικές συμμορίες που δεν διστάζουν να κακοποιήσουν - ή και να δολοφονήσουν - ανυπεράσπιστους ανθρώπους ακόμα και για λίγα ευρώ, ενώ παράλληλα διεκδικούν το "δικαίωμα" της ασυλίας απέναντι στους νόμους της πολιτείας!

2. Να μην χαϊδολογεί "τα παιδιά" που ασκούν κτηνώδη βία σε αδύναμους συνομηλίκους τους ή μικρότερα παιδιά. Όπως επίσης "τα παιδιά" που εισβάλλουν σαν συμμορίες παρανόμων της Άγριας Δύσης στα μαζικά μέσα μεταφοράς, καθυβρίζοντας και τρομοκρατώντας τους επιβάτες και παραβιάζοντας προκλητικά ακόμα και τους πλέον απαράβατους κανόνες συμπεριφοράς (μεταξύ των οποίων η απαγόρευση του καπνίσματος εντός των ΜΜΜ, όπως διαπίστωσε ιδίοις όμμασι ο γράφων σε τοπική λεωφορειακή γραμμή αθηναϊκού προαστίου).

3. Να μην χαϊδολογεί τη βία και την παραβατικότητα στα πανεπιστήμια, τα οποία θα πρέπει να λειτουργούν αποκλειστικά και μόνο σαν χώροι ακαδημαϊκής μάθησης και όχι σαν λημέρια και ορμητήρια οργανωμένης αλητείας με επίφαση "ιδεολογικών" ή "πολιτικών" κινήτρων.

4. Να μην χαϊδολογεί τον "πολιτικό" (λέμε τώρα) ή ποδοσφαιρικό χουλιγκάνο που, για να κάνει το κέφι του, καταστρέφει δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες και τρομοκρατεί τις γειτονιές της πόλης, ενώ επιχειρεί να κάψει ζωντανούς τους κρατικούς λειτουργούς που είναι επιφορτισμένοι με τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης, με τη δικαιολογία ότι η λέξη "τάξη" προκαλεί ανεξέλεγκτες αλλεργικές αντιδράσεις σε "προοδευτικούς ανθρώπους" (και οι δύο λέξεις σε εισαγωγικά!).

5. Να μην χαϊδολογεί τον "ντελιβερά" που, "για να βγάλει το μεροκάματο", οδηγεί με χίλια πάνω στο πεζοδρόμιο, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο τις ζωές των πεζών που θα έχουν την ατυχία να βρεθούν στο δρόμο του...

6. Να μην χαϊδολογεί το κτήνος με την κουρσάρα, που παθαίνει επιλεκτική αχρωματοψία στο κόκκινο φανάρι και το περνάει σαν "κύριος", αδιαφορώντας για τις ζωές πεζών και άλλων οδηγών, ή πατάει γκάζι οδηγώντας ανάποδα στον μονόδρομο. Και που, φυσικά, δεν έχει το παραμικρό πρόβλημα να κάνει μανούβρες πάνω στο πεζοδρόμιο (επειδή έτσι τον βολεύει), να παρκάρει επ' αόριστον σε στροφές λεωφορείων, και να μπλοκάρει τις προσβάσεις των αναπήρων στα πεζοδρόμια.

7. Να μην χαϊδολογεί όσους περνούν παράνομα τα σύνορα της χώρας και καταφεύγουν στο έγκλημα για να επιβιώσουν σε έναν τόπο που δεν τους προσκάλεσε, ενώ απαιτούν και επιλεκτική μεταχείριση από την πολιτεία, επικαλούμενοι θρησκευτικούς ή πολιτισμικούς λόγους. Η μετανάστευση δεν είναι συνθήκη που επιβάλλεται de facto με παράνομες εισβολές και δημιουργία τετελεσμένων, αλλά οφείλει να γίνεται σύμφωνα με τους νόμους της χώρας υποδοχής και με προϋπόθεση τον σεβασμό στα ήθη της χώρας αυτής.

8. Τέλος, να μην χαϊδολογεί τους αντιπάλους της ΑΕΚ όταν με διάφορους αθέμιτους τρόπους (π.χ., παίρνοντας καλύτερους προπονητές ή/και νεότερους παίκτες) επιχειρούν να της στερήσουν το πρωτάθλημα, το οποίο η ΑΕΚ δικαιούται να κατακτά σε μόνιμη βάση!

(Υ.Γ.: Την απαίτηση Νο.8 θα μπορούσα ίσως και να την διαπραγματευτώ...)

Σάββατο 20 Ιουλίου 2024

Επιλέγοντας μία θετική στάση ζωής


 Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Μία τυχαία συνάντηση δύο φιλενάδων σε αθηναϊκό σούπερ-μάρκετ (η σκηνή θα μπορούσε να είναι αληθινή):

    - Χαίρομαι που σε βλέπω! Πού θα πάτε φέτος διακοπές;

    - Δεν θα πάμε.

    - Μα γιατί; Όλος ο κόσμος πάει. Εσείς τίποτα;

    - Εμάς μας φτάνει που είμαστε καλά, και νιώθουμε υπέροχα ακόμα και με μια ωραία βόλτα.

    - "Μια ωραία βόλτα"... Η ζωή δεν θέλει μόνο βόλτες, υπάρχουν και καλύτερα πράγματα!

    - Όπως υπάρχουν και χειρότερα. Αν κοιτάξεις γύρω σου θα δεις ανθρώπους που περνούν πολύ δύσκολες καταστάσεις. Αισθανόμαστε τυχεροί που, αν μη τι άλλο, μέχρι στιγμής τις έχουμε αποφύγει.

    - Ε, καλά, γιατί κοιτάς τα χειρότερα ενώ υπάρχουν τα καλύτερα; Εμείς πάντως το Σάββατο φεύγουμε για...

(Ο αναγνώστης ας συμπληρώσει τον προορισμό, σύμφωνα με τις προσωπικές του προτιμήσεις.)

Ο παραπάνω διάλογος αναδεικνύει το νόημα της θετικής στάσης ζωής, την οποία έχει επιλέξει η φιλενάδα (ας την ονομάσουμε "Λίνα") που δεν θα πάει διακοπές. (Η άλλη γυναίκα λειτουργεί απλά ως αφορμή για την ανάδειξη αυτής της στάσης εκ μέρους της φίλης της, και δεν θα μας απασχολήσει περισσότερο εδώ.)

Τι σημαίνει, όμως, "επιλέγω μία θετική στάση ζωής"; Θα μπορούσαμε να κωδικοποιήσουμε την απάντηση ως εξής:

Αποδέχομαι τα όρια του εφικτού και αισθάνομαι ευγνωμοσύνη για όσα μου επιτρέπουν, χωρίς να μεμψιμοιρώ γι' αυτά που δεν είναι δυνατά.

Η Λίνα γνωρίζει ότι η οικογένειά της δεν έχει τη δυνατότητα να πάει διακοπές (ίσως υπάρχουν οικονομικά προβλήματα ή άλλα ζητήματα που απαιτούν παραμονή στην πόλη). Εν τούτοις, δεν γκρινιάζει και δεν καταριέται την τύχη της. Ούτε αισθάνεται συμπλεγματικά απέναντι στη φίλη της, η οποία εμφανώς την υποτιμά για τη στάση ζωής της (χωρίς μάλιστα να μπει στον κόπο να εξετάσει αν όντως πρόκειται για επιλογή και όχι για μη-δυνατότητα). Είναι αξιοσημείωτο ότι η Λίνα δεν αισθάνεται την ανάγκη να "απολογηθεί" εξηγώντας τους λόγους που την κάνουν να μην πάει διακοπές. Το αφήνει να φανεί σαν απλή έλλειψη διάθεσης. Αλλά, ακόμα κι αν αυτός ακριβώς είναι ο λόγος, η Λίνα δεν κλονίζεται από την αρνητική κριτική της φίλης της για την υποτιθέμενη "ασημαντότητα" των επιθυμιών και των επιλογών της.

Παράλληλα, η Λίνα βιώνει ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης, για δύο λόγους:

1. Όλοι στην οικογένειά της είναι καλά. Κι αυτό το "καλά" μόνο αυτονόητο δεν είναι στη ζωή, αν κοιτάξει κάποιος γύρω του και δει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ακόμα και οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας.

2. Αν και είναι αντικειμενικά αδύνατη η ικανοποίηση όλων των επιθυμιών της, υπάρχουν πάντα πράγματα που είναι εφικτά σε εκείνη και μπορούν να την κάνουν ευτυχισμένη (όπως, π.χ., η ωραία βόλτα που επικαλέστηκε). Το πρόβλημα είναι ότι, συχνά, τα πράγματα αυτά τα υποτιμούμε ή τα αγνοούμε εντελώς, αφού στη συνείδησή μας βάζουμε σε πρώτο πλάνο εκείνα που εξ ορισμού είναι ανέφικτα. Έτσι, αισθανόμαστε δυστυχείς όταν βλέπουμε ότι τα μη-δυνατά για εμάς είναι κατορθωτά για κάποιους άλλους.

Γενικά μιλώντας, ο άνθρωπος που επιλέγει μία θετική στάση ζωής κάνει το καλύτερο δυνατό για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες και να εκπληρώσει τις επιθυμίες του. Στην περίπτωση, όμως, που δεν τα καταφέρει απόλυτα, δέχεται ότι έτσι είναι οι καταστάσεις και δεν πρόκειται να αλλάξουν αν εκείνος απλά αρνηθεί να συμβιβαστεί μαζί τους. Κλωτσώντας έναν τοίχο, το πιο πιθανό αποτέλεσμα είναι να σπάσουμε το πόδι μας, όχι να πέσει ο τοίχος!

Οι σύγχρονοι γιατροί τονίζουν την εξάρτηση της υγείας μας (και) από την ποιότητα των συναισθημάτων μας. Ειδικά, επισημαίνουν τη μεγάλη θεραπευτική αξία που έχει για τον άνθρωπο το αίσθημα της ευγνωμοσύνης. Κι αυτό δεν μας το παρέχουν οπωσδήποτε τα πράγματα που στον μέσο άνθρωπο φαντάζουν μεγάλα και σπουδαία, αλλά, πολύ περισσότερο, εκείνα που συχνά προσπερνούμε θεωρώντας τα "μικρά". Όπως, η νέα μέρα που ξημερώνει και μπορούμε να δούμε ξανά τον ήλιο (κάποιοι, δυστυχώς, δεν το μπορούν)... Ένα σταθερό ταβάνι πάνω απ' το κεφάλι μας, και μία βρύση που τρέχει πάντα νερό (και όμως, υπάρχουν άνθρωποι που δεν τα έχουν αυτά δεδομένα)... Ένας ρομαντικός περίπατος που ξυπνά μνήμες και ξαναζωντανεύει αισθήματα που τα 'χαμε αφήσει πίσω... Ένα χαμόγελο από έναν άγνωστο στο δρόμο, κάποιο συννεφιασμένο πρωινό... Και, πάνω απ' όλα, οι άνθρωποι που αγαπάμε, που είναι καλά και σήμερα...

Όσο για τη Λίνα της εναρκτήριας ιστορίας μας, την επόμενη φορά που θα επισκεφθεί το σούπερ-μάρκετ θα γνωρίζει τι πρέπει να κάνει ώστε να μη χάσει τον χρόνο της με ανούσιες συζητήσεις:

    - Χαίρομαι κι εγώ που σε βλέπω, χρυσή μου. Όμως θα πρέπει να τα πούμε κάποια άλλη φορά, γιατί βιάζομαι στ' αλήθεια!

Ταμείο...

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2024

Το «χθες» και το «αύριο» μέσα απ’ τη τζαμόπορτα


Το κοντράστ της νεανικής αλαζονείας με την ταπεινοφροσύνη της ωριμότητας, μέσα από ένα στιγμιότυπο σε μία παλιά (κλειστή εδώ και χρόνια) ταβέρνα στο Κουκάκι. Απόσπασμα χρονογραφήματος του 2012 στο ΒΗΜΑ, τότε που κάθε εμπειρία της καθημερινότητάς μας γεννούσε συνειρμούς με την κατάσταση χρεοκοπίας στην οποία βρισκόταν η χώρα...

Από τη τζαμόπορτα της παλιάς ταβέρνας στου Κουκάκη (με ήτα!) μπορούσα να βλέπω τα δύο τραπέζια στον πεζόδρομο.

Στο ένα καθόταν ένα νέο ζευγάρι – ίσως φοιτητές, ή λίγο μεγαλύτεροι. Ο τύπος ήταν απ’ αυτούς που αντλούν τον αυτοπροσδιορισμό τους από την προσοχή των άλλων. Πριν καθίσουν, είχε μπει στην ταβέρνα με ύφος υπερχειλίζουσας μαγκιάς που κάνει τη γη να τρίζει κάτω απ’ τα πόδια της, επιθεώρησε σχολαστικά τα φαγητά, και έδωσε την παραγγελιά του με σίγουρη και βροντερή φωνή, όπως ταιριάζει σε πραγματικούς επιβήτορες! Τη φωνή της «κότας» που τον συνόδευε, για να είμαι ειλικρινής, δεν την άκουσα ποτέ, φαινόταν όμως να απολαμβάνει την προστατευτική παρουσία του «μάτσο» ιδιοκτήτη της. Δεν αποτέλεσε έκπληξη για μένα το γεγονός ότι, όση ώρα εκών-άκων τους έβλεπα μέσα απ’ τη τζαμόπορτα, δεν διέκρινα ούτε υποψία τρυφερότητας ανάμεσα στο αυτάρεσκο θεριό και το καθυποταγμένο φτερωτό του. Εκείνος απλά απολάμβανε το γεύμα του, ενώ εκείνη κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια να μην τον ενοχλεί...

Στο άλλο τραπέζι το σκηνικό ήταν πολύ διαφορετικό. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι έτρωγε αθόρυβα, φροντίζοντας να κάνουν την παρουσία τους όσο γινόταν πιο διακριτική. Κάθε τόσο, η γυναίκα έσκυβε προς το μέρος του συμπαθέστατου ανθρώπου που καθόταν δίπλα της και τον χάιδευε στοργικά στο κεφάλι και την πλάτη. Εκείνος τότε έγερνε απαλά στον ώμο της και δεχόταν με ευγνωμοσύνη ακόμα μια δόση απ’ τη στοργή της. Ήταν φανερό πως ο άνθρωπος υπέφερε από κάποιο πρόβλημα υγείας που τον καθιστούσε ευάλωτο. Και ήταν εξίσου φανερό πως η γυναίκα του τού πρόσφερε το καλύτερο γιατρικό που υπάρχει στον κόσμο: την αγάπη της!

Δεν ξέρω για ποιο πράγμα ένιωσα περισσότερη θλίψη... Για το ζευγάρι των απόμαχων της ζωής, που έμειναν μόνοι να στηρίζουν ο ένας τον άλλο μπροστά στο τρομαχτικό φάσμα μιας αβέβαιης επόμενης μέρας που κάθε της στιγμή φαντάζει σαν απειλή για το πολύτιμο «μαζί»; Για τον υπερφίαλο νεαρό που νομίζει πως θα βιώνει αιώνια την αυτάρεσκη αίσθηση της δύναμής του, αγνοώντας αφελώς τις σκληρές πραγματικότητες που αποκαλύπτει η ζωή στο διάβα της;

Καθώς έπαιρνα το δρόμο για το σπίτι, δεν απέφυγα τους συμβολικούς συνειρμούς με μια χώρα που, πάνω στην αλαζονική αφέλεια της αυτάρεσκης εθνικής «εφηβείας» της, μεθυσμένη από τη μαγική αυτοεικόνα της «οικονομικής υπερδύναμης των Βαλκανίων», βάδισε με σίγουρα βήματα ως το χείλος της καταστροφής της! Και τώρα, στην όψιμη, καταναγκαστική, αιφνίδια ενηλικίωσή της, θα πρέπει ν’ ανακαλύψει τις άγνωστες γι’ αυτήν αρετές της αυτοσυγκράτησης και της κοινωνικής αλληλεγγύης, σαν μόνους δρόμους για τη σωτηρία...

(ΤΟ ΒΗΜΑ, 30/3/2012)

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2024

Το «θα τους φάμε» τώρα δικαιώνεται! | Η Λίνα Μενδώνη και το τέλος του φιλελευθερισμού


Πόσο φιλελεύθερος είναι ο νόμος που προωθεί η υπουργός Πολιτισμού για την υποστήριξη της ελληνικής μουσικής;

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Τον Φεβρουάριο του '23, έξω από το Εθνικό Θέατρο και ενώπιον παραληρούντος πλήθους, στο τέλος επαναστατικού άσματος και με οργίλο ύφος που θύμιζε καπετάνιο αντάρτικου στρατού σε ώρα μάχης ενάντια σε μισητό εχθρό, η γνωστή τραγουδίστρια κ. Τάνια Τσανακλίδου κραύγασε, απειλητικά, «θα τους φάμε!». Τα υποψήφια θύματα «ανθρωποφαγίας» ήταν οι τότε κυβερνώντες, με προεξάρχουσα την υπουργό Πολιτισμού κ. Λίνα Μενδώνη. Η δημόσια συγκέντρωση είχε λάβει χώρα με αφορμή την απαίτηση των καλλιτεχνών να διορίζονται στο δημόσιο ως απόφοιτοι πανεπιστημίων. Τελικά, δεδομένου ότι η χώρα βρισκόταν στην αρχή προεκλογικής περιόδου, η κυβέρνηση κάπως τα βόλεψε με τους καλλιτέχνες και ο θόρυβος κόπασε. Η φράση «θα τους φάμε», όμως, έγινε viral...

Καθώς βρισκόμαστε και πάλι σε τροχιά (ευρω)εκλογικής περιόδου, η κ. Μενδώνη είπε να το τερματίσει. Κατέβασε, λοιπόν, προς ψήφιση ένα νομοσχέδιο, βάσει του οποίου ακόμα και ιδιωτικές επιχειρήσεις (όπως ξενοδοχεία, εμπορικά κέντρα και ραδιοφωνικοί σταθμοί) που κάνουν χρήση μουσικής, υποχρεούνται, υπό την απειλή προστίμου(!), να παίζουν ένα καθορισμένο, ελάχιστο ποσοστό ελληνικής μουσικής. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα πνευματικά δικαιώματα των εγχώριων μουσικών δημιουργών (δαπάναις, φυσικά, όχι του κράτους που νομοθετεί αλλά των ίδιων των επιχειρήσεων)...

Να θυμίσουμε ότι η κ. Μενδώνη ανήκει σε μία κυβέρνηση που έχει εξ υπαρχής αυτο-συστηθεί στον ελληνικό λαό ως «φιλελεύθερη». Και, με βάση το αλφαβητάρι του φιλελευθερισμού, το μόνο που δεν κάνει ένα φιλελεύθερο σύστημα εξουσίας είναι να παρεμβαίνει στις επιλογές του κάθε πολίτη, στον βαθμό που αυτές δεν απειλούν το γενικό καλό και δεν βλάπτουν την ελευθερία των συμπολιτών του. Όπου με τον όρο «πολίτης» μπορεί να εννοείται, γενικότερα, και μία ευρύτερη δομή όπως μια οικονομική επιχείρηση.

Είναι προφανές ότι ο «νόμος Μενδώνη» παραβιάζει τις στοιχειώδεις αρχές του φιλελευθερισμού και θυμίζει άλλες εποχές και άλλη φιλοσοφία εξουσίας. Τελικά - και γενικότερα - ίσως πρέπει να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι ο κατασυκοφαντημένος (ακόμα κι από εμένα τον ίδιο [1]) φιλελευθερισμός δεν ταιριάζει στο ελληνικό DNA. Κι αυτό δεν αφορά μόνο την εξουσία (ας σκεφτούμε, λ.χ., αν η παρανοϊκή υπερφορολόγηση της ακίνητης περιουσίας είναι φιλελεύθερο μέτρο) αλλά και τον ίδιο τον λαό (αμέτρητοι οι εγχώριοι θαυμαστές ενός πολεμοχαρούς Ρώσου δικτάτορα).

Έτσι, αν περιμένουμε «να τους φάμε» - που θα 'λεγε κι η Τσανακλίδου - για να χορτάσουμε, μάλλον θα μείνουμε νηστικοί: Φιλελεύθεροι υπάρχουν μόνο στον κατάλογο του μενού, όχι στην κουζίνα!

[1] https://www.tovima.gr/2018/07/10/opinions/einai-ithikos-o-fileleytherismos/

KLIK

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2024

Αθήνα όπως... Καλιφόρνια!


Κυκλοφορήσαμε χριστουγεννιάτικα στην Αθήνα λες και βρισκόμασταν στην Καλιφόρνια: φορώντας ένα σακάκι ή ακόμα κι ένα απλό πουκάμισο. Αυτό, όμως, δεν είναι λόγος για να χαιρόμαστε...

Ήταν λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1986. Όπως πάντα τέτοια εποχή, στη Γιούτα όλα τα σκέπαζε το χιόνι. Από τα σπίτια κρέμονταν τεράστιοι σταλακτίτες πάγου, κοφτεροί σαν σπαθιά, που έτρεμες μην ξεκολλήσουν καθώς περνούσες από κάτω. Και, για να βαδίσεις στο πεζοδρόμιο χρειαζόταν να φοράς ειδικές μπότες που έμοιαζαν με εκείνες του αστροναύτη που εξερευνά την επιφάνεια της Σελήνης (σωστά τις έλεγαν "moon boots" οι Αμερικάνοι).

Η ομάδα Ακουστικής του πανεπιστημίου θα ταξίδευε στο Άναχαϊμ - στην ευρύτερη περιοχή του Λος Άντζελες της Καλιφόρνιας - για να λάβει μέρος σε ένα συνέδριο της Αμερικανικής Ακουστικής Εταιρείας. Αν και δεν είχα επιστημονική σχέση με το αντικείμενο, αποδέχθηκα με ευχαρίστηση την πρόσκληση να συμμετάσχω στην αποστολή ως απλός παρατηρητής. Θα ήταν, εξάλλου, και μία καλή ευκαιρία να επισκεφθώ την Ντίσνεϋλαντ!

Φύγαμε χαράματα με ένα mini bus από τη χιονισμένη Γιούτα. Αφού διασχίσαμε την ατέλειωτη έρημο της Νεβάδα, κάναμε στάση για φαγητό στο μεγαλύτερο καζίνο του Λας Βέγκας. Τελικά, κατά το βραδάκι φτάσαμε στο Άναχαϊμ. Και, για να ξεμουδιάσουμε από το πολύωρο ταξίδι, είπαμε να κάνουμε έναν περίπατο στην πόλη.

Πέρα από την ανείπωτη ομορφιά της Καλιφόρνιας, αυτό που με εντυπωσίασε ήταν ότι μπορούσες να κυκλοφορείς Δεκέμβρη μήνα φορώντας ένα απλό σακάκι, ή ακόμα και ένα σκέτο χειμωνιάτικο πουκάμισο. Θυμήθηκα αναπόφευκτα το πολικό ψύχος στη Γιούτα, που είχαμε αφήσει πίσω μας το πρωί. Μα στη συνέχεια η σκέψη ταξίδεψε πολλές χιλιάδες μίλια μακρύτερα: στην πόλη μου, την Αθήνα. Σκέφτηκα πόση παγωνιά θα έκανε κι εκεί, λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Ίσως ακόμα και να χιόνιζε. «Τι ευλογημένος τόπος η Καλιφόρνια!», είπα μέσα μου, παραβλέποντας προς στιγμήν τους σεισμούς αλλά και τις δυσοίωνες προειδοποιήσεις του Τζον Στάινμπεκ στα «Σταφύλια της Οργής».

Εκείνο που δεν μπορούσα τότε να φανταστώ είναι πως, σε λιγότερο από 40 χρόνια θα ήταν δυνατό να κυκλοφορεί κάποιος χριστουγεννιάτικα με ένα πουκάμισο και στην Αθήνα. Ακόμα περισσότερο, ότι αυτό δεν θα το θεωρούσαμε ευλογία αλλά απειλητικό σύμπτωμα μίας κλιματικής κρίσης που θα μπορούσε στο ορατό μέλλον να κάνει τη ζωή στην πόλη (όπως και σε πολλά άλλα μέρη της χώρας) ανυπόφορη.

Και μου έρχονται τώρα στη μνήμη κάποια ρεπορτάζ που έβλεπα στο CNN στα μέσα της δεκαετίας του '80 στην Αμερική. Μιλούσαν για την απειλή της λειψυδρίας στην Καλιφόρνια. Ένα πρόβλημα που, απ' ό,τι διαβάζω, όχι απλά παραμένει αλλά και συνεχώς επιδεινώνεται στην πολιτεία αυτή. Την ίδια απειλή είχε αντιμετωπίσει δραματικά η Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του '90. Εκείνη η πρόσκαιρη κρίση ανομβρίας ευτυχώς ξεπεράστηκε στο «παρά πέντε». Όμως, ο εφιάλτης της ξηρασίας πλανιέται τώρα και πάλι πάνω από την πόλη. Με αβέβαιη τούτη τη φορά τη δυνατότητα αντιμετώπισής του.

Οι ειδικοί επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα και ζητούν μέτρα διαχείρισης των εθνικών υδάτινων πόρων [1]. Ακούει κανείς εκεί στην Πολιτεία; Γιατί, όπως μελαγχολικά διαπιστώνει κι ο Στάινμπεκ, ακόμα και η Καλιφόρνια δεν είναι πάντα η γη της Επαγγελίας!


Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2023

Αθηναϊκές συνωμοσιολογίες (που βγήκαν αληθινές)


Το κείμενο γράφτηκε στις αρχές του 2012. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ευθυμογράφημα που είχε σαν σκοπό να σατιρίσει την τάση ημών των Ελλήνων να πλάθουμε θεωρίες συνωμοσίας για το κάθε τι. Και όμως... Μία πρόσφατη βόλτα στο κέντρο της Αθήνας, σε περιοχές που ήταν κάποτε κυριολεκτικά αδιάβατες, με έκανε να σκεφτώ ότι και οι συνωμοσιολογίες μπορεί κάποιες φορές να βγουν αληθινές...

--------------------------------

Αθηναϊκές συνωμοσιολογίες!

Ο διάδρομος ήταν ακόμα σκοτεινός στις 7:30 το πρωί. Το μόνο φως που μαρτυρούσε ανθρώπινη παρουσία στο κτίριο ερχόταν, όπως πάντα, απ' το γραφείο του Αριστείδη. Τον βρήκα σκυμμένο στην οθόνη του PC του να μελετάει με προσοχή τα περιεχόμενα μιας πολύχρωμης ιστοσελίδας. Ήμουν σίγουρος πως βρισκόταν στα ίχνη μιας νέας παγκόσμιας συνωμοσίας!

Κατά κόσμον, ο Αριστείδης είναι καθηγητής θετικών επιστημών. Άνθρωπος σοβαρός και προσγειωμένος, που ζυγίζει προσεκτικά την πληροφορία πριν την μετατρέψει σε πεποίθηση. Στο περιθώριο, όμως, της επιστήμης στην οποία είναι επίσημα διαπιστευμένος, έχει εντρυφήσει και σε ένα άλλο γνωστικό αντικείμενο: είναι εξαίρετος ερασιτέχνης συνωμοσιολόγος! Δεν ήθελε και πολύ, λοιπόν, για να πάρει μπρος όταν άνοιξα συζήτηση για την κατάσταση προϊούσας υποβάθμισης που βιώνουμε στο κέντρο της Αθήνας.

Με κοίταξε μ' εκείνο το σκοτεινό βλέμμα - προανάκρουσμα στην ίντριγκα: "Δεν σε υποψιάζει αυτή η εγκατάλειψη του κέντρου της πόλης; Οι άνθρωποι αναγκάζονται να ζουν και να εργάζονται σε συνθήκες που συχνά είναι υγειονομικά απαράδεκτες, με τον συνεχή φόβο να πέσουν θύματα αδίστακτων εξαθλιωμένων αλλοδαπών που κανείς δεν φροντίζει να απομακρύνει, νιώθοντας τυχεροί -ιδίως οι ηλικιωμένοι- αν κατορθώσουν να γυρίσουν σπίτι τους σώοι μετά από μια έξοδο για ψώνια στη γειτονιά, ένα σπίτι που κι αυτό παύει σιγά-σιγά να αποτελεί καταφύγιο. Και, σαν να μη φτάνουν όλ’ αυτά, οι κάτοικοι και οι επιχειρηματίες του κέντρου βρίσκονται απροστάτευτοι στο έλεος περιθωριακών στοιχείων που, με κάθε ευκαιρία κοινωνικής διαμαρτυρίας, κατακαίουν τις περιουσίες τους και απειλούν τις ζωές τους!"

Άρχισα να μπαίνω στο νόημα, αλλά είπα να μην τον διακόψω: "Θα το έχεις ακούσει, φαντάζομαι, ότι όλο και περισσότεροι ιδιοκτήτες ακινήτων στο κέντρο πουλάνε τα σπίτια τους κοψοχρονιά και φεύγουν γι' αλλού." Τρόμαξα, γιατί κι εγώ ένα μικρό ακίνητο στο κέντρο έχω. Και πάλι, όμως, δεν μίλησα: "Θα δεις το όργιο κερδοσκοπίας μετά από μερικά χρόνια, όταν κάποιοι θα έχουν αποκτήσει για ένα κομμάτι ψωμί ολόκληρο το κέντρο, το οποίο δια μαγείας θα αναβαθμιστεί με την απομάκρυνση όλων των ενοχλητικών στοιχείων - δεν είναι δα και δύσκολο, το είδαμε στην περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων. Και, φυσικά, στην αναδομημένη και αναγεννημένη περιοχή, τα διαμερίσματα, τα καταστήματα και τα γραφεία θα κοστίζουν πανάκριβα!"

Έμεινα να κοιτώ τον Αριστείδη σαν ηλίθιος, κρατώντας μηχανικά το μισοφαγωμένο πρωινό μου κουλούρι που δεν θα είχα πια την ευκαιρία να αποσώσω, τουλάχιστον ως το πρώτο διάλειμμα... Το κουδούνι για την πρώτη ώρα χτυπούσε ήδη. Ο Αριστείδης έκλεισε τελετουργικά την οθόνη του PC και κλείδωσε το γραφείο του. Εγώ δεν είχα καν προλάβει ν’ ανοίξω το δικό μου. Τον ακολούθησα μηχανικά ως τα διδακτήρια. Μπαίνοντας στην αίθουσα, κρατούσα ακόμα το κουλούρι...

ΤΟ ΒΗΜΑ  (17/02/2012)

Τρίτη 1 Αυγούστου 2023

Ο Βύρωνας, η Κυρά-Μαλαίνα, και οι γειτονιές τού χθες...


Εικόνες από μια γειτονιά της Αθήνας, σε κάποια άλλη εποχή που έφυγε χωρίς να προλάβει να μας αποχαιρετήσει...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Το πιο κάτω χρονογράφημα θα μπορούσε να είχε γραφτεί χθες. Στην πραγματικότητα, δημοσιεύθηκε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ τον Απρίλιο του 2011. Ήταν, αν θυμάμαι καλά, το πρώτο κείμενό μου στους (θα τους χαρακτήριζα ιστορικούς) «Διαλόγους», που το αρχείο τους - πόσο κρίμα! - χάθηκε με το κλείσιμο της εφημερίδας.

Το κείμενο απηχεί το γενικό αίσθημα μελαγχολίας της εποχής εκείνης, για μια Αθήνα που είχε αλλάξει πολύ κάτω από την σαρωτική επέλαση της «πολυπολιτισμικότητας». Τελικά, η πόλη δεν ξαναβρήκε ποτέ τον παλιό, γνώριμο εαυτό της. Απλά, εμείς έχουμε πια συνηθίσει το καινούργιο της πρόσωπο.

Οφείλω εδώ να σημειώσω την δημοκρατικότητα του Α.Π., αρχισυντάκτη των «Διαλόγων» της Ελευθεροτυπίας. Αν και συχνά διαφωνούσε 100% με τις απόψεις που εξέφραζα, δεν διανοήθηκε ποτέ να τις λογοκρίνει...

--------------------------------

Κάποτε έμενα στον Άγιο Νικόλαο, στα Κάτω Πατήσια (πριν ακόμα η περιοχή μετεξελιχθεί σε διεθνές πολυπολιτισμικό κέντρο). Στη μικρή πλατεία ήμασταν όλοι γνωστοί. Δύο μορφές, όμως, ξεχώριζαν. Έστω και για διαφορετικούς λόγους...

Πρώτος, λόγω στεντόρειας φωνής, έκανε αισθητή την παρουσία του ο Βύρωνας ο φιλόσοφος. Υπέρβαρος αλλά με αεικίνητο πνεύμα, μόνιμα τοποθετημένος δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο του ισόγειου διαμερίσματός του, δεν χρησιμοποιούσε ποτέ αναπτήρα για ν’ ανάψει τσιγάρο, αφού κάθε επόμενο άναβε με την καύτρα του προηγούμενου! Όταν αρρώστησε και χρειάστηκε να παίρνει οξυγόνο, παραπονιόταν ότι η μάσκα που του έδωσαν ήταν ελαττωματική γιατί δεν είχαν προβλέψει τρύπα για να μπαίνει το... τσιγάρο! Ήταν και προφήτης: «Αυτό το κοριτσάκι, η κόρη τής τάδε, κάποια μέρα ή θα καταλήξει στον Κορυδαλλό, ή θα γίνει εισαγγελέας!» Δεν γνωρίζω αν έγινε, τελικά, εισαγγελέας, όμως δεν έχω ακούσει κάτι και για φιλοξενία στον Κορυδαλλό...

Στον αντίποδα του θορυβώδους φιλόσοφου, η γλυκιά κι αθόρυβη μορφή της Κυρά-Μαλαίνας. Σεμνή και ταπεινή, όπως όριζε και η πολιτική ιδεολογία που με απόλυτη συνέπεια υπηρέτησε για μια ολόκληρη ζωή, πληρώνοντάς το μάλιστα και με πολυετή φυλάκιση (νέα μητέρα ακόμα) τα σκοτεινά χρόνια του Εμφύλιου, δεν σε άφηνε καν να υποπτευτείς - αν δεν το γνώριζες ήδη - πως δεν ήταν άλλη από τη γνωστή Μεγάλη Κυρία του θεάτρου και του κινηματογράφου. Ακόμα κι αν το αγνοούσες, όμως, πάλι θα την ξεχώριζες από τη λεπτότητα και την ευγένειά της. Προσωπικά, είχα έναν ακόμα λόγο να την ξεχωρίζω: την αγάπη της για τα ζώα.

Καθώς είχαν περάσει τα χρόνια, δεν θυμόταν εύκολα ονόματα. Έτσι, για να μη λαθεύει, με φώναζε πάντα «ο κύριος με το περιστέρι», αφού της είχα πάει κάποτε ένα τραυματισμένο περιστέρι που βρήκα στο δρόμο, για να το περιθάλψει (πού αλλού να το πήγαινα;). Μία σκηνή που θα μου μείνει αξέχαστη ήταν κάποια φορά που τη συνάντησα στην πλατεία να ταΐζει έναν αδέσποτο σκύλο της γειτονιάς, τον Ρόκυ. Έτεινα το χέρι να τη χαιρετήσω, όπως πάντα. Μου λέει: «Θα ήθελα να σας χαιρετήσω, αλλά φοβάμαι θα σας λερώσω.» Και τότε πρόσεξα πως το χέρι της είχε μόλις βγει από μία κονσέρβα με σκυλοτροφή, από την οποία τάιζε στο στόμα τον ολοφάνερα ευγνώμονα Ρόκυ!

Ο Βύρωνας και η Κυρά-Μαλαίνα έχουν φύγει εδώ και χρόνια από την πλατεία που έμενα κάποτε. Έχουν φύγει κι από αυτόν εδώ τον κόσμο, που γίνεται όλο και πιο αφιλόξενος για φιλόσοφους και καλλιτέχνες κάποιας ηλικίας. Από μια άποψη, ίσως και να στάθηκαν τυχεροί που δεν είδαν με τα μάτια τους την τωρινή πολυπολιτισμική παρακμή της Αθηναϊκής γειτονιάς. Ακόμα περισσότερο, που δεν πρόλαβαν να βιώσουν το διαρκές αίσθημα ανασφάλειας και φόβου, μέσα στο οποίο είναι αναγκασμένοι σήμερα να ζουν αδιαμαρτύρητα όλοι σχεδόν οι απλοί και μη-προνομιούχοι αυτής της πόλης.

Όμως, κάπου εδώ θα πρέπει να σιωπήσω. Το να θυμάται κάποιος καλύτερες εποχές σε μία πόλη που αργοπεθαίνει, είναι μαζοχιστική διαστροφή. Το είπε άλλωστε κι ο ίδιος ο Δάντης, βλέποντας με συμπόνια το μαρτύριο της Φραντσέσκα ντα Ρίμινι στην Κόλαση...

(Απρίλιος 2011)

Κυριακή 14 Μαΐου 2023

Να καταργηθεί η «Γιορτή της μητέρας»!


Η «Γιορτή της μητέρας» παραβιάζει τους όρους της «πολιτικής ορθότητας». Ως εκ τούτου, θα πρέπει να καταργηθεί!
Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Μία σχετικά πρόσφατη προσθήκη στο κλαμπ των προοδευτικών εννοιών είναι εκείνη της «πολιτικής ορθότητας» (political correctness). Σκοπός του σχετικού δόγματος είναι η απάλειψη – σε επίπεδο ρητορείας και έκφρασης γνώμης, τουλάχιστον – κάθε είδους διάκρισης στο σώμα της κοινωνίας. Μία από τις διακρίσεις απορρέει από ένα σοβαρό ατόπημα της ίδιας της Φύσης, η οποία, για να διασφαλίσει την συνέχεια των περισσότερων έμβιων όντων και, εν προκειμένω, του ανθρώπου, χώρισε το ανθρώπινο είδος σε δύο κατηγορίες με τα κωδικά ονόματα «Άνδρας» και «Γυναίκα» (τα παραθέτω κατ’ αλφαβητική σειρά ώστε να είμαι πολιτικά ορθός).

Αυτό που μαθαίνει κανείς ακούγοντας δημόσιες τοποθετήσεις φωτισμένων προοδευτικών της εποχής, είναι ότι ο διαχωρισμός των ανθρώπων στη βάση των φύλων είναι «τεχνητός». Το φύλο (ακόμα και το κατά πόσον αληθινά υφίσταται αυτό ως ατομικό χαρακτηριστικό) είναι, μας λέγουν, υπόθεση αυτοπροσδιορισμού και όχι βιολογικής και ληξιαρχικής ταυτοποίησης. Επί πλέον, η έννοια του γονέα (θυμίζω: από το ρήμα «γίγνομαι») έχει τώρα λάβει την «σωστή» της ερμηνεία ως κάποιου που (συν-)ασκεί γονική μέριμνα.

Έτσι, κατά τις επιταγές της πολιτικής ορθότητας, οι «απηρχαιωμένες» και «αδόκιμες» λέξεις «μητέρα» και «πατέρας» αντικαθίστανται πλέον από τις (όχι απαραίτητα αντίστοιχες κατά την σειρά) «Γονέας 1» και «Γονέας 2». Και, επειδή η αντίληψη της γυναίκας ως εν δυνάμει φυσικού γεννήτορα είναι πολιτικά μη-ορθή, κάθε τι που αναφέρεται στη γυναίκα με βιολογικούς όρους θα πρέπει να αποφεύγεται.

Ευνόητο είναι, λοιπόν, ότι η «Γιορτή της μητέρας» θα πρέπει άμεσα να καταργηθεί ως κατάφωρα παραβιάζουσα την πολιτική ορθότητα. Επί πλέον, η σκοπιμότητα ύπαρξης της «Ημέρας της γυναίκας» θα πρέπει να επανεξεταστεί, στη βάση της νεότερης αντίληψης ότι η έννοια «γυναίκα» αφορά έναν υποκειμενικό αυτοπροσδιορισμό και όχι μία έχουσα αντικειμενική υπόσταση ανθρώπινη ιδιότητα.

Πιστεύω, εν τούτοις, ότι θα πρέπει να εξαιρεθούν των αυστηρών κανόνων της πολιτικής ορθότητος γνωμικά όπως «αρχή άνδρα δείκνυσι» (Βίας ο Πριηνεύς – Σοφοκλής), «πόλεμος πάντων πατήρ» (Ηράκλειτος) και «πυρ, γυνή και θάλασσα» (Μένανδρος), καθώς και λαϊκότροπες εκφράσεις του τύπου «αχ, μάνα μου!» και «ο Γιώργος είναι μανούλα σ’ αυτά!». Και εξακολουθώ (καταχρηστικά ίσως) να θεωρώ ως πολιτικά ορθό τόσο το «Μάνα Κουράγιο» του Μπρεχτ, όσο και «Το δαχτυλίδι της μάνας» (όπερα) του Μανώλη Καλομοίρη.

Αντίθετα, ουδεμία εξαίρεση στην επιβολή πολιτικής ορθότητας θα πρέπει να υπάρξει για όσα άσεμνα ακούν στα γήπεδα οι δύστυχοι διαιτητές ποδοσφαίρου για πολύ αγαπημένο τους συγγενικό πρόσωπο θηλυκού γένους (ληξιαρχικά και μόνο, φυσικά). Ακόμα και από τους οπαδούς της ομάδας μου, της ΑΕΚ!

Αχ, η Γονέας 2 Φύση σε τι μπερδέματα μας έβαλε...

Κ.

Κυριακή 23 Απριλίου 2023

Εκτιμά στ' αλήθεια η γυναίκα την ευγένεια στον ανδρικό χαρακτήρα;


Προτού η γυναίκα καταδικάσει (ορθώς!) τον σκληρό και βίαιο άντρα, ας αναγνωρίσει το δικό της μερίδιο ευθύνης στη διαμόρφωση του ανδρικού στερεότυπου...

Την ιστορία την άκουσα πριν πολλά χρόνια στο σαλόνι ενός κομμωτηρίου. Μία νέα κοπέλα είχε μπλέξει με έναν πολύ «μάτσο» τύπο, από εκείνους που θεωρούν την ευγένεια του χαρακτήρα σαν «φλωρίστικη» αδυναμία και την αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι. Ήταν συχνά βίαιος μαζί της και, γενικά, της κακοφερόταν. Κάποια στιγμή εκείνη δεν άντεξε άλλο και τον παράτησε. Λίγο αργότερα, γνώρισε ένα ευγενικό παιδί που της φέρθηκε άψογα. Ήταν και «συμπαθέστατος», κατά δήλωσή της.

Δεν πέρασε πολύς καιρός ώσπου να καταλάβει πως δεν μπορούσε να νιώσει γι’ αυτόν καμία ουσιαστική έλξη. Η πολλή του ευγένεια την «ξενέρωνε», και άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η απουσία της βίας από τη σχέση λειτουργούσε σαν κατασταλτικό του πάθους. Όπως ομολόγησε, της έλειψε εκείνος «ο αληθινός άντρας» που «την πλάκωνε στα χαστούκια» και μετά την τραβούσε με σιγουριά κοντά του για τη συμφιλίωση – προεόρτιο ερωτικής πανδαισίας! Ήταν ο μόνος που την έκανε να νιώθει «ασφαλής». Και, δίχως να το πολυ-σκεφτεί, γύρισε πίσω στους γνώριμους πόνους...

Ερχόμαστε πιο κοντά στο σήμερα... Την πρώτη περίοδο της πανδημίας (όταν στέλναμε sms για να πάμε στο φαρμακείο και το σούπερ-μάρκετ) με είχε σοκάρει, θυμάμαι, ένας διάλογος σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης ανάμεσα σε κυρίες της υψηλής κοινωνίας, οι οποίες δήλωναν φανατικές θαυμάστριες ενός γνωστού, τότε, από τις καθημερινές ενημερωτικές τηλεοπτικές εμφανίσεις του, και φημισμένου για το μπρουτάλ στυλ του, υφυπουργού της κυβέρνησης. Όπως ομολογούσαν η μία στην άλλη, αυτός ήταν «ο πραγματικός άντρας», ο άξιος να τον ποθήσει μία γυναίκα, και όχι «κάτι ευαισθητούληδες» που κυκλοφορούν εκεί έξω!

Τις δύο ιστορίες τις επέλεξα τυχαία. Θα μπορούσε κάποιος να παραθέσει αμέτρητες άλλες που γεννούν ερωτήματα σχετικά με τα κριτήρια αξιολόγησης του άντρα από τη σημερινή γυναίκα. Η αντίφαση είναι προφανής και, σχεδόν, τρομάζει: Από τη μία, η γυναίκα εκφράζει αποστροφή για το δίχως λεπτότητα, ευαισθησία και ενσυναίσθηση αρσενικό. Από την άλλη – ακόμα κι αν δεν το ομολογεί ανοιχτά – η γυναίκα απαξιώνει (ενίοτε χλευάζει) τον άντρα που διαθέτει σε «υπερβολικό» βαθμό αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά, ενώ δοξάζει το αντίθετό του.

Αποθεώνει, έτσι, έναν ακατέργαστο νάρκισσο ηθοποιό – που δηλώνει ανερυθρίαστα ότι, αν ρίξεις και λίγο ξύλο σε μία γυναίκα λόγω... «πάθους», δεν τρέχει τίποτα! – και τον στέλνει με την ψήφο της να κάνει ντόλτσε βίτα στο εξωτερικό ως οιονεί ευρωβουλευτής. Μα, όταν μαθευτεί ότι ο εν λόγω «σκληρός άντρας» διώκεται για βιασμό και κακοποίηση (σε απόλυτη δικαίωση της λαϊκής έκφρασης «**** και δέρνει»), η γυναίκα θυμάται τότε ότι στον έρωτα δεν αρκούν οι τέλειοι γραμμωτοί και το θεληματικό πηγούνι αλλά είναι απαραίτητη και η συναισθηματική κατάθεση. Βέβαια, κι αυτή με μέτρο, αφού το πολύ το συναίσθημα είναι για τους «ευαισθητούληδες»!

Προτού, λοιπόν, η σύγχρονη γυναίκα καταδικάσει (αυτονοήτως!) τον σκληρό και βίαιο άντρα, ας αναγνωρίσει το δικό της μερίδιο ευθύνης στη διαμόρφωση του ανδρικού στερεότυπου. Αν υποτεθεί, βέβαια, ότι η έννοια «άνδρας» εξακολουθεί να υφίσταται ως «πολιτικά ορθή»...

Κ.

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2023

Το χρονικό μιας μοναχικής μέρας...

Στιγμιότυπα από ένα 24-ωρο ζωής σε μία υποβαθμισμένη γειτονιά της Αθήνας...
Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Την ξύπνησε η μουσική από την τηλεόραση που έπαιζε ακόμα. Αποκοιμήθηκε και την ξέχασε ανοιχτή όλη νύχτα. Ποια νύχτα, δηλαδή, καλό ξημέρωμα ήταν όταν την πήρε ο ύπνος. Δύσκολη υπόθεση έχει γίνει αυτός ο ύπνος, μαρτύριο σωστό μέχρι να έρθει! Και το παντζούρι της μπαλκονόπορτας που τρίζει δεν βοηθά καθόλου να κλείσεις μάτι. Δεν ξέρεις αν είναι ο αέρας ή ο ληστής – και υπάρχουν πολλοί από δαύτους τα τελευταία χρόνια στη γειτονιά. Και θα ‘σαι και τυχερός αν δε σε βρουν μέσα στο σπίτι...

Νύσταζε ακόμα, αλλά έπρεπε να σηκωθεί να πάρει τα φάρμακά της. Ο γιατρός είπε να τα παίρνει ανελλιπώς κάθε πρωί, πριν ακόμα φάει. Μα εκείνη είναι φορές που τα ξεχνάει – η μνήμη, βλέπεις, έχει πια αδυνατίσει. Στην καρτέλα υπήρχε μόνο ένα χάπι. «Πότε τέλειωσε κιόλας μια ολόκληρη καρτέλα με 30 χάπια;» αναρωτήθηκε. Πόσο γρήγορα περνάνε τώρα οι μήνες, ούτε που προλαβαίνεις να τους μετρήσεις!

Πήρε από το ντουλάπι το ποτήρι και άνοιξε τη βρύση. Αυτή στην κουζίνα ήταν εντάξει, μα η βρύση του μπάνιου έσταζε εδώ και καιρό. Εκείνος ήξερε πάντα να διορθώνει τέτοια πράματα, αλλά... ας όψεται η αρρώστια που τον πήρε πριν τρία χρόνια. Κι ο Γιώργης ο υδραυλικός είναι κι αυτός ακριβοθώρητος. Μεγαλοπιάστηκε τώρα, βλέπεις, και καταπιάνεται με μεγάλες δουλειές, για μια βρύση δεν θα κάνει εύκολα τον κόπο...

Στην τηλεόραση, που έπαιζε ακόμα, η ξανθιά παρουσιάστρια έλεγε «σας αγαπώ όλους» κοιτάζοντας με προσποιητή συγκίνηση το φακό. «Εμένα ποιος με αγαπάει;» ρωτήθηκε εκείνη με ένα παράπονο σχεδόν παιδιάστικο. Είναι αλήθεια πως η ζωή τα έφερε να είναι μόνη. Δε φτάνει που έχασε τον άντρα της, τα παιδιά αναγκάστηκαν κι εκείνα να ξενιτευτούν για να βρουν μια δουλειά της προκοπής. Μα και οι κοντινότεροι συγγενείς, όσοι ζουν ακόμα, βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά στην επαρχία.

Από λεφτά δεν έχει παράπονο, υπάρχει η σύνταξη από τον μακαρίτη. Άλλωστε, τι έξοδα έχει; Το φαγητό της λιτό, και για καινούργια ρούχα δε νοιάζεται πια και τόσο. Πού θα πάει για να τα βάλει; Όσο για τα φάρμακα, τα γράφει ο γιατρός στο βιβλιάριο. Τι ευγενικό παιδί αυτός ο γιατρός! Της θυμίζει το γιο της που είναι στην Αμερική. Προχθές το βράδυ την είχε πάρει τηλέφωνο. Εκεί, λέει, είχαν ακόμα μεσημέρι...

Με τις μέρες έχει χάσει πια το λογαριασμό. Κατάντησαν να μη διαφέρουν και πολύ η μία από την άλλη. Ευτυχώς υπάρχει πάντα το ημερολόγιο στον τοίχο της κουζίνας. Κάθε πρωί σκίζει το χαρτάκι της προηγούμενης ημερομηνίας, χωρίς να παραλείπει να διαβάσει το ποιηματάκι που είναι τυπωμένο στην πίσω μεριά. Αλλά, καλά που το πρόσεξε: ήταν η μέρα να πάει στην τράπεζα για τη σύνταξη. (Από κομπιούτερ κι όλα αυτά τα μοντέρνα συστήματα δεν έχει ιδέα, ποιος ήξερε τέτοια περίπλοκα πράγματα στην εποχή της;) Κι εκείνος ο ευλογημένος, τράπεζα που είχε διαλέξει να μπαίνουν τα λεφτά! Χάθηκε η άλλη, λίγα στενά από το σπίτι; Έδινε καλύτερο τόκο, της είχε πει. Ήταν προϊστάμενος εκεί κι ένας μακρινός ανιψιός του...

Δοκιμασία μεγάλη κάθε μήνα αυτό το ταξίδι στην τράπεζα. Όχι μόνο εξαιτίας της απόστασης αλλά και για το φόβο των απρόοπτων. Η Αθήνα δεν είναι πια μέρος να ζεις! Πριν μερικά χρόνια έμενε ένας γεράκος στη διπλανή μονοκατοικία. Ήταν κι αυτός μόνος, είχε χάσει τη γυναίκα του από κάποια αρρώστια. Ο γιος του, που δούλευε στη Θεσσαλονίκη, κάθε μήνα του ‘στελνε λίγα χρήματα, ίσα να συμπληρώνει τη σύνταξη που έφτανε – δεν έφτανε για να ζήσει. Κάποια μέρα τον ακολούθησαν δύο καθώς γύριζε από την τράπεζα. Έξω από την πόρτα του σπιτιού του τον χτύπησαν και του τα πήραν. Ώσπου μια άλλη μέρα, που τον πήραν πάλι ξοπίσω, μπήκαν στο σπίτι του πριν τους πάρει είδηση και προλάβει να κλείσει την πόρτα. Για να μην ακούγονται οι φωνές του, του έκλεισαν το στόμα με μισό ρολό χαρτί από το μπάνιο. Πήραν τα λεφτά που είχε πάνω του μαζί με ό,τι άλλο βρήκαν εκεί, και έφυγαν σαν κύριοι. Ο γιος του, που δεν τον εύρισκε στο τηλέφωνο και ανησύχησε, ζήτησε από έναν ξάδερφο να πάει να ρίξει μια ματιά στο σπίτι του γέρου. Τον βρήκε πεθαμένο, με το χαρτί στο στόμα. Είχε πάθει ασφυξία, είπε ο ιατροδικαστής...

Εκείνους τους δύο ξένους τους είχαν δει, έμεναν στη γειτονιά. Όμως, μετά το φονικό εξαφανίστηκαν. Μα οι κλοπές και οι ληστείες δε σταμάτησαν. Και κάθε έξοδος από το σπίτι έμοιαζε πάντα με ρώσικη ρουλέτα για τους αδύναμους...

«Σε ποιον να πεις καλημέρα;» αναρωτήθηκε εκείνη καθώς έβγαινε στο δρόμο. Οι γνώριμοι γείτονες είναι πια λιγοστοί, οι περισσότεροι απ’ αυτούς μεγάλοι κι ανήμποροι, κλεισμένοι τις πιο πολλές ώρες στο σπίτι. Οι παλιότεροι έχουν πεθάνει, ενώ οι πιο νέοι έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους αφού πούλησαν όσο – όσο τα σπίτια τους κι έφυγαν για πάντα από τη γειτονιά. Τώρα εκεί βασιλεύει η ανασφάλεια και ο τρόμος. Τα βράδια γίνονται ως και μαχαιρώματα, κάνα δυο φορές μάλιστα ακούστηκαν και πυροβολισμοί. Τι να σου κάνει κι η αστυνομία; Εδώ κυριαρχούν άλλοι νόμοι, σκληροί κι απάνθρωποι, φερμένοι από άλλα μέρη, μακρινά. Μα ίσως τελικά έτσι να πρέπει. Δε μπορεί, κάτι παραπάνω θα ξέρει ο πρωθυπουργός και ο αρχηγός της αντιπολίτευσης που είπαν τις προάλλες στη Βουλή ότι «στόχος μας είναι η Ελλάδα να γίνει χώρα πολυπολιτισμική»!

Όμως, δεν είναι όλοι οι ξένοι ίδιοι. Δυο στενά πιο κάτω μένει μια οικογένεια. Ο πατέρας δουλεύει σε ένα ψητοπωλείο, η μητέρα καθαρίζει σπίτια. Τα παιδιά πάνε σχολείο και έχουν μάθει τα ελληνικά πιο καλά κι απ’ τα δικά μας. Ο πατέρας λέει πως, αν είναι να ζήσουν και να προκόψουν σ’ αυτή τη χώρα θα πρέπει να μάθουν καλά τη γλώσσα της και να αφομοιώσουν τον πολιτισμό της. Και, τι καλά παιδιά! Κάθε φορά που τη συναντούν στο δρόμο να γυρνά φορτωμένη με τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ ή τη λαϊκή, προθυμοποιούνται να της κουβαλήσουν τις σακούλες ως το σπίτι. Και ποτέ δε δέχθηκαν να πάρουν μια δραχμή για τον κόπο τους.

Είναι ώρα τώρα που έχει βραδιάσει. Στην τηλεόραση παίζει μια ελληνική ταινία, ασπρόμαυρη. Την είχε πρωτοδεί στο σινεμά με τα παιδιά, όταν ήταν μικρά. Χρόνια είχε να τη δει... Μετά το σινεμά τα πήγαινε πάντα για σουβλάκια σε μια ταβέρνα κοντά στο σπίτι. Τι ωραία και νόστιμα που τα έφτιαχναν τότε! Και άσε τους ειδικούς να λένε σήμερα πως ο γύρος ήταν ανθυγιεινός, αφού έβαζαν, λέει, μέσα στον κιμά ό,τι μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου!

Την πήρε ο ύπνος κι αποκοιμήθηκε στον καναπέ. Όταν ξύπνησε, η τηλεόραση έπαιζε ειδήσεις. Τα ίδια και τα ίδια... Κρίμα, έχασε τη μισή ταινία, και δε θυμόταν και πώς τελειώνει. Άντε να κοιμηθεί ξανά τώρα! Είναι κι αυτό το παντζούρι που τρίζει πάλι απόψε... Θαρρείς και ο αέρας το απολαμβάνει σαδιστικά να την τρομάζει! Κι άμα δεν είναι ο αέρας; Μα, ας μην κάνει τέτοιες σκέψεις νυχτιάτικα...

Αυτά τα χάπια που της έχουν συστήσει για τον ύπνο δεν θέλει να τα παίρνει, το πρωί νιώθει λες και είναι κομμένα τα πόδια της. Ίσως διαβάσει κάτι μέχρι να αρχίσει να νυστάζει. Όλα τα βιβλία στη βιβλιοθήκη τα ‘χει διαβασμένα, μερικά όμως έχει καιρό να τα ανοίξει. Θα αρπάξει ένα, έτσι στην τύχη. Σίγουρα θα παίξει και κάτι καλό αργότερα η τηλεόραση. Βάζουν κάθε μέρα παλιές αμερικάνικες ταινίες.

Θα καθίσει έτσι ως αργά. Όμως, τούτη τη φορά το πήρε απόφαση. Το πρωί θα πάρει τηλέφωνο την ξαδέρφη στην Πάτρα, να τη ρωτήσει πώς στα κομμάτια το έμαθε εκείνο το κομπιούτερ και συνομιλεί με τις ώρες με ένα σωρό κόσμο, ακόμα κι ολόκληρη τη νύχτα. Μετά, ποιος νοιάζεται για αϋπνίες!

Σαν ξημέρωσε, σηκώθηκε να ετοιμάσει το πρωινό της και να πάρει τα χάπια της. Έβγαλε απ’ το κουτί μία καινούργια καρτέλα... Λίγο πριν βγει απ’ την κουζίνα, είδε στον τοίχο το ημερολόγιο. Έκανε να σκίσει το χαρτάκι αλλά σαν να το μετάνιωσε. Σε τι θα διέφερε, άλλωστε, αυτή η μέρα από την προηγούμενη, έξω από μια άλλη ημερομηνία; Κινήθηκε προς το σαλόνι, μα ξάφνου κοντοστάθηκε: «Τι να λέει άραγε σήμερα το ποιηματάκι στην πίσω μεριά;»

Ναι, αυτό ίσως έκανε μια κάποια διαφορά από το χθες! Και, σαν τον άσωτο που ξαναγυρνά στο πατρικό ζητώντας συγχώρεση, κινήθηκε πάλι προς την κουζίνα...

(Στην Ιφιγένεια Χ., όπου κι αν βρίσκεται...)

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2022

Ο φαύλος κύκλος της αιώνιας εφηβείας μας...


Σε έναν κόσμο που αλλάζει τόσο γρήγορα, τόσο απρόβλεπτα, τόσο επικίνδυνα, νιώθουμε σαν τους έφηβους που, μετά τα χρόνια του μακάριου, σχεδόν αφελούς εφησυχασμού τους για τις "αυτονόητες" και "αδιαπραγμάτευτες" βεβαιότητες της ζωής, έρχονται κάποια στιγμή πρόσωπο με πρόσωπο με μία σκληρή πραγματικότητα για την οποία ελάχιστα ήταν προετοιμασμένοι.

Τώρα ξέρουμε πως αυτονόητες μακαριότητες δεν μπορούν να υπάρξουν αν, ως ανθρώπινη κοινότητα, δεν τις προασπίζουμε συνεχώς. Όπως με οδυνηρό τρόπο χρειάστηκε να μάθουμε το 1914, το 1939, το...

Όμως, κάποια στιγμή το μάθημα και πάλι θα το ξεχάσουμε, μέσα στον αυτοκαταστροφικό φαύλο κύκλο της αιώνιας εφηβείας μας...

------------------------------------------------

                                Αθέατα σύννεφα...

Τρελοί κι ανυποψίαστοι 
διαβήκαμε τους δρόμους του καιρού 
έφιπποι στης αθανασίας τ’ αλαζονικό μας 
το αυτονόητο, 
με έπαρση πολλή κατάματα 
τον ήλιο ατενίζοντας 
μες στο γαλάζιο, άνεφο ουρανό... 

Πώς δεν τα είδαμε που έρχονταν τα σύννεφα; 
Πώς δεν ακούσαμε τον κεραυνό από μακριά; 
Πώς δε μυρίσαμε στο χώμα τη βροχή; 

Τώρα μένω πια μάταια ν’ αναζητώ 
τ’ αυτάρεσκα χαμόγελα 
της σίγουρής μου αυθάδειας, 
τον κόσμο εκείνο το «μηδαμινό» 
που έλεγαν μου ανήκε, 
την πόρτα πάντα πρόθυμα 
χωρίς να με ρωτά 
ν’ ανοίγει σαν γυρνώ, 
τις μυρωδιές απ’ το φαΐ 
ποτέ που δεν ετοίμασα... 

Όμως, σα δείτε τα παιδιά 
μην τους χαλάτε τ’ όνειρο, 
της αυταπάτης το άλογο 
μην τ’ αγριεύετε 
τόσο ωραίο που μοιάζει το ταξίδι! 
Τρελά κι ανυποψίαστα 
αφήστε να διαβαίνουνε 
τους δρόμους του καιρού 
μες στα δικά τους τ’ αλαζονικά 
τα «αυτονόητα». 

Ώσπου να δουν τα σύννεφα, 
ν’ ακούσουν τη βροντή, 
την πρώτη να μυρίσουν τη βροχή 
κάποια στιγμή στο χώμα...

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2021

Όταν σε βλέπουν και κρύβονται...


 Ας φτιάξουμε ένα σκηνικό. Μπορεί και να 'ναι τελείως φανταστικό...

Περπατάς σε έναν μακρύ διάδρομο (όπως στην εικόνα). Εκεί προς το τέλος του διαδρόμου φέγγει το φως ενός γραφείου. Στην ανοιχτή πόρτα έχει κοντοσταθεί ένα άτομο και μιλά χαλαρά κι ανέμελα με κάποιο άλλο άτομο που βρίσκεται εντός του γραφείου.

Ξάφνου, το πρώτο άτομο (αυτό που βρίσκεται στην πόρτα) αντιλαμβάνεται πως πλησιάζεις από μακριά. Και, σαν σε πανικό, σπεύδει να κρυφτεί μέσα στο γραφείο, ελπίζοντας μάλλον ότι δεν θα μπεις κι εσύ περνώντας από κει. Φυσικά, δεν μπαίνεις...

Καθώς στρίβεις για να πας στο δικό σου γραφείο, λίγα μέτρα πιο κάτω, αντιλαμβάνεσαι ήδη πως βρίσκεσαι σε φιλοσοφικο-υπαρξιακό mood:

- Γιατί άραγε ένας άνθρωπος κρύβεται μόλις δει κάποιον άλλον;

Μετά από λίγη σκέψη, καταλήγεις στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν δύο πιθανοί λόγοι: η αυτοσυντήρηση και η αυτοσυνειδησία.

Στην πρώτη περίπτωση (αυτοσυντήρηση) το άτομο κρύβεται από φόβο που ενδεχομένως του εμπνέεις. Σε βλέπει σαν απειλή και αισθάνεται αδύναμο να σε αντιμετωπίσει, προτιμώντας έτσι την ασφάλεια της φυγής. Αυτό σημαίνει πως η ευθύνη για τη συμπεριφορά του ατόμου είναι ολότελα δική σου, αφού έδωσες το λάθος μήνυμα για τις προθέσεις σου (εκτός βέβαια αν πρόθεσή σου ήταν ακριβώς η πρόκληση φόβου, οπότε δεν καταδέχομαι να κάνω άλλο διάλογο μαζί σου!).

Στη δεύτερη - εκ διαμέτρου αντίθετη - περίπτωση (αυτοσυνειδησία) το άτομο κρύβεται από ενδεχόμενη ενοχή απέναντί σου. Εδώ η απειλή δεν προέρχεται από εσένα αλλά από την ίδια τη συνείδηση του ατόμου, το οποίο γνωρίζει ότι σου οφείλει εξηγήσεις που δεν βρήκε ποτέ το θάρρος (ή κι αυτή τούτη τη διάθεση) να δώσει. Η φυγή, έτσι, σώζει κάπως τα προσχήματα...

Αν είσαι σίγουρος πως αυτή η δεύτερη εκδοχή είναι η εξήγηση, τότε μπορείς να νιώσεις ένα αίσθημα δικαίωσης. Η φυγή του ατόμου - το γεγονός, δηλαδή, ότι δεν έχει καν το θάρρος να σε αντικρίσει - είναι μία έμμεση, μια οιονεί "συγνώμη".

Την άλλη συγνώμη, τη ρητή, ίσως δεν την ακούσεις ποτέ. Μπορεί και να 'ναι καλύτερα έτσι...

ΚΠ