Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Αποκαθιστώντας τον Τσαϊκόφσκι!


Ο φίλος μου ο Ιλάν ανήκει αναμφίβολα στην αφρόκρεμα των διανοουμένων της χώρας (ουδόλως επηρεάζει την κρίση μου το γεγονός ότι είναι οπαδός της ΑΕΚ!). Λόγω της εξαιρετικής μουσικής του παιδείας, υπήρξε για πολλά χρόνια παραγωγός μιας ιδιαίτερα δημοφιλούς ραδιοφωνικής εκπομπής στο «Τρίτο Πρόγραμμα». Το γιατί δεν τον ακούμε σήμερα είναι κάτι που, ασφαλώς, δεν ανήκει στη δική του σφαίρα ευθύνης. Άλλωστε, η αξιοκρατία δεν ήταν ποτέ το δυνατό χαρτί του συστήματος σ’ αυτό τον τόπο.

Το περιστατικό σίγουρα θα το ‘χει πια ξεχασμένο... Περνώντας μια μέρα πριν χρόνια από την Κολοκοτρώνη, μπαίνω στο κατάστημα που διατηρούσε τότε ο Ιλάν στο κέντρο της Αθήνας. Τον βλέπω όπως πάντα σκυμμένο πάνω από ένα τεράστιο χαρτί, να σχεδιάζει και να οργανώνει σαν στρατηγός πριν τη μάχη, με ιδιαίτερη προσοχή και στην παραμικρή λεπτομέρεια, την εκπομπή της επόμενης μέρας στο «Τρίτο». Στο χέρι μου κρατούσα μια μικρή σακούλα με δύο CD που μόλις είχα αγοράσει από το Metropolis.

«Τι θα ‘λεγες να τους κουφάνεις με σονάτες για πιάνο του Βάγκνερ;», του λέω. Γνώριζα καλά ότι ο Βάγκνερ δεν ήταν ποτέ στην κορυφή της λίστας των συμπαθειών του Ιλάν, όμως δεν θα ‘λεγε ποτέ «όχι» σε μια ενδιαφέρουσα πρόταση! Η συζήτηση για τις σονάτες μάς παρέπεμψε, συνειρμικά, σε κάποια δύσκολα τεχνικά ζητήματα, και στο σημείο αυτό ο Ιλάν ζήτησε τη βοήθεια ενός μουσικού λεξικού. Ήταν χωρίς αμφιβολία ένα από τα πιο γνωστά και έγκυρα λεξικά του είδους. Στη θέα του, όμως, αναπήδησα με ένα αίσθημα φρίκης: «Πέτα το αυτό, Ιλάν, πέτα το!»

Με κοίταξε ξαφνιασμένος: «Το χρησιμοποιώ χρόνια. Τι πρόβλημα έχει;» Πήγα να του εξηγήσω μα μπήκαν πελάτες στο μαγαζί και η συζήτηση διακόπηκε. Μετά καταπιαστήκαμε με άλλα ζητήματα και το θέμα ξεχάστηκε. Το θυμήθηκα ξανά, πρόσφατα, με αφορμή ένα ιδιαίτερα «καυτό» ζήτημα των ημερών, στη δίνη του οποίου βρέθηκα λίγο κι εγώ λόγω ενός κειμένου μου στο «Βήμα»...

Να τι θα εκμυστηρευόμουν στο φίλο Ιλάν αν είχε συνεχιστεί, τότε, η κουβέντα: Ανάμεσα στα πολλά λεξικά μουσικής που αγόρασα στην Αμερική ήταν αυτό του Arthur Jacobs. Και ήταν, νομίζω, το μόνο βιβλίο που πέταξα ποτέ! Όχι ότι το εύρισκα ανεπαρκές ως βιβλίο αναφοράς. Κάθε άλλο: πρόκειται για ένα εκ των πλέον έγκριτων λεξικών του είδους. Αιτία ήταν ο σχεδόν χυδαίος, κατά τη γνώμη μου, τρόπος με τον οποίο ξεκινούσε το λήμμα που αφορούσε έναν αγαπημένο μου συνθέτη, τον Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι.

Δεν αναφερόταν στο μουσικό του ταλέντο, ούτε στη συμβολή του στην ιστορία της μουσικής, αλλά (με κάποια διάθεση σαρκασμού) στις ερωτικές ιδιαιτερότητες του συνθέτη, δίνοντας μάλιστα έμφαση στο γεγονός ότι είχε εγκαταλείψει τη σύζυγό του λίγες μόλις μέρες μετά τον εικονικό γάμο τους. (Το ότι είχε επιχειρήσει, παράλληλα, να θέσει τέρμα στη ζωή του – πράγμα που τελικά πέτυχε πολύ αργότερα – είναι μια άλλη ιστορία...)

Δεν γνωρίζω αν μεταγενέστερες εκδόσεις του λεξικού διόρθωσαν αυτό το ολίσθημα. Ο Arthur Jacobs, πάντως, δεν ήταν ο μόνος που αντιμετώπισε τον Τσαϊκόφσκι πρωτίστως ως ψυχολογική ιδιαιτερότητα και δευτερευόντως ως σημαντικό μουσικοσυνθέτη. Πολλοί μουσικολόγοι ακόμα και σήμερα μιλούν για τις «υπέροχες, συναισθηματικά φορτισμένες μελωδίες» του μουσουργού, αρνούμενοι επίμονα, εν τούτοις, να αναγνωρίσουν σε όλη του την έκταση το χάρισμά του ως συμφωνιστή.

Για τους δυνάμενους να διακρίνουν τα δυσδιάκριτα, ακόμα και η κορυφαία όπερα του Τσαϊκόφσκι, η «Ντάμα Πίκα», είναι κατά βάση μια «συμφωνία» σε τρία μέρη (πράξεις) και επτά κινήσεις (σκηνές) που θυμίζει τις μεταγενέστερες, γιγάντιες Μαλερικές συμφωνικές δομές. Τα τρία βασικά μουσικά θέματα, που χρησιμοποιούνται κυκλικά σε όλη τη «συμφωνία», λειτουργούν ως λάιτ μοτίφ στο επίπεδο του μουσικού δράματος, αναπτυσσόμενα παράλληλα με τους χαρακτήρες και τις καταστάσεις επί σκηνής. Στο τέλος της δεύτερης πράξης, μάλιστα, ο Τσαϊκόφσκι πετυχαίνει με εντυπωσιακό τρόπο να περιγράψει μουσικά τον διχασμό προσωπικότητας ενός (περίπου) σχιζοφρενούς, βάζοντας την ορχήστρα να παίζει σε αντίστιξη το «θέμα της αγάπης» και το «θέμα των χαρτιών». Με τελικό νικητή, τραγικά, το δεύτερο...

Λατρεύω τον Μπραμς σχεδόν όσο και τον Βάγκνερ. Όμως, αλήθεια, ας βρεθεί ένας ειδικός να μου εξηγήσει γιατί, π.χ., η υπέροχη Τρίτη Συμφωνία του μεγάλου Γερμανού τεχνίτη θεωρείται «πιο συμφωνική» από την Πέμπτη του Ρώσου! Επιχειρώντας μια εξωμουσική ανάλυση στο ζήτημα, θα μπορούσε κάποιος να πει, αστειευόμενος, ότι στην υστεροφημία του Μπραμς φαίνεται πως δεν κόστισε, τελικά, το γεγονός ότι, όπως τουλάχιστον εκείνος ο ίδιος διέδωσε, ξεκίνησε τη μουσική καριέρα του παίζοντας πιάνο σε (χμμ...) όχι και τόσο «καλόφημα» σπίτια!

Ίσως ακουστεί εκκεντρικό αν πω ότι, αυτό που κυρίως με γοητεύει στη μουσική του Τσαϊκόφσκι δεν είναι η αισθητική ωραιότητά της αλλά ο τρόπος διαχείρισης του θεματικού υλικού από τον συνθέτη. Οι θεματικές μεταμορφώσεις του κάποιες φορές σε αφήνουν άφωνο – όπως, π.χ., στο τελευταίο μέρος της «Συμφωνίας Manfred» ή σε αυτό της «Σερενάτας Εγχόρδων», όπου το «νέο» θέμα του φινάλε αποδεικνύεται πως δεν ήταν παρά μια επιτυχής μεταμφίεση ενός βασικού θέματος της συμφωνικής δομής, το οποίο ο ακροατής έχει ήδη ακούσει σε προηγούμενα μέρη!

Η ικανότητα του Τσαϊκόφσκι να «μεταμφιέζει» τα θέματά του δεν είναι, ίσως, άσχετη με την εναγώνια προσπάθειά του να αποκρύψει στοιχεία της προσωπικής του ζωής και της ψυχοσύνθεσής του τα οποία, την εποχή εκείνη, θα μπορούσαν να αποβούν καταστροφικά για τη φήμη του και την κοινωνική του υπόσταση. Όμως, αυτή ακριβώς η δεξιότητα ως προς τη διαχείριση του μουσικού υλικού είναι ένα από τα βασικά γνωρίσματα των μεγάλων συμφωνιστών. Την είχε ήδη διδάξει με την Πέμπτη Συμφωνία του ένας Γερμανός Τιτάνας της κλασικής περιόδου, χτίζοντας μια ολόκληρη συμφωνική δομή πάνω σε ένα και μόνο θέμα – εκείνο το ανεπανάληπτο «παμ-παμ-παμ-πόοομ» – που περνά μέσα από απίστευτες μεταμορφώσεις ξεγελώντας το αυτί του ακροατή. Την δίδαξε λίγο αργότερα και ένας ευγενής της ρομαντικής σχολής: ο Φραντς Λιστ.

Είναι καιρός, λοιπόν, να δούμε τον Τσαϊκόφσκι από τη σωστή οπτική γωνία. Όχι απλά σαν έναν ρομαντικό αισθηματία με ερωτικές ιδιαιτερότητες, που γράφει ωραίες μελωδίες και στις όπερές του ταυτίζεται (υποτίθεται) με την ηρωίδα, αλλά σαν έναν εκ των κορυφαίων συμφωνιστών του δέκατου ένατου αιώνα, ίσως και όλων των εποχών! Μόνο που το χάρισμά του αυτό απαιτεί πολλαπλές ακροάσεις, καθώς και μια γενναία δόση καλής θέλησης κι απροκατάληπτης σκέψης, για να γίνει αντιληπτό...

Δεν γνωρίζω, πάντως, αν ο φίλος μου ο Ιλάν εξακολουθεί να χρησιμοποιεί εκείνο το λεξικό. Ομολογώ ότι πολλές φορές σκέφτηκα να του κάνω δώρο ένα άλλο, π.χ., αυτό του Michael Kennedy (παρεμπιπτόντως, έχει συγγράψει και μια εξαιρετική βιογραφία του Gustav Mahler). Αν το βρω μπροστά μου σε κάποιο βιβλιοπωλείο, δύσκολα θα αντισταθώ στον πειρασμό!

Aixmi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου