Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2020

Τηλεφωνητής...

 


Σε πήρα πάλι σήμερα μα δεν το σήκωνες. 

Ήθελα να μιλήσω λίγο, 

ίσως να ‘ρθω για λίγες μέρες να σε δω 

έτσι, να ξεχαστώ, να καταφύγω 

να φάω λίγο μαγειρευτό φαΐ... 

Μα τη φωνή σου ακούω πια μόνο στον τηλεφωνητή. 

Γι’ αυτό αποφάσισα - κι ας μην το συνηθίζω - 

να σου απαντήσω σήμερα μ’ αυτόν. 


Ήθελα να σου πω για τη δουλειά. 

Όλα αβέβαια, κάποιους τους διώξαν ήδη. 

Εγώ είμαι πιο παλιός, ίσως να τη γλιτώσω... 

Είναι και η Μαρία... 

Της κόστισε πολύ που δεν το κάναμε 

εκείνο το ταξίδι, μα χρωστούσα. 

Ακούει και τους άλλους που καλοπερνούν... 

Πώς τα βολεύουν; Νιώθω σαν άχρηστος 

(ξέρω, «οι περιστάσεις» θα μου πεις εσύ 

«όμως δε χάνεται η αξία!»). 

Κι άμα με διώξουνε; 

Μέχρι που σκέφτηκα πως, αν συμβεί... 

Μα είναι τα παιδιά, τι φταιν εκείνα; 


Το βράδυ πάλι ο ύπνος μου ανήσυχος. 

Λέει ο γιατρός πως έχω πίεση, να προσέχω! 

Να προσέχω... 

Μεγάλη απώλεια για το Σύμπαν, όσο να πεις. 

Έτσι που λέω καμιά φορά... 

Και θα τους μείνει κι η ασφάλεια, 

να πάψει να γκρινιάζει κι η Μαρία! 


Ξέρω, θα λες πάλι σε ψυχοπλάκωσα. 

Μα αλλού δεν έχω να τα πω... 

Α, χθες σου έβαλα την άλλη τη φωτογραφία 

εκείνη που τραβήξαμε στον κήπο, με το μπλε το φόρεμα 

(η άλλη στη βεράντα δε μου άρεσε). 

Ήρθε κι ένας τεχνίτης και χαράξαμε τα γράμματα. 

Άντε, δυο χρόνια σου τα έκρυψα: 

του είπα «ετών ογδόντα»


(ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου