Έχει τη δύναμη ένα τραγούδι να σκοτώσει; Το ίδιο σίγουρα όχι. Μπορεί όμως να ενθαρρύνει την αυτοκαταστροφή εξυμνώντας την ως στάση ζωής... Αναμνήσεις από μία συζήτηση με μια φίλη.
Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου
Ήταν, αν θυμάμαι καλά, αργά το απόγευμα, κάποια μέρα του χειμώνα του 2014. Η προαστιακή καφετέρια ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Καθώς απολάμβανα καφέ και χαλαρή συζήτηση με μία φίλη, χτύπησε το κινητό στο διπλανό τραπέζι. Ο ήχος του ήταν από κάποιο λαϊκό άσμα:
«Στο κάτω-κάτω της γραφήςαξίζει να καταστραφείςκαι ως το θάνατο να παςγια μια γυναίκα που αγαπάς.»
Διέκρινα αμέσως εκείνη την έκφραση πικρής ειρωνείας στο πρόσωπο της φίλης. Μου εξήγησε χωρίς καν να τη ρωτήσω:
– Σε κανέναν δεν αξίζει μια γυναίκα που θα τον άφηνε να καταστραφεί και να πεθάνει για χάρη της!
Δεν πρόλαβα να πω ότι συμφωνώ, καθώς συνέχισε:
– Τι ωραία τραγουδάκια θανάτου και καταστροφής γράφουν, τραγουδούν και εμπορεύονται οι βολεμένοι! Για να μπορούν, υπό τους ήχους τους, κάποιοι άλλοι βολεμένοι να ξεδίνουν κάνοντας τρελό κέφι με ποτά, με άνθη κι αμέτρητα «όπα»!
Της είπα πως πρόκειται απλά για ένα τραγούδι, μα εκείνη φαινόταν να έχει άποψη:
– Δεν είναι μόνο ένα τραγούδι, είναι ολόκληρη φιλοσοφία διαστροφής της Τέχνης. Δώσε στον κόσμο καταστροφή, δώσ’ του θάνατο, μα προς Θεού όχι θετικά μηνύματα! Αυτά θα τον ξενερώσουν και η Τέχνη δεν θα πουλήσει. Στο κάτω-κάτω της γραφής, όλοι θα πουν: «Ένα τραγούδι είναι. Ποιος θα το πάρει στα σοβαρά;» Σκέφτηκε όμως κανείς εκείνον που είναι στ’ αλήθεια στο χείλος του γκρεμού και του αρκεί μια λέξη για να σαλτάρει; Η επαναλαμβανόμενη προτροπή «αφανίσου» στο ρεφρέν ενός τραγουδιού είναι γι’ αυτόν αληθινό πολυβόλο που σκοτώνει και τις τελευταίες του αντιστάσεις! Όπως υπονομεύει την αυτοπροστασία το μήνυμα ότι ο έρωτας «οφείλει» να σε βλάπτει για να είναι αληθινός:
«Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό!»
Δεν θέλησα να διακόψω τον χειμαρρώδη λόγο της, που είχε αρχίσει να με απορροφά:
– Και, πέρα από τον έρωτα, για δες πώς κάποιοι «επαναστάτες» χωμένοι ως το λαιμό στο σύστημα και μόνιμα ευνοούμενοί του, προτρέπουν άδοντας τους ηλίθιους ιδεολόγους να συναντήσουν στο τέλος του ονείρου τους την καταστροφή και τον αφανισμό τους:
«Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειροκι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει!»
Πήρα ασυναίσθητα το χέρι μου από την κούπα του καφέ, που ήταν ακόμα ζεστός…
– Κι όταν αρχίσεις πια να καίγεσαι στη φωτιά, οι κήρυκες της ένδοξης αυτοπυρπόλησης φροντίζουν να σε θωρακίσουν κι από όποιον τυχόν επιχειρήσει να σε βοηθήσει να σωθείς:
«Άσε με να κάνω λάθος,μην παριστάνεις το Θεό.Δε μ’ αρέσουν οι σωτήρες,δε γουστάρω να σωθώ.Πες μου μόνο πώς περνούν τη νύχταμε δυο φίλους σ’ ένα υπόγειο σκυφτό.Η σειρήνα πάνω ουρλιάζεικαι η σύριγγα αδειάζεικαι το αίμα χύνεται ζεστό...»
Της ομολόγησα πως κι εγώ, ως δάσκαλος, βρίσκω το μήνυμα σ’ αυτό το τραγούδι εφιαλτικό. Μα εκείνη δεν έδειχνε πια να με ακούει:
– Γιατί, άραγε, η Τέχνη πρέπει να μας περνάει μέσα από την Κόλαση του Δάντη; Μήπως, τελικά, απευθύνεται όχι στους ευαίσθητους μα στους δυνατούς, εκείνους που δεν κάνουν ποτέ την Τέχνη ζωή;
Κούνησα το κεφάλι καθώς εκείνη συνέχισε:
– Κοίτα τους δημιουργούς και τους ερμηνευτές των τραγουδιών που ηρωοποιούν την αυτοκαταστροφή χάριν, υποτίθεται, του έρωτα ή άλλων υψηλών ιδανικών: Πόσοι από αυτούς πήραν κι οι ίδιοι το μήνυμα που έστειλαν; Πόσοι κάηκαν μέσα στη φωτιά που άναψε η τέχνη τους; Και – τι ειρωνεία! – ο μόνος που στ’ αλήθεια οδήγησε τον εαυτό του στην απόλυτη καταστροφή, έχοντας ζήσει μια ζωή μέσα στη φτώχεια και την εξαθλίωση – αφού αρνήθηκε πεισματικά να εκπορνεύσει εμπορικά την τέχνη του – ήταν εκείνος ο «Μπαγάσας»1 που άφησε πίσω του τα υγιέστερα τραγούδια. Εκείνα που υμνούν τη ζωή και καταδικάζουν τις πρακτικές αυτοκαταστροφής, για τις οποίες κάποιος άλλος, κλείνοντας πονηρά το μάτι στην κοινωνία, λέει με προκλητικό κυνισμό: «Άσε με να κάνω λάθος!»
Η φίλη δεν είχε πει ακόμα την τελευταία λέξη:
– Ειδικά η ροκ μουσική δεν υπήρξε πάντα «ευγενική» απέναντι σ’ εκείνους που ταυτίστηκαν μαζί της. Θα μοιραστώ μαζί σου ένα περιστατικό του οποίου έχω προσωπική γνώση. Θυμάμαι πριν πολλά χρόνια ένα νεαρό παιδί, στην τελευταία τάξη του λυκείου. Συμμαθητής της κόρης μου. Περνούσε κι αυτό τα δικά του αδιέξοδα, με οικογενειακά προβλήματα και σοβαρές δυσκολίες στην κοινωνική προσαρμογή. Ένα τραγούδι τού είχε γίνει έμμονη ιδέα, επιζητώντας να το βιώσει ως προσωπική εμπειρία:
«Στην άσφαλτο κουρσάροςμε καράβι τη μοτοσικλέτα,παντιέρα το μπουφάν το πλαστικό.Στα 18 σου έσπασες τα φρένα,ταξιδεύεις για ταξίδια άλλα. (...)Μονάχος χάραμα,χάραμα στη λεωφόροκαι περιμένεις ασθενοφόροαπό τις τρεις και δέκα σκοτωμένος...»
Συνέχισε η φίλη:
– Έπεισε τους γονείς να του αγοράσουν μια μοτοσικλέτα. Κι ένα πρωί, πολύ πρωί, με έναν φίλο στο πίσω μέρος του καθίσματος, καρφώθηκε με χίλια σε μια κολόνα στο μέσο μιας άδειας λεωφόρου. Τον έκλαψαν πολύ οι συμμαθητές του, είναι αλήθεια. Για τους γονείς, δεν έχω πληροφόρηση...
Η ώρα ήταν περασμένη όταν σηκωθήκαμε από το τραπέζι της καφετέριας. Οι λιγοστοί πελάτες που είχαν απομείνει ετοιμαζόντουσαν κι εκείνοι να φύγουν. Θα μπορούσαν, άραγε, να φανταστούν τα ταξίδια του μυαλού που είχε γεννήσει το αδιάφορο ringtone ενός κινητού τηλεφώνου που ακούστηκε σε κάποιο τραπέζι πολλή ώρα πριν;
Κάποιοι κυνικοί, βέβαια, θα πουν ότι, όποιος δεν αντέχει ας μην ακούει τραγούδια με αυτοκαταστροφικά μηνύματα. Η ζωή αυτή είναι σχεδιασμένη για τους δυνατούς, για όσους διαθέτουν αντιστάσεις. Οι άλλοι ας μείνουν κλεισμένοι με ασφάλεια στο καβούκι τους, ακούγοντας Σοπέν ή Τσαϊκόφσκι!
Προσωπικά, θα διαφωνήσω. Η Τέχνη έχει ευθύνη για τα μηνύματα που δίνει στην κοινωνία, ιδιαίτερα μάλιστα σε άτομα ψυχικά ευπαθή. Όσο γοητευτική κι αν πρόβαλλε κάποτε σε κάποιους η οργισμένη, περιθωριακή ποίηση της Κατερίνας Γώγου, είχε τη δύναμη να διαπερνά επικίνδυνα τον ψυχισμό νέων, κυρίως, ανθρώπων που εμφάνιζαν αυτοκαταστροφικές τάσεις. Ακόμα περισσότερο, όταν παρόμοιοι στίχοι συνοδεύονταν από ψυχικά επιδραστική μουσική που έκανε το μήνυμα της απόγνωσης ακόμα πιο διεισδυτικό.
Εκείνοι που τραγούδησαν στη νεολαία «άσε με να κάνω λάθος!» οφείλουν κάποτε μία συγνώμη. Έστω και τόσο αργά. Έτσι, «για την τιμή των όπλων». Ή μάλλον, για την ίδια την υστεροφημία τους...
___________________
1 Αναφέρεται, φυσικά, στον Νικόλα Άσιμο.








