Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Η τεμπέλα μοναχοκόρη

Ένα παραμύθι της Ελένης Αθανασούλη


Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που οι άνθρωποι δεν είχαν αυτοκίνητα, ούτε τηλέφωνα σταθερά και κινητά, ζούσε σ’ ένα μεγάλο χωριό ένας άρχοντας με την οικογένειά του, και το μεγάλο βιος του: χτήματα και ζώα, και πολλούς υπηρέτες κι εργάτες.

Ο άρχοντας ήταν ένας καλός άνθρωπος που αγαπούσε τη φαμίλια του, και πάσχιζε να δίνει καλές οδηγίες και συμβουλές για να μεγαλώνουν σωστά τα παιδιά του. Ο ίδιος, είχε προκόψει κι είχε αποκτήσει σπουδαίο βιος, από καλή του τύχη, αλλά κι από τη φιλοπονία και την τιμιότητά του. Ο άνθρωπος αυτός είχε και μια πανέμορφη κόρη. Ούτε τα νιάτα, ούτε η ομορφιά της όμως έδιναν χαρά στα γονικά της, γιατί η κόρη αυτή ήταν ανυπάκουη. Καμμιά συμβουλή των γονιών της δεν άκουγε και καμμιά δουλειά δεν έκανε στο σπίτι. Ούτε και γράμματα ήθελε να μάθει.

Σαν μεγάλωσε κι έγινε της παντρειάς, η αξεπέραστη ομορφιά της έγινε γνωστή σ’ όλη την περιφέρεια. Πολλά παλικάρια πήρανε το θάρρος και πήγανε να τη ζητήσουν σε γάμο. Ο πατέρας της όμως, που ήταν ένας σωστός και τίμιος άνθρωπος, δεν ήθελε να κρύψει τα ελαττώματα της κόρης του. Κι έτσι, σε κάθε νέο που εμφανιζόταν και ζητούσε να παντρευτεί την κόρη του, ο δυστυχής πατέρας δεν αρνιόταν, αλλά…

-«Με την ευχή μου, παιδί μου», έλεγε, «να την πάρεις, αλλά να ξέρεις ότι μόνος σου θα τραβήξεις όλα τα βάσανα της ζωής, γιατί η θυγατέρα μου είναι φοβερά ανυπάκουη, δύστροπη και τεμπέλα. Δεν ξέρει και δεν θέλει να κάνει τίποτε στο σπίτι. Ούτε ένα αυγό να βράσει».

Ο κάθε νέος όταν άκουγε όλα αυτά, όπου φύγει-φύγει!

Πέρασε πολύς καιρός, πέρασαν και πολλά παλικάρια που ζήτησαν σε γάμο την δύστροπη και τεμπέλα αρχοντοπούλα, αλλά κανένας δεν τολμούσε να φτάσει τελικά μέχρι το γάμο μαζί της.

Κάποτε, ένας νέος από μακρινό τόπο, περαστικός κατά τύχη από το χωριό του άρχοντα, έτυχε να ιδεί την κόρη του, που καθόταν έξω στον ήλιο και χτένιζε τα μακριά κι όμορφα μαλλιά της. Στάθηκε και θαύμασε την σπάνια ομορφιά της και ρώτησε. Κι αφού έμαθε γι’ αυτήν, χωρίς να χάσει καιρό, μια και δυο πήγε και βρήκε τον Πατέρα της.

-«Άρχοντά μου», του είπε, «είδα την κόρη σου, κι από κείνη την ώρα έχασα το μυαλό μου. Αν δεν την κάνω γυναίκα μου και μητέρα των παιδιών μου, δεν θέλω να ζήσω».

-«Χμ…», μουρμούρισε κι έσκυψε το κεφάλι ο άρχοντας. «Παιδί μου, με τιμά ο τρόπος που ζητάς την κόρη μου για γυναίκα σου, αλλά με δυσκολεύεις περισσότερο από όλους, εκείνους που πριν από σένα ήρθαν και μου τη ζήτησαν. Σ’ όλους εκείνους είχα μόνο να ειπώ, όσα έπρεπε να ξέρουν αυτοί για την κόρη μου. Τώρα πρέπει όχι μόνο να σε πληροφορήσω, αλλά και να σε παρηγορήσω»!

-Δεν σας καταλαβαίνω! Τι εννοείτε;

-Να, παιδί μου, εγώ, να ξέρεις, δεν έχω αντίρρηση να σου δώσω την συγκατάθεσή μου και να παντρευτείς την κόρη μου. Αλλά … η κόρη μου είναι φοβερά ανυπάκουη, είναι δύστροπη, είναι και τεμπέλα. Δεν ξέρει και δεν θέλει να κάνει τίποτε στο σπίτι. Ούτε ένα αυγό να βράσει.

-Δεν πειράζει. Δεν με νοιάζει. Εγώ θα τη μάθω να κάνει όλα όσα χρειάζεται.

-«Καλά παιδί μου, με την ευχή μου τότε, αλλά να θυμάσαι ότι εγώ σου είπα γι’ αυτά τα φοβερά ελαττώματά της, και δεν σου τα ’κρυψα» είπε ο άρχοντας. Κι αφού έφυγε ο γαμπρός, θα πήγαινε κι αυτός να πει στη γυναίκα και στην κόρη του τα ευχάριστα νέα!

Η κοπέλα μόλις άκουσε ότι ένας νέος την αγάπησε αμέσως μόλις την είδε και πως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτήν, και πως τη θέλει για παντοτινή σύντροφο της ζωής του, άστραψε από χαρά κι ευτυχία και αμέσως δέχτηκε αυτό το παλικάρι γι’ άντρα της!

Τόσο μεγάλος ήταν ο έρωτας του νέου για την όμορφη μοναχοκόρη του άρχοντα, και τόση η λαχτάρα του πατέρα να δει την κόρη του στο σπιτικό της, με οικογένεια, που ο γάμος έγινε αμέσως και το νιόπαντρο ζευγάρι έφυγε σε δυο μέρες για τον τόπο του νέου, για το δικό τους σπιτικό!

Στο σπίτι εκείνο, που δεν ήταν πλούσιο σαν το πατρικό της νέας, δεν υπήρχαν ούτε υπηρέτες για τις δουλειές του νοικοκυριού, ούτε εργάτες για τις δουλειές στα χτήματα. Στο σπίτι αυτό περίμενε το μονάκριβο γιο της η γριά μητέρα του παλικαριού.

-Γεια σου μάνα! είπε ο νέος.

-Καλώς τον ήλιο μου!, είπε η γερόντισσα.

-Μάνα βρήκα τη γυναίκα της ζωής μου, παντρεύτηκα και στην έφερα! Είπε ο νέος.

-Καλώς ήρθες κόρη μου, να ζήσεις, και με καλούς απογόνους να ζωντανέψεις το σπίτι μας, είπε η γερόντισσα, και τραβήχτηκε στην άκρη.

-Τι καλό θα φάμε μάνα σήμερα; είπε ο νέος.

-Φασολάδα με ελιές γιέ μου! Κι ένα ποτήρι κρασί για το καλώς ορίσατε!

Έστρωσε η γερόντισσα το τραπέζι για να φάνε. Η νύφη καθόταν και κοίταζε. Τέλειωσαν το φαγητό τους. Η νύφη καθόταν, περίμενε και κοίταζε. Σηκώθηκε η γερόντισσα «μάζεψε το τραπέζι» κι έπλυνε τα πιάτα. Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε. Η γερόντισσα έβγαλε και γλυκό του κουταλιού για το καλώς όρισες. Το ‘φαγαν. Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε. Η γερόντισσα κέρασε και τις γειτόνισσες που ήρθαν σε λίγο για τα καλορίζικα. Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε.

Τ’ απόγευμα, η γερόντισσα φρόντισε τα κατοικίδια ζώα, τις κότες την κατσίκα, το σκύλο, τη γάτα. Μάζεψε τα πλυμένα που είχε απλώσει, κι άρχισε να ετοιμάζει το φαγητό της αυριανής ημέρας. Ο γιος της, βλέπεις, σηκωνόταν πρωί –πρωί για τα χωράφια του, κι εκείνη θα ‘πρεπε να έχει έτοιμο το φαγητό για να του δώσει μαζί του. Δεν μπορεί κανείς να δουλεύει νηστικός, από το πρωί ίσαμε το βράδυ! Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε, αλλά δεν συμμετείχε σε τίποτε!

Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί ο νέος σηκώθηκε για να πάει στις δουλειές του. Η νύφη κοιμόταν. Δεν άκουσε τον άντρα της που σηκώθηκε να φύγει για τη δουλειά. Η μάνα του όμως, ξύπνησε για να τον φροντίσει. Άναψε το τζάκι, και ζέστανε ένα ποτήρι γάλα. Ετοίμασε και τον καφέ του. Η γερόντισσα έδωσε την ευχή της στο παιδί της, και σαν έφυγε εκείνος, ξάπλωσε πάλι, γιατί τα χρόνια την έκαναν να πονάει. Η νύφη ακόμη κοιμόταν. Πολλές ώρες κοιμόταν.

Σαν τέλειωσε τη δουλειά του στο χωράφι ο νέος, έφερε και έκοψε και τα ξύλα για το τζάκι, και επί τέλους μαζεύτηκε στο σπίτι του μετά τη δύση του ηλίου, όταν και το κρύο είχε αρχίσει να τσούζει.

-Γεια σας! είπε ο νέος γελαστός και με αγάπη, καθώς μπήκε, τι κάνετε;

-Καλώς τον ήλιο μου!, είπε η γερόντισσα.

-Τώρα ήρθες; Λέει η γυναίκα του, όλη μέρα ήμουν μόνη μου!

-Εγώ καλή μου πρέπει να δουλεύω για να ζήσουμε. Κι εσύ πρέπει να ομορφαίνεις τη ζωή μας. Τι καλό θα φάμε σήμερα;

-Δεν ξέρω, είπε η νύφη.

-Μπριάμ, είπε η γερόντισσα. Ήθελες κάτι άλλο παιδί μου;

-Ευχαριστώ μάνα, είπε ο νέος, όλα τα φαγητά καλά είναι άμα είναι φτιαγμένα με αγάπη.

Έστρωσε η γερόντισσα το τραπέζι για να φάνε. Η νύφη καθόταν και κοίταζε. Τέλειωσαν το φαγητό τους. Η νύφη καθόταν, περίμενε και κοίταζε. Σηκώθηκε η γερόντισσα «μάζεψε το τραπέζι» κι έπλυνε τα πιάτα. Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε.

Αφού τέλειωσε το δείπνο, μαζεύτηκαν κι οι τρεις τους γύρω από το τζάκι, για να ζεσταθούν κι άκουγαν να τριζοβολούν τα ξύλα καθώς οι λόγχες της φωτιάς τρυπούσαν τα κούτσουρα. Η θεριεμένη φωτιά ζέσταινε το σπίτι. Ο νέος περίφροντις συλλογιζόταν τον τρόπο που θα χρησιμοποιούσε για να κάνει τη γυναίκα του να καταλάβει ότι στην οικογένεια όλοι έχουν αποστολή και ρόλο. Δεν ήθελε να τη στενοχωρήσει. Ήθελε να τη βοηθήσει με ωραίο τρόπο. Ήθελε να την κερδίσει για να την έχει δίπλα του σ’ολόκληρη τη ζωή τους συντροφιά, παρηγοριά και στήριγμα. Όπως κι εκείνος θα της στεκόταν συντροφιά, παρηγοριά, ασφάλεια και στήριγμα. Στις καλές και στις κακές μέρες.

Σαν τις προηγούμενες πέρασε κι η επόμενη μέρα. Η νύφη ζούσε στον κόσμο της, τον παιδικό. Τον ανεύθυνο.

Ο νέος μετά από πολύ σκέψη, συνέλαβε -κι έβαλε σ’ εφαρμογή- το παρακάτω σχέδιο: Την επόμενη μέρα που ξύπνησε για τη δουλειά, έδωσε στη μάνα του -που σηκώθηκε για να τον φροντίσει- λίγο φαγητό και λίγο ψωμί. Για τη γυναίκα του που δεν ξύπνησε ούτε για να τον ξεπροβοδίσει, άφησε μόνο μια φέτα ψωμί. Μετά κλείδωσε όλα τα ντουλάπια, και πήρε τα κλειδιά μαζί του. Όσο αυτός έλειπε δεν μπορούσε κανείς να φάει τίποτε άλλο, εκτός από ό,τι εκείνος άφησε.

Όταν επέστρεψε το βράδυ από τη δουλειά, άνοιξε τα ντουλάπια. Έστρωσε πάλι η γερόντισσα το τραπέζι κι έφαγαν αμίλητοι λίγες μπουκιές ο καθένας, από ό,τι υπήρχε. Τέλειωσαν το φαγητό τους. Η νύφη καθόταν, περίμενε και κοίταζε. Σηκώθηκε η γερόντισσα «μάζεψε το τραπέζι» κι έπλυνε τα πιάτα. Η νύφη καθόταν περίμενε και κοίταζε. Πήγαν για ύπνο αμίλητοι.

Τα ίδια επαναλήφθηκαν την επομένη και τη μεθεπομένη.

Η νύφη πείνασε. Επαναστάτησε. Περίμενε τον άντρα της με βαθουλωμένα από την πείνα μάτια και με το στομάχι άδειο. Ήθελε να του ζητήσει το λόγο της πείνας και της εξαθλίωσης.

Με παράπονο τον ρώτησε γιατί αφήνει στη γριά περισσότερο από ό,τι αφήνει για κείνην.

-Μα η μάνα μου σηκώνεται κάθε πρωί και με φροντίζει για να ξεκινήσω τη δουλειά, ενώ εσύ κοιμάσαι! της απάντησε. Μου πλένει και τα ρούχα, φροντίζει τις κότες, την κατσίκα, το σκύλο, τη γάτα! Ενώ εσύ κάθεσαι και κοιτάς! Σ’ αυτό το σπίτι αγάπη μου, όποιος δουλεύει τρώει!

-Μπα!, τι λες; Ήταν η κατάπληκτη απάντηση της νέας.

Την άλλη μέρα το πρωί, η νύφη σηκώθηκε πριν από τον άντρα της, είπε στη γερόντισσα –άσε μάνα, θα φροντίσω εγώ τον άντρα μου, κι άναψε τη φωτιά. Ετοίμασε πρωινό για τον άντρα της, κάθισε μαζί του κι είπαν δυο κουβέντες για τη δύσκολη μέρα που ξεκίναγε και τον ξεπροβόδισε. Εκείνος, φεύγοντας, την κάλεσε κοντά του, και μ’ ένα φιλί, της εμπιστεύτηκε τα κλειδιά του σπιτιού του. Κι αυτή, σαν γύρισε μέσα, πήρε τη γερόντισσα από το χέρι, της έδωκε ένα φλιτζάνι ζεστό γάλα και την έβαλε ξανά στο κρεβάτι της να ζεσταθεί, χαϊδεύοντας το ασπρισμένο της κεφάλι. Μαγείρεψε, περιποιήθηκε και τα ζωντανά, και έφτιαξε κόκορα κρασάτο να φάει ο κουρασμένος άντρας της σαν θα γύριζε από τη δουλειά.

Όταν κάθισαν τούτη φορά στο τραπέζι, η νύφη τα είχε όλα έτοιμα. Με χάρη σέρβιρε τον άντρα της, με αγάπη πρόσφερε και στην πεθερά της, και τους έδειξε όλη της τη φροντίδα. Ενθουσιασμένος για την κρυμμένη αξιοσύνη της την καμάρωνε ο άντρας της, κι ευτυχισμένη η γερόντισσα καλοτύχιζε τα γονικά της για την κόρη τους, που σαν νεράιδα έδινε πνοή στο σπιτικό του παιδιού της τώρα που οι μέρες της ίδιας λιγόστευαν!

Κι έτσι περνούσαν οι μέρες από 'δώ και πέρα: Με συμμετοχή, με αγάπη και σεβασμό για όλα τα καλά που έλαβε η όμορφη αρχοντοπούλα.

Ο άρχοντας πατέρας της, γνωρίζοντας τι σόι κόρη είχε, ντρεπόταν να περάσει από το σπίτι του γαμπρού του να ιδεί πώς τα περνάνε και πώς τα πάνε. Πέρασε καιρός πολύς, και πεθύμησε να δει το παιδί του. Χώρια η περιέργεια που είχε. Για το ζήτημα της τεμπελιάς. Έτσι, μια μέρα τ’ αποφάσισε. Δεν κρατιόταν άλλο. Είπε: θα επισκεφτώ την κόρη μου, κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει, εγώ μια φορά δεν έκρυψα τίποτα!

Πήρε την άσπρη του φοράδα, της έβαλε το κόκκινο κιλίμι, καβαλλίκεψε και ξεκίνησε! Μετά από 2-3 ώρες δρόμο, έφτασε στο χωριό του γαμπρού του και πήγε κατευθείαν στο σπίτι του! Κατάπληκτος βλέπει την κόρη του στην αυλή του σπιτιού, να καίει το φούρνο! Η γυναίκα είχε ζυμώσει κι έπρεπε να φουρνίσει το ψωμί!

Πλησιάζει ο πατέρας της, τη χαιρετάει

- Γεια σου κόρη μου.

- Γεια σου πατέρα, απαντάει αυτή χωρίς να σταματήσει.

- Πού είναι ο άντρας σου; τη ρωτάει.

- Είναι στην αγορά- απαντάει αυτή χωρίς να σταματήσει πάλι.

- Βλέπω κόρη μου… [κάνει να πει ο πατέρας της].

- Άσε τα λόγια πατέρα, κι έλα ρίξε κάνα ξύλο στο φούρνο, γιατί σε τούτο το σπίτι όποιος δουλεύει τρώει, είπ’ εκείνη, κι ο γέροντας δακρύζοντας καταχάρηκε που είδε την κόρη του στο σωστό το δρόμο, στο δρόμο της ευθύνης και της συμμετοχής..….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου