Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2020
Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020
Shostakovich: Συμφωνία No. 7 ("Leningrad")
Η Συμφωνία No.7 του Dmitri Shostakovich ονομάστηκε "Συμφωνία Leningrad" διότι μεγάλο μέρος της συντέθηκε κάτω από δραματικές συνθήκες στο Leningrad (σημερινή Αγία Πετρούπολη) κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης από τον στρατό των Ναζί (1941).
Από καθαρά μουσική άποψη, δύσκολα θα την χαρακτήριζε κάποιος ως τυπική συμφωνία (με καλά καθορισμένη φόρμα), αλλά μάλλον ως συμφωνική φαντασία. Το χαρακτηριστικό εμβατήριο στο πρώτο μέρος παραπέμπει στη φόρμα ορχηστρικών παραλλαγών του Bolero του Ravel, και μάλλον από εκεί αντλεί την έμπνευσή του.
Αν και όχι κορυφαίο έργο του Σοστακόβιτς, αποτελεί μουσική μαρτυρία μιας τραγικής εποχής για την ανθρωπότητα. Ως τέτοια, η συμφωνία αυτή κατέχει μία πολύ ιδιαίτερη θέση στο συμφωνικό ρεπερτόριο!
Από καθαρά μουσική άποψη, δύσκολα θα την χαρακτήριζε κάποιος ως τυπική συμφωνία (με καλά καθορισμένη φόρμα), αλλά μάλλον ως συμφωνική φαντασία. Το χαρακτηριστικό εμβατήριο στο πρώτο μέρος παραπέμπει στη φόρμα ορχηστρικών παραλλαγών του Bolero του Ravel, και μάλλον από εκεί αντλεί την έμπνευσή του.
Αν και όχι κορυφαίο έργο του Σοστακόβιτς, αποτελεί μουσική μαρτυρία μιας τραγικής εποχής για την ανθρωπότητα. Ως τέτοια, η συμφωνία αυτή κατέχει μία πολύ ιδιαίτερη θέση στο συμφωνικό ρεπερτόριο!
Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020
Αθηναϊκοί διάλογοι
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ... ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ!
Ρωτάει το παιδί την μαθηματικό μητέρα του:
- Μαμά, τι είναι γκουρμέ γεύμα;
- Εκείνο που το κόστος του είναι ανάλογο του τετραγώνου του μεγέθους των πιάτων, και αντιστρόφως ανάλογο της τετραγωνικής ρίζας της ποσότητας που περιέχουν, παιδί μου!
- Καλά, πάμε τότε για σουβλάκια!
ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ Ο ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ... ΦΟΡΟΣ!
- Να 'ναι καλά το παλικάρι, μου ελάφρυνε τους φόρους, να ανασάνει λιγάκι και το μαγαζί!
- Το "παλικάρι" είμαι εγώ, κυρ-Γιάννη!
- Γιατί το λέτε αυτό, κύριε Μανώλη;
- Λοιπόν, άκου: Με απειλεί πως, αν δεν ακουμπήσω το 1/3 του μισθού μου σε σένα, θα μου ρίξει γερό πρόστιμο. Τώρα, λοιπόν, και το μαγαζί σου θα κάνει μεγαλύτερο τζίρο, και εκείνος θα πάρει πίσω τους φόρους που σου "χάρισε" μέσω της δικής μου αναγκαστικής κατανάλωσης!
- Τι μου λέτε, κύριε Μανώλη... Κι εγώ ο βλάκας δεν τον ψήφισα!
- Μη σκας, κυρ-Γιάννη, ομοιοπαθείς είμαστε. Εγώ τον ψήφισα!
** HAPPY NEW TAX YEAR! **
Ρωτάει το παιδί την μαθηματικό μητέρα του:
- Μαμά, τι είναι γκουρμέ γεύμα;
- Εκείνο που το κόστος του είναι ανάλογο του τετραγώνου του μεγέθους των πιάτων, και αντιστρόφως ανάλογο της τετραγωνικής ρίζας της ποσότητας που περιέχουν, παιδί μου!
- Καλά, πάμε τότε για σουβλάκια!
ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ Ο ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ... ΦΟΡΟΣ!
- Να 'ναι καλά το παλικάρι, μου ελάφρυνε τους φόρους, να ανασάνει λιγάκι και το μαγαζί!
- Το "παλικάρι" είμαι εγώ, κυρ-Γιάννη!
- Γιατί το λέτε αυτό, κύριε Μανώλη;
- Λοιπόν, άκου: Με απειλεί πως, αν δεν ακουμπήσω το 1/3 του μισθού μου σε σένα, θα μου ρίξει γερό πρόστιμο. Τώρα, λοιπόν, και το μαγαζί σου θα κάνει μεγαλύτερο τζίρο, και εκείνος θα πάρει πίσω τους φόρους που σου "χάρισε" μέσω της δικής μου αναγκαστικής κατανάλωσης!
- Τι μου λέτε, κύριε Μανώλη... Κι εγώ ο βλάκας δεν τον ψήφισα!
- Μη σκας, κυρ-Γιάννη, ομοιοπαθείς είμαστε. Εγώ τον ψήφισα!
** HAPPY NEW TAX YEAR! **
Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019
Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2019
Μουσική κρυπτογραφία και μινιμαλισμός στην «Πέμπτη Συμφωνία»
Λίγες σκέψεις για ένα μουσικό έργο που περιέχει πολύ περισσότερα από ένα δημοφιλές μουσικό μοτίβο...
Έτος Μπετόβεν το 2020, με την συμπλήρωση 250 χρόνων από την γέννηση του μεγάλου μουσικού. Έτσι, ένα μικρό μουσικολογικό αφιέρωμα είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής σε αυτόν...
Ο Τιτάνας έγραψε εννέα συμφωνίες. Πολλοί θεωρούν, ίσως όχι άδικα, ως κορυφαία την τελευταία του, την Ένατη. Ήταν αυτή, άλλωστε, που άνοιξε το δρόμο στον Σούμπερτ, τον Μπραμς, τον Μπρούκνερ, τον Βάγκνερ, τον Μάλερ, ακόμα και τον Σοστακόβιτς.
Κάποια άλλη συμφωνία του, η Πέμπτη, είναι ιδιαίτερα δημοφιλής λόγω του χαρακτηριστικού εναρκτήριου θέματός της. Ένα θέμα κατά βάση ρυθμικό (όχι μελωδικό) που θα το κωδικοποιούσαμε με την έκφραση «3-1». Δηλαδή, ένα γκρουπ από τρεις νότες (ή, αν προτιμάτε, τρία χτυπήματα) ακολουθούμενο από μία τέταρτη (ίδιας ή μεγαλύτερης διάρκειας) η οποία τονίζεται κάπως, έτσι ώστε να ξεχωρίζει από τις άλλες τρεις:
«παμ-παμ-παμ-ΠΟΜ» ή «παμ-παμ-παμ-ΠΟΟΟΜ»
Αυτό που είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσει κάποιος σε πρώτο άκουσμα είναι ότι η Πέμπτη Συμφωνία του Μπετόβεν είναι ένα αριστούργημα μινιμαλιστικής κυκλικής γραφής! Θα τολμούσα να πω, μία σχεδόν μονοθεματική συμφωνία όπου το θέμα, δίκην έμμονης ιδέας (για να θυμηθούμε τον Μπερλιόζ) επαναλαμβάνεται σε όλη την έκταση του έργου. «Μα, όχι», ίσως πει ο αναγνώστης, «το θέμα ακούγεται μόνο στο πρώτο μέρος και – κάπως παραλλαγμένο – στο σκέρτσο, πριν το φινάλε!»
Απαιτούνται πολλές, πάρα πολλές ακροάσεις της «Πέμπτης» για να εντοπίσει κανείς όλες τις παρουσίες αυτού του δαιμονικού «3-1» θέματος, που εμφανίζεται με όλες τις δυνατές του μεταμφιέσεις σε κάθε μέρος, σε κάθε απόσπασμα της φοβερής συμφωνίας. Ακόμα κι εκεί, όμως, που δεν ακούγεται στην κυριολεξία, ο ακροατής το «ακούει» ως αφαίρεση, προβάλλοντάς το ο ίδιος, σχεδόν ασυνείδητα, μέσα από το περιρρέον ορχηστρικό περιβάλλον.
Πολλοί μουσικολόγοι έχουν αμφισβητήσει αυτή την σχεδόν μεταφυσική διάσταση της Πέμπτης Συμφωνίας του Μπετόβεν, με τον ισχυρισμό ότι το βασικό ρυθμικό θέμα της είναι μάλλον κοινότοπο και ακούγεται σε πολλά μουσικά έργα (αναφέρω, ενδεικτικά, το γνωστό γαμήλιο εμβατήριο του Μέντελσον, την Τέταρτη Συμφωνία του Τσαϊκόφσκι, καθώς και την Πέμπτη Συμφωνία του Μάλερ). Προσωπικά πιστεύω ότι οι αναλυτές διστάζουν κατά βάθος να αναγνωρίσουν μία πολύ ιδιαίτερη αρετή σε κάποιο έργο του Μπετόβεν, η οποία θα έδινε στο έργο αυτό ένα μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με την ιερή Ένατη Συμφωνία!
Με την μινιμαλιστική γραφή του στην Πέμπτη Συμφωνία, ο Μπετόβεν διδάσκει την τέχνη της μουσικής κρυπτογραφίας. Άνοιξε έτσι τον δρόμο για τις θεματικές μεταμορφώσεις του Λιστ, του Βάγκνερ (τα περίφημα Leitmotiv), του Φρανκ, του Τσαϊκόφσκι, του Στράους (του Ρίχαρντ, φυσικά), ακόμα και του Ραχμάνινοφ.
Η περίπτωση του Τσαϊκόφσκι αξίζει ιδιαίτερη προσοχή. Χτίζει την όπερα «Ντάμα Πίκα» πάνω σε τρία μόλις βασικά θέματα (Leitmotiv), τα οποία όμως μετασχηματίζονται κατά τρόπο ιδιοφυή κατά τη διάρκεια του έργου, σε αντιστοιχία με τον μετασχηματισμό των χαρακτήρων του δράματος (το φινάλε της δεύτερης πράξης είναι ένας μουσικός χαρακτηρισμός της διχασμένης προσωπικότητας). Από μία διαφορετική άποψη, η μουσική κρυπτογραφία ήταν υπαρξιακή ανάγκη για τον Τσαϊκόφσκι, αφού μόνο μέσω των κωδικοποιημένων μηνυμάτων που πρόσφερε μπορούσε ο συνθέτης να εκφράσει ελεύθερα πτυχές της προσωπικότητάς του με τις οποίες δεν ήταν συμφιλιωμένος (και, κατά μία εκδοχή, οδήγησαν στην αυτοκτονία του).
Σημειώνουμε, τέλος, ότι ο μινιμαλισμός του Μπετόβεν στην «Πέμπτη» βασίζεται σε συνεχή μετασχηματισμό μίας πολύ απλής θεμελιώδους ιδέας, και κατά τούτο διαφέρει από τον επαναληπτικό μινιμαλισμό που αναπτύχθηκε κατά τον εικοστό αιώνα (βλ., π.χ., https://www.academia.edu/3490009/REPETITIVE_MINIMALISM_A_HISTORICAL_STYLE_OR_A_PERSPECTIVE_IN_MUSIC). Είναι, θα λέγαμε, μία εμμονική αναζήτηση ψυχικής λύτρωσης που δεν βρίσκει δικαίωση παρά μόνο στις τελευταίες νότες του θριαμβευτικού φινάλε της συμφωνίας.
Χωρίς, λοιπόν, να αμφισβητούμε κατ' ελάχιστον την σημασία της Ένατης Συμφωνίας του Μπετόβεν για την μετέπειτα εξέλιξη της Μουσικής, πιστεύουμε ότι η Πέμπτη Συμφωνία αξίζει να εκτιμηθεί περισσότερο για την επαναστατική πρωτοτυπία της και λιγότερο για την αναμφισβήτητη δημοφιλία της. Ή, τουλάχιστον, όχι απλά και μόνο γι' αυτήν...
Aixmi.gr - ΤΟ ΒΗΜΑ
Έτος Μπετόβεν το 2020, με την συμπλήρωση 250 χρόνων από την γέννηση του μεγάλου μουσικού. Έτσι, ένα μικρό μουσικολογικό αφιέρωμα είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής σε αυτόν...
Ο Τιτάνας έγραψε εννέα συμφωνίες. Πολλοί θεωρούν, ίσως όχι άδικα, ως κορυφαία την τελευταία του, την Ένατη. Ήταν αυτή, άλλωστε, που άνοιξε το δρόμο στον Σούμπερτ, τον Μπραμς, τον Μπρούκνερ, τον Βάγκνερ, τον Μάλερ, ακόμα και τον Σοστακόβιτς.
Κάποια άλλη συμφωνία του, η Πέμπτη, είναι ιδιαίτερα δημοφιλής λόγω του χαρακτηριστικού εναρκτήριου θέματός της. Ένα θέμα κατά βάση ρυθμικό (όχι μελωδικό) που θα το κωδικοποιούσαμε με την έκφραση «3-1». Δηλαδή, ένα γκρουπ από τρεις νότες (ή, αν προτιμάτε, τρία χτυπήματα) ακολουθούμενο από μία τέταρτη (ίδιας ή μεγαλύτερης διάρκειας) η οποία τονίζεται κάπως, έτσι ώστε να ξεχωρίζει από τις άλλες τρεις:
«παμ-παμ-παμ-ΠΟΜ» ή «παμ-παμ-παμ-ΠΟΟΟΜ»
Αυτό που είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσει κάποιος σε πρώτο άκουσμα είναι ότι η Πέμπτη Συμφωνία του Μπετόβεν είναι ένα αριστούργημα μινιμαλιστικής κυκλικής γραφής! Θα τολμούσα να πω, μία σχεδόν μονοθεματική συμφωνία όπου το θέμα, δίκην έμμονης ιδέας (για να θυμηθούμε τον Μπερλιόζ) επαναλαμβάνεται σε όλη την έκταση του έργου. «Μα, όχι», ίσως πει ο αναγνώστης, «το θέμα ακούγεται μόνο στο πρώτο μέρος και – κάπως παραλλαγμένο – στο σκέρτσο, πριν το φινάλε!»
Απαιτούνται πολλές, πάρα πολλές ακροάσεις της «Πέμπτης» για να εντοπίσει κανείς όλες τις παρουσίες αυτού του δαιμονικού «3-1» θέματος, που εμφανίζεται με όλες τις δυνατές του μεταμφιέσεις σε κάθε μέρος, σε κάθε απόσπασμα της φοβερής συμφωνίας. Ακόμα κι εκεί, όμως, που δεν ακούγεται στην κυριολεξία, ο ακροατής το «ακούει» ως αφαίρεση, προβάλλοντάς το ο ίδιος, σχεδόν ασυνείδητα, μέσα από το περιρρέον ορχηστρικό περιβάλλον.
Πολλοί μουσικολόγοι έχουν αμφισβητήσει αυτή την σχεδόν μεταφυσική διάσταση της Πέμπτης Συμφωνίας του Μπετόβεν, με τον ισχυρισμό ότι το βασικό ρυθμικό θέμα της είναι μάλλον κοινότοπο και ακούγεται σε πολλά μουσικά έργα (αναφέρω, ενδεικτικά, το γνωστό γαμήλιο εμβατήριο του Μέντελσον, την Τέταρτη Συμφωνία του Τσαϊκόφσκι, καθώς και την Πέμπτη Συμφωνία του Μάλερ). Προσωπικά πιστεύω ότι οι αναλυτές διστάζουν κατά βάθος να αναγνωρίσουν μία πολύ ιδιαίτερη αρετή σε κάποιο έργο του Μπετόβεν, η οποία θα έδινε στο έργο αυτό ένα μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με την ιερή Ένατη Συμφωνία!
Με την μινιμαλιστική γραφή του στην Πέμπτη Συμφωνία, ο Μπετόβεν διδάσκει την τέχνη της μουσικής κρυπτογραφίας. Άνοιξε έτσι τον δρόμο για τις θεματικές μεταμορφώσεις του Λιστ, του Βάγκνερ (τα περίφημα Leitmotiv), του Φρανκ, του Τσαϊκόφσκι, του Στράους (του Ρίχαρντ, φυσικά), ακόμα και του Ραχμάνινοφ.
Η περίπτωση του Τσαϊκόφσκι αξίζει ιδιαίτερη προσοχή. Χτίζει την όπερα «Ντάμα Πίκα» πάνω σε τρία μόλις βασικά θέματα (Leitmotiv), τα οποία όμως μετασχηματίζονται κατά τρόπο ιδιοφυή κατά τη διάρκεια του έργου, σε αντιστοιχία με τον μετασχηματισμό των χαρακτήρων του δράματος (το φινάλε της δεύτερης πράξης είναι ένας μουσικός χαρακτηρισμός της διχασμένης προσωπικότητας). Από μία διαφορετική άποψη, η μουσική κρυπτογραφία ήταν υπαρξιακή ανάγκη για τον Τσαϊκόφσκι, αφού μόνο μέσω των κωδικοποιημένων μηνυμάτων που πρόσφερε μπορούσε ο συνθέτης να εκφράσει ελεύθερα πτυχές της προσωπικότητάς του με τις οποίες δεν ήταν συμφιλιωμένος (και, κατά μία εκδοχή, οδήγησαν στην αυτοκτονία του).
Σημειώνουμε, τέλος, ότι ο μινιμαλισμός του Μπετόβεν στην «Πέμπτη» βασίζεται σε συνεχή μετασχηματισμό μίας πολύ απλής θεμελιώδους ιδέας, και κατά τούτο διαφέρει από τον επαναληπτικό μινιμαλισμό που αναπτύχθηκε κατά τον εικοστό αιώνα (βλ., π.χ., https://www.academia.edu/3490009/REPETITIVE_MINIMALISM_A_HISTORICAL_STYLE_OR_A_PERSPECTIVE_IN_MUSIC). Είναι, θα λέγαμε, μία εμμονική αναζήτηση ψυχικής λύτρωσης που δεν βρίσκει δικαίωση παρά μόνο στις τελευταίες νότες του θριαμβευτικού φινάλε της συμφωνίας.
Χωρίς, λοιπόν, να αμφισβητούμε κατ' ελάχιστον την σημασία της Ένατης Συμφωνίας του Μπετόβεν για την μετέπειτα εξέλιξη της Μουσικής, πιστεύουμε ότι η Πέμπτη Συμφωνία αξίζει να εκτιμηθεί περισσότερο για την επαναστατική πρωτοτυπία της και λιγότερο για την αναμφισβήτητη δημοφιλία της. Ή, τουλάχιστον, όχι απλά και μόνο γι' αυτήν...
Aixmi.gr - ΤΟ ΒΗΜΑ
Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2019
Ο ρατσισμός της εικόνας (και ο ρόλος της τηλεόρασης)
Υπάρχει μία μορφή ρατσισμού την οποία είτε δεν μπορούμε, είτε δεν θέλουμε να αντιληφθούμε όταν δεν μας στοχεύει. Από άτομα που εκπροσωπούν την "κουλτούρα" του διαπράχθηκε πρόσφατα μία μέγιστη απρέπεια στα media...
Υπάρχει μία μορφή ρατσισμού που την βιώνουμε ολόγυρά μας καθημερινά, προσπερνώντας την αδιάφορα όταν δεν μας στοχεύει. Αυτοί που τον υφίστανται δεν είναι καν απαραίτητο να έχουν φτάσει στη χώρα διαβαίνοντας τα σύνορά της, πράγμα που ίσως εξηγεί γιατί το μαρτύριό τους ελάχιστα συγκινεί και διεγείρει τα ανθρωπιστικά ανακλαστικά της πλειοψηφίας των κατά δήλωση αντιρατσιστών…
Η σκηνή στην κεντρική πλατεία μεγάλου δήμου της Αττικής. Μία γυναίκα τρέχει να προλάβει στη στάση το ακριβοθώρητο λεωφορείο της περιοχής. Στο παγκάκι της στάσης κάθεται μια παρέα νεαρών, πάνω-κάτω σε ηλικία τρίτης λυκείου. Ξάφνου, ένα πόδι απλώνεται από το παγκάκι. Η γυναίκα σκοντάφτει πάνω του και πέφτει, ενώ την ίδια στιγμή η παρέα ξεσπά σε γέλια και επευφημίες γι’ αυτόν που είχε την φαεινή ιδέα. Η γυναίκα σηκώνεται, μαζεύει ντροπιασμένη τα κομμάτια της και μπαίνει αμίλητη στο λεωφορείο, δευτερόλεπτα πριν κλείσει η πόρτα. Είναι φανερό ότι έχει προ πολλού συμβιβαστεί με την ιδέα πως ανήκει σε κατώτερη «ράτσα». Και δέχεται τις τρικλοποδιές με την ίδια στωικότητα που οι Εβραίοι δέχονταν κάποτε το αστέρι στο πανωφόρι τους…
Λεπτομέρεια: Η γυναίκα δεν ανήκε στους ευνοημένους της Φύσης, αυτούς που θα χαρακτηρίζονταν «ευειδείς». Ήταν αρκετά ευτραφής και τα χαρακτηριστικά της δεν είχαν, γενικά, τίποτα το «ελκυστικό» με βάση τις επιταγές του σύγχρονου σταρ-σύστεμ. Ήταν πλασμένη, θαρρείς, μόνο και μόνο για να πιστοποιεί τον θρίαμβο των εκλεκτών της Φύσης πάνω στους αδικημένους. Θα έλεγα, ήταν το ιδανικό αντι-κάτοπτρο για τον υπερχειλίζοντα ναρκισσισμό της απάνθρωπης εποχής μας…
Το περιστατικό δεν είναι μεμονωμένο. Ανάλογα συμβαίνουν καθημερινά στην Αθήνα (για να περιοριστώ στην πόλη μου). Και όλα, σχεδόν, έχουν ως αυτουργούς νέους ανθρώπους. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα, ίσως κατεβαίνουν και στους δρόμους συμμετέχοντας σε συλλαλητήρια κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, αγνοώντας προφανώς ότι ξένος είναι καθένας που βιώνει την αρνητική διάκριση και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Περάσει ή δεν περάσει τα σύνορα της χρεοκοπημένης χώρας...
Μία νέα γενιά, λοιπόν, αναδύεται φέροντας μέσα της τον σπόρο του φασισμού της εικόνας, έτσι όπως η τελευταία επιβάλλεται από τα κέντρα του διεθνούς image making. Και όσοι δεν είναι προικισμένοι με τις ιδιότητες που απαιτούν τα στερεότυπα, οφείλουν να υποβάλλονται σε πόνους και έξοδα ώστε να υπερνικήσουν, κατά το δυνατόν, την ίδια τη βούληση της Φύσης. Ζωή παρά φύσιν, κατά μία έννοια!
Καμία προοδευτική πολιτική δύναμη, καμία ευαίσθητη ανθρωπιστική οργάνωση, κανένα αντιρατσιστικό κίνημα, δεν ασχολήθηκαν ποτέ με αυτό το είδος κοινωνικού ρατσισμού. Και κανείς από αυτούς δεν ανησύχησε για τις αναδυόμενες νοοτροπίες και συμπεριφορές μίας πολύ σκληρής νέας γενιάς σε ό,τι αφορά την αισθητική διαφορετικότητα ή – ακόμα χειρότερα – την φυσική αδυναμία. Στο Τρίτο Ράιχ, θυμίζουμε, αυτές ήταν ιδιότητες που επέσυραν την ποινή του θανάτου!
Από την παγίδα της εικόνας δεν ξέφυγε ούτε η πολιτική. Βλέπουμε πολιτικά κόμματα και δημοτικές παρατάξεις να εμπιστεύονται θέσεις ευθύνης σε πρόσωπα αμφίβολου πολιτικού και κοινωνικού ήθους, με μοναδικό κριτήριο την δημοφιλία τους στο τηλεοπτικό, κυρίως, κοινό. Το πρόσφατο θλιβερό συμβάν που οδήγησε σε μία ηχηρή παραίτηση στον δήμο της Αθήνας έχει ήδη συζητηθεί τόσο πολύ ώστε είναι περιττό να το σχολιάσουμε περαιτέρω. Θα σταθώ, όμως, σε ένα σημείο της υπόθεσης το οποίο αναδεικνύει a posteriori την λανθασμένη επιλογή που έκανε ένας κατά τα άλλα εξαίρετος και πολλά υποσχόμενος νέος τοπικός άρχοντας.
Το πρόσωπο στο οποίο ανατέθηκε η ευθύνη του πολιτιστικού τομέα του μεγαλύτερου δήμου της χώρας προέρχεται από τον χώρο της τηλεόρασης. Και, δυστυχώς, εκπροσωπεί εμφατικά μία κουλτούρα η οποία ελάχιστη ευαισθησία επιδεικνύει (το λέω αρκούντως κομψά...) για ανθρώπινες αδυναμίες που αφορούν το ευειδές της φυσικής παρουσίας ή τις αντοχές που παίρνει μαζί της η νεότητα που φεύγει.
Θεοποίηση «γραμμωτών» και «κοιλιακών»... Χλευασμός για μαλλιά και πόντους που λείπουν, ή κιλά που περισσεύουν... Περιφρόνηση (έως και γελοιοποίηση) για εκείνους που τους πήραν τα χρόνια και δεν διαθέτουν πια το κουράγιο που απαιτεί μία «ολονυκτία»... Ο άνθρωπος που «φορά τις πυτζάμες στο σπίτι» (sic) στέλνεται στα κρεματόρια της ζωής. Τόπο στους «άριους» εκλεκτούς των media!
Η απρέπεια του τρανταχτού γέλιου και της «πλακίτσας» για έναν κατ' ουσίαν βιασμό είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Κάτω από αυτήν κρύβεται ολόκληρη η φιλοσοφία μιας γενικότερης τάσης ευτελισμού της ανθρώπινης αδυναμίας στον χώρο της σημερινής τηλεόρασης. Και θα πρέπει να εξετάσουμε προσεκτικά κατά πόσον σε εκείνους που έχουν συμβάλει στην διαμόρφωση και τη συντήρηση αυτής της τάσης αναλογούν δημόσια αξιώματα που αφορούν τον ίδιο τον πολιτισμό!
Ο ρατσισμός έχει πολλά πρόσωπα. Κάποια, όμως, είναι περισσότερο προβεβλημένα από άλλα. Γι' αυτά τα άλλα, λιγότερο αναγνωρίσιμα πρόσωπα του ρατσισμού θα πρέπει κάποτε να μιλήσουμε ανοιχτά, να ανιχνεύσουμε τα αίτια και τις πηγές τους και να εντοπίσουμε τους κοινωνικούς παράγοντες που, συνειδητά ή όχι, συμβάλλουν στη συντήρηση και τη διάδοσή τους.
Κυρίως, θα πρέπει να πάψουμε να είμαστε επιλεκτικά ευαίσθητοι απέναντι στην υποτίμηση του διαφορετικού, παραβλέποντας διαφορετικότητες που ορίζονται ως τέτοιες όχι σύμφωνα με ανθρώπινες αξίες αλλά με βάση τα προστάγματα ιδιοτελών κατασκευαστών ειδώλων. Αλλιώς, το να δηλώνουμε γενικώς «αντιρατσιστές» συνιστά εμπαιγμό προς την ίδια την έννοια που επικαλούμαστε...
Aixmi.gr
Υπάρχει μία μορφή ρατσισμού που την βιώνουμε ολόγυρά μας καθημερινά, προσπερνώντας την αδιάφορα όταν δεν μας στοχεύει. Αυτοί που τον υφίστανται δεν είναι καν απαραίτητο να έχουν φτάσει στη χώρα διαβαίνοντας τα σύνορά της, πράγμα που ίσως εξηγεί γιατί το μαρτύριό τους ελάχιστα συγκινεί και διεγείρει τα ανθρωπιστικά ανακλαστικά της πλειοψηφίας των κατά δήλωση αντιρατσιστών…
Η σκηνή στην κεντρική πλατεία μεγάλου δήμου της Αττικής. Μία γυναίκα τρέχει να προλάβει στη στάση το ακριβοθώρητο λεωφορείο της περιοχής. Στο παγκάκι της στάσης κάθεται μια παρέα νεαρών, πάνω-κάτω σε ηλικία τρίτης λυκείου. Ξάφνου, ένα πόδι απλώνεται από το παγκάκι. Η γυναίκα σκοντάφτει πάνω του και πέφτει, ενώ την ίδια στιγμή η παρέα ξεσπά σε γέλια και επευφημίες γι’ αυτόν που είχε την φαεινή ιδέα. Η γυναίκα σηκώνεται, μαζεύει ντροπιασμένη τα κομμάτια της και μπαίνει αμίλητη στο λεωφορείο, δευτερόλεπτα πριν κλείσει η πόρτα. Είναι φανερό ότι έχει προ πολλού συμβιβαστεί με την ιδέα πως ανήκει σε κατώτερη «ράτσα». Και δέχεται τις τρικλοποδιές με την ίδια στωικότητα που οι Εβραίοι δέχονταν κάποτε το αστέρι στο πανωφόρι τους…
Λεπτομέρεια: Η γυναίκα δεν ανήκε στους ευνοημένους της Φύσης, αυτούς που θα χαρακτηρίζονταν «ευειδείς». Ήταν αρκετά ευτραφής και τα χαρακτηριστικά της δεν είχαν, γενικά, τίποτα το «ελκυστικό» με βάση τις επιταγές του σύγχρονου σταρ-σύστεμ. Ήταν πλασμένη, θαρρείς, μόνο και μόνο για να πιστοποιεί τον θρίαμβο των εκλεκτών της Φύσης πάνω στους αδικημένους. Θα έλεγα, ήταν το ιδανικό αντι-κάτοπτρο για τον υπερχειλίζοντα ναρκισσισμό της απάνθρωπης εποχής μας…
Το περιστατικό δεν είναι μεμονωμένο. Ανάλογα συμβαίνουν καθημερινά στην Αθήνα (για να περιοριστώ στην πόλη μου). Και όλα, σχεδόν, έχουν ως αυτουργούς νέους ανθρώπους. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα, ίσως κατεβαίνουν και στους δρόμους συμμετέχοντας σε συλλαλητήρια κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, αγνοώντας προφανώς ότι ξένος είναι καθένας που βιώνει την αρνητική διάκριση και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Περάσει ή δεν περάσει τα σύνορα της χρεοκοπημένης χώρας...
Μία νέα γενιά, λοιπόν, αναδύεται φέροντας μέσα της τον σπόρο του φασισμού της εικόνας, έτσι όπως η τελευταία επιβάλλεται από τα κέντρα του διεθνούς image making. Και όσοι δεν είναι προικισμένοι με τις ιδιότητες που απαιτούν τα στερεότυπα, οφείλουν να υποβάλλονται σε πόνους και έξοδα ώστε να υπερνικήσουν, κατά το δυνατόν, την ίδια τη βούληση της Φύσης. Ζωή παρά φύσιν, κατά μία έννοια!
Καμία προοδευτική πολιτική δύναμη, καμία ευαίσθητη ανθρωπιστική οργάνωση, κανένα αντιρατσιστικό κίνημα, δεν ασχολήθηκαν ποτέ με αυτό το είδος κοινωνικού ρατσισμού. Και κανείς από αυτούς δεν ανησύχησε για τις αναδυόμενες νοοτροπίες και συμπεριφορές μίας πολύ σκληρής νέας γενιάς σε ό,τι αφορά την αισθητική διαφορετικότητα ή – ακόμα χειρότερα – την φυσική αδυναμία. Στο Τρίτο Ράιχ, θυμίζουμε, αυτές ήταν ιδιότητες που επέσυραν την ποινή του θανάτου!
Από την παγίδα της εικόνας δεν ξέφυγε ούτε η πολιτική. Βλέπουμε πολιτικά κόμματα και δημοτικές παρατάξεις να εμπιστεύονται θέσεις ευθύνης σε πρόσωπα αμφίβολου πολιτικού και κοινωνικού ήθους, με μοναδικό κριτήριο την δημοφιλία τους στο τηλεοπτικό, κυρίως, κοινό. Το πρόσφατο θλιβερό συμβάν που οδήγησε σε μία ηχηρή παραίτηση στον δήμο της Αθήνας έχει ήδη συζητηθεί τόσο πολύ ώστε είναι περιττό να το σχολιάσουμε περαιτέρω. Θα σταθώ, όμως, σε ένα σημείο της υπόθεσης το οποίο αναδεικνύει a posteriori την λανθασμένη επιλογή που έκανε ένας κατά τα άλλα εξαίρετος και πολλά υποσχόμενος νέος τοπικός άρχοντας.
Το πρόσωπο στο οποίο ανατέθηκε η ευθύνη του πολιτιστικού τομέα του μεγαλύτερου δήμου της χώρας προέρχεται από τον χώρο της τηλεόρασης. Και, δυστυχώς, εκπροσωπεί εμφατικά μία κουλτούρα η οποία ελάχιστη ευαισθησία επιδεικνύει (το λέω αρκούντως κομψά...) για ανθρώπινες αδυναμίες που αφορούν το ευειδές της φυσικής παρουσίας ή τις αντοχές που παίρνει μαζί της η νεότητα που φεύγει.
Θεοποίηση «γραμμωτών» και «κοιλιακών»... Χλευασμός για μαλλιά και πόντους που λείπουν, ή κιλά που περισσεύουν... Περιφρόνηση (έως και γελοιοποίηση) για εκείνους που τους πήραν τα χρόνια και δεν διαθέτουν πια το κουράγιο που απαιτεί μία «ολονυκτία»... Ο άνθρωπος που «φορά τις πυτζάμες στο σπίτι» (sic) στέλνεται στα κρεματόρια της ζωής. Τόπο στους «άριους» εκλεκτούς των media!
Η απρέπεια του τρανταχτού γέλιου και της «πλακίτσας» για έναν κατ' ουσίαν βιασμό είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Κάτω από αυτήν κρύβεται ολόκληρη η φιλοσοφία μιας γενικότερης τάσης ευτελισμού της ανθρώπινης αδυναμίας στον χώρο της σημερινής τηλεόρασης. Και θα πρέπει να εξετάσουμε προσεκτικά κατά πόσον σε εκείνους που έχουν συμβάλει στην διαμόρφωση και τη συντήρηση αυτής της τάσης αναλογούν δημόσια αξιώματα που αφορούν τον ίδιο τον πολιτισμό!
Ο ρατσισμός έχει πολλά πρόσωπα. Κάποια, όμως, είναι περισσότερο προβεβλημένα από άλλα. Γι' αυτά τα άλλα, λιγότερο αναγνωρίσιμα πρόσωπα του ρατσισμού θα πρέπει κάποτε να μιλήσουμε ανοιχτά, να ανιχνεύσουμε τα αίτια και τις πηγές τους και να εντοπίσουμε τους κοινωνικούς παράγοντες που, συνειδητά ή όχι, συμβάλλουν στη συντήρηση και τη διάδοσή τους.
Κυρίως, θα πρέπει να πάψουμε να είμαστε επιλεκτικά ευαίσθητοι απέναντι στην υποτίμηση του διαφορετικού, παραβλέποντας διαφορετικότητες που ορίζονται ως τέτοιες όχι σύμφωνα με ανθρώπινες αξίες αλλά με βάση τα προστάγματα ιδιοτελών κατασκευαστών ειδώλων. Αλλιώς, το να δηλώνουμε γενικώς «αντιρατσιστές» συνιστά εμπαιγμό προς την ίδια την έννοια που επικαλούμαστε...
Aixmi.gr
Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019
Η θέση μας για την υπόθεση "Κατερίνα Γκαγκάκη"
Πολλοί αυτόκλητοι συνήγοροι έσπευσαν να υπερασπιστούν την Κατερίνα Γκαγκάκη. Όλοι μιλούν για το "ήθος της" και το "άμεμπτο παρελθόν της" ως τη στιγμή που έκανε κι αυτή, σαν άνθρωπος, το "ένα λαθάκι που δικαιούταν!"
Υπάρχει, όμως, και μία άλλη όψη του ζητήματος, την οποία δεν είναι εύκολο να παραβλέψουμε...
Σ' αυτή τη χώρα αντιλαμβανόμαστε τις έννοιες όπως μας βολεύει. Ας πούμε, "ρατσιστής" είναι μόνο εκείνος που εκφράζει προβληματισμό για την εκρηκτική αύξηση του μεταναστευτικού. Δεν είναι όμως, π.χ., κάποιος ή κάποια που εκπροσωπεί μία κουλτούρα η οποία χλευάζει δημόσια τα φυσικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων, όταν αυτά δεν ταιριάζουν στα πρότυπα "Ντάνος" ή "Σπαλιάρας". Ή, ακόμα χειρότερα, μιλά με περιφρόνηση για εκείνους που τους πήραν κάπως τα χρόνια και δεν διαθέτουν πια τα κουράγια και τη ζωντάνια που έχει το ευκαιριακό "τεκνό"...
Η χυδαιότητα του τρανταχτού γέλιου και η αισχρότητα της "πλακίτσας" για έναν κατ' ουσίαν βιασμό είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Πίσω από αυτά κρύβεται ολόκληρη η υποποιότητα της σημερινής ιδιωτικής τηλεόρασης. Και, σε εκείνους που έχουν συμβάλει σε αυτή την υποποιότητα δεν μπορεί και δεν πρέπει να ανατίθενται δημόσια αξιώματα, ιδιαίτερα αν αυτά αφορούν τον ίδιο τον πολιτισμό.
Από αυτή την άποψη, ο Κώστας Μπακογιάννης έκανε μία λανθασμένη επιλογή, ίσως και επηρεασμένος ως ένα βαθμό από το στενό του περιβάλλον. Συνεχίζουμε, εν τούτοις, να τον εκτιμούμε γιατί πιστεύουμε στο ήθος του και την ειλικρίνεια των προθέσεών του.
Όμως, ας γίνει σε όλους μάθημα η θλιβερή αυτή ιστορία...
Διαβάστε σχετικά:
Το ιστορικό της υπόθεσης
Η παραίτηση
Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019
Η δύση μιας ζωής στο ελληνικό Ναραγιάμα…
Στην υπέροχη ταινία τού Σοχέι Ιμαμούρα, «Η μπαλάντα του Ναραγιάμα» (1983), οι ηλικιωμένοι κάτοικοι ενός φτωχού ιαπωνικού χωριού τον προ-περασμένο αιώνα οδηγούνται κατά παράδοση σε ένα κοντινό βουνό (Ναραγιάμα) για να περάσουν τις τελευταίες μέρες της ζωής τους, έτσι ώστε να μην επιβαρύνουν, λόγω της ανημπόριας τους, τα παιδιά τους που αγωνίζονται να επιβιώσουν.
Η ιδέα ακούγεται τρομαχτική στα αυτιά μίας σύγχρονης πολιτισμένης κοινωνίας. Ακόμα και σε αυτή την «πολιτισμικά καθυστερημένη» Ελλάδα, τέτοιο βουνό σίγουρα δεν υπάρχει – και μακριά από εμάς τέτοιες απάνθρωπες καταστάσεις! Ή μήπως υπάρχει;
Το κείμενο που ακολουθεί μεταφέρει αυτούσια την εμπειρία αναγνώστη, της οποίας εμπειρίας υπήρξα και προσωπικός μάρτυς έτσι ώστε να ομιλώ «μετά λόγου γνώσεως». Δεν επιχειρεί (το κείμενο) ηθική αξιολόγηση της καταφυγής στον «Ναραγιάμα» – ιδιαίτερα αν αυτή είναι η μόνη, δυστυχώς, λύση που απομένει – αλλά ζητά να φέρει στο φως κάποιες όχι και τόσο φανερές πτυχές της λειτουργίας ενός συστήματος που διαφημιστικά προβάλλεται με συγκινητικές εικόνες αγάπης και φροντίδας, συνοδευόμενες από λόγια γεμάτα συμπόνια και ανθρωπιά...
Η μητέρα του αναγνώστη πλησίαζε τα ενενήντα. Ήταν σχετικά καλά στην υγεία της για την ηλικία της, και διατηρούσε απόλυτη πνευματική διαύγεια. Είχε όμως αρχίσει να εμφανίζει σοβαρά κινητικά προβλήματα λόγω μυϊκής αδυναμίας στα κάτω άκρα, σε βαθμό που να μη μπορεί πλέον να περπατά και, γενικά, να αυτο-εξυπηρετείται χωρίς υποβοήθηση.
Αρχικά, ο αναγνώστης κατέφυγε στη λύση αλλοδαπών οικιακών βοηθών. Και, επί τέσσερα χρόνια «παρέλασαν» από το σπίτι της μητέρας του άτομα κάθε είδους και κάθε ηθικού αναστήματος (μεταξύ αυτών, μία εκδιδόμενη που ασκούσε το «επάγγελμα» κατά τις πολύωρες απουσίες της «για τα ψώνια του σπιτιού», ενώ τις νύχτες έμπαζε στο σπίτι τον προαγωγό της!). Μία τελευταία περίπτωση φάνηκε «λαχείο», αφού επρόκειτο για κάποια γυναίκα που έδειχνε ζήλο για τη δουλειά της και φερόταν σχετικά ανθρώπινα στην ηλικιωμένη. Όταν, όμως, συγκέντρωσε το ποσό που της χρειαζόταν, δήλωσε ξαφνικά ότι θα έπρεπε να γυρίσει στην πατρίδα της «για οικογενειακούς λόγους» (η συνήθης δικαιολογία σε αυτές τις περιπτώσεις).
Μη έχοντας πλέον άλλη λύση, και με βαριά καρδιά και αίσθημα υπέρμετρης ενοχής, ο αναγνώστης αποφάσισε να στραφεί στη λύση μίας κοντινής μονάδας φροντίδας ηλικιωμένων (ΜΦΗ, για συντομία). Είχε καλό όνομα στην περιοχή, και κάποιες προγενέστερες εμπειρίες του αναγνώστη συνηγορούσαν σε αυτό. Η μητέρα του – μία αξιοπρεπέστατη αρχοντογυναίκα – συνεργάστηκε απόλυτα καθώς δεν ήθελε να επιβαρύνει άλλο το παιδί της. Εξ άλλου, είχε και μία καλή σύνταξη που θα της επέτρεπε να πληρώνει στο ακέραιο το όχι ευκαταφρόνητο κόστος της διαμονής στη μονάδα.
Στην αρχή όλα φαίνονταν ιδανικά, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την εικόνα: υψηλής αισθητικής χώρος υποδοχής και, γενικά, ευχάριστη διάθεση και φιλικό περιβάλλον στα μάτια του επισκέπτη. Η ηλικιωμένη γυναίκα δεν παραπονιόταν παρά μόνο για την ποιότητα του φαγητού. Σε ερωτήσεις για τη συμπεριφορά του νοσηλευτικού προσωπικού, απαντούσε πως ήταν όλες «πολύ καλές κοπέλες».
Ώσπου ένα απρόσμενο γεγονός ήρθε να ταράξει το αίσθημα σιγουριάς του αναγνώστη και να τον ωθήσει στο να παρακολουθεί στενότερα τα τεκταινόμενα στην ΜΦΗ. Ήταν ο αιφνίδιος θάνατος μίας άλλης ηλικιωμένης που νοσηλευόταν σε γειτονικό θάλαμο. Η γυναίκα αυτή ήταν πρώην γειτόνισσα του αναγνώστη και τον εμπιστευόταν αρκετά ώστε να του μιλά «εκ βαθέων». Του εκμυστηρεύτηκε, λοιπόν, ότι, έχοντας ζήσει μία ολόκληρη ζωή με αξιοπρέπεια στο σπίτι της, είχε τώρα να αντιμετωπίσει την σκαιή συμπεριφορά κάποιων μελών του νοσηλευτικού προσωπικού. Μάλιστα, έκανε την δυσοίωνη πρόβλεψη ότι δεν επρόκειτο να μακροημερεύσει στο μέρος εκείνο. Πρόβλεψη που, δυστυχώς, σύντομα επαληθεύτηκε. Σημειώνω ότι η γυναίκα αυτή δεν υπέφερε από κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας. «Έσβησε» απλά από ένα αίσθημα βαθιάς θλίψης που της ήταν αδύνατο να αντέξει. Επισήμως, από ανακοπή...
Δεν πήρε καιρό στον αναγνώστη να διαπιστώσει ότι αποδέκτης παρόμοιων συμπεριφορών ήταν και η ίδια η μητέρα του, από ορισμένες νοσηλεύτριες που δεν έμπαιναν καν στον κόπο να τηρήσουν τα προσχήματα ακόμα και υπό την παρουσία του. Αν ήθελα να δώσω μία μεταφορική περιγραφή του φαινομένου, θα έλεγα ότι φέρονταν στη γυναίκα σαν λοχίες απέναντι σε νεοσύλλεκτο φαντάρο!
Όσοι έχουν σκύλο γνωρίζουν ότι πρέπει να τον βγάζουν βόλτα κάποιες φορές την ημέρα για τις «ανάγκες» του. Και ο σκύλος μαθαίνει πρόθυμα να προσαρμόζεται στο πρόγραμμα αυτό που του επιβάλλει το αφεντικό του. Με τον άνθρωπο, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ή έτσι, τουλάχιστον, πίστευε ο αναγνώστης ως τη στιγμή που κατάφερε να εκμαιεύσει από την τρομαγμένη μητέρα του την πληροφορία ότι μία νοσηλεύτρια, σε ρόλο αφεντικού ενός «σκύλου», της επέβαλλε πότε θα πήγαινε στο ειδικό μέρος και για πόσο διάστημα (κατά κανόνα ελάχιστο) θα παρέμενε σε αυτό. Σε κάποια περίπτωση, μάλιστα, στην ηλικιωμένη ασκήθηκε βία για να συντομεύσει...
Και, μια και βρίσκω το (αντι-)παράδειγμα του σκύλου εξόχως βολικό για τη συζήτηση, θα συμπληρώσω ότι ο τρόπος με τον οποίο η εν λόγω νοσηλεύτρια σέρβιρε τον δίσκο με το φαγητό στην ηλικιωμένη ήταν πολύ λιγότερο ανθρώπινος από εκείνον με τον οποίο σέρβιρα κάποτε εγώ το αντίστοιχο πιάτο στον σκύλο μου!
Σε αντιστάθμισμα, πάντως, όσων προανέφερα, οφείλω να σημειώσω ότι η πλειοψηφία του νοσηλευτικού προσωπικού στην ΜΦΗ κατέβαλλε προσπάθειες να επιδείξει ανθρώπινη συμπεριφορά και μια κάποια υποψία ζεστασιάς στους ηλικιωμένους. Άρκεσαν, όμως, ένα-δύο κακά πρόσωπα για να διαλύσουν την όποια καλή εικόνα. Πρόσωπα, εν τούτοις, στα οποία έμοιαζε να έχει εκχωρηθεί απεριόριστη εξουσία που έφτανε – θα μπορούσε κάποιος να πει με μια δόση υπερβολής – ως το δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους ηλικιωμένους! Κι αυτό επαληθεύτηκε με τον πλέον τραγικό τρόπο στην περίπτωση του αναγνώστη. Σεβόμενος, όμως, την επιθυμία του δεν θα περιγράψω τα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατο της μητέρας του μέσα στην ΜΦΗ...
Έγραψα το σημείωμα όχι τόσο για να καταγγείλω κάποιες από τις συνθήκες λειτουργίας ενός καθαρά κερδοσκοπικού συστήματος που διαχειρίζεται ανθρώπινες ζωές στον δύσκολο δρόμο προς τον τελικό τους σταθμό, όσο για να ενημερώσω και να αφυπνίσω τους συμπολίτες μας που αντιμετωπίζουν προβλήματα όμοια με αυτό του αναγνώστη. Αν κάποιος αναγκαστεί, ως τελική και αναπόφευκτη λύση, να απευθυνθεί σε κάποια ΜΦΗ, ας θυμηθεί ότι η μονάδα αυτή δεν είναι παρά μία επιχείρηση που προσφέρει έναν τύπο υπηρεσιών έναντι αδρής αμοιβής.
Το τραγικό της υπόθεσης έγκειται σε ένα ζήτημα ηθικής φύσης που αφορά την λειτουργική φιλοσοφία ορισμένων ΜΦΗ και, σε μεγάλο βαθμό, διαμορφώνει την συμπεριφορά τους απέναντι στους ηλικιωμένους που φιλοξενούνται εκεί. Θα το διατυπώσω συνοπτικά και με ωμό ρεαλισμό: Κάποιες από τις επιχειρήσεις αυτές (ευτυχώς όχι οι περισσότερες) θεωρούν a priori ότι ο πελάτης εναποθέτει εκεί τον ηλικιωμένο άνθρωπό του για να απαλλαγεί από το βάρος του ώσπου να έρθει το αναμενόμενο τέλος. Ή, για να το κάνω να ακουστεί ακόμα πιο ανατριχιαστικό: Θεωρούν ως δεδομένο ότι κάποιος αφήνει εκεί τον ηλικιωμένο απλά «για να πεθάνει»!
Είναι στην ευθύνη, λοιπόν, των συγγενών να καταστήσουν εξαρχής απόλυτα σαφές στις επιχειρήσεις ότι τέτοιες λογικές πόρρω απέχουν από τις προθέσεις τους, και ότι αυτό που ζητούν είναι ακριβώς να προσφέρουν στους αγαπημένους τους την δυνατότητα να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους – πολύ ή λίγο – με ποιότητα και αξιοπρέπεια. Κυρίως, οι συγγενείς πρέπει να αναπτύξουν την ικανότητα να «ακούν» ακόμα και αυτά που οι ηλικιωμένοι, είτε από φόβο είτε από αίσθημα συμβιβασμού, αποφεύγουν να εκφράσουν άμεσα. Και, όταν διαπιστώνουν παραλείψεις ή ανάρμοστες συμπεριφορές, να μη διστάζουν να υπερασπίζονται δυναμικά τους ανθρώπους τους!
Οι ΜΦΗ δεν θα έπρεπε να είναι το ελληνικό «Ναραγιάμα» αλλά η ελληνική απάντηση στο πνεύμα τού Ναραγιάμα! Αν, βέβαια, υπάρχουν ακόμα ελληνικές απαντήσεις σε έναν κόσμο όπου οι ιδιαίτερες πολιτισμικές αξίες ολοένα χάνονται μέσα στην παγκόσμια κρεατομηχανή της ομογενοποίησης. Και έναν κόσμο όπου όλα, πλέον, πουλιούνται κι αγοράζονται. Ακόμα και το δικαίωμα σε ένα αξιοπρεπές τέλος της ζωής...
* Στην Ι.Χ. που, όποτε κι αν έφευγε, πάλι νωρίς θα ήταν...
Aixmi.gr - ΤΟ ΒΗΜΑ
Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2019
Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019
Παντελή Χορν: "Το Μελτεμάκι"
Παίζουν: Πέμυ Ζούνη, Γιάννης Μόρτζος, Μελίνα Μποτέλη, Άννα Βαγενά, Ράνια Οικονομίδου, Τάσος Περζικιανίδης
Σκηνοθεσία: Ανδρέας Αντωνιάδης
Σκηνοθεσία: Ανδρέας Αντωνιάδης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









