Παρασκευή 19 Ιουνίου 2020

Πέντε χρόνια από ένα "ΝΑΙ" που ποτέ δεν έγινε "ΟΧΙ"...




Ήταν πέντε χρόνια πριν... Τρίτη, τελευταία μέρα του Ιούνη... Όλοι ξέραμε ότι θα βρέξει δυνατά το απόγευμα. Μα δεν ήταν ώρα για λιποψυχίες, όχι μια βροχή αλλά κι έναν κατακλυσμό ολόκληρο θα μπορούσε εκείνη τη μέρα να αψηφήσει κανείς!

Στο σταθμό του μετρό στο Σύνταγμα δημιουργήθηκε από νωρίς το αδιαχώρητο. Ήταν άνθρωποι από κάθε γωνιά της πόλης, που τους είχε σπρώξει εκεί η κοινή αγωνία για το μέλλον μιας χώρας που έμοιαζε υπνωτισμένη και παραδομένη στα χέρια μιας άγριας συμμορίας φανατικών που την έσερναν χαρωποί κι ανέμελοι προς τον γκρεμό, έτσι όπως οι τρομοκράτες σέρνουν μαζί στο θάνατο δεκάδες, εκατοντάδες ανθρώπων που τυχαίνει να βρεθούν στο δρόμο τους. Μόνο που εδώ το συναπάντημα δεν ήταν έργο της μοίρας, μα της αφροσύνης...

Εκείνο το σαββατοκύριακο που προηγήθηκε είχαμε ξυπνήσει, εντελώς απροετοίμαστοι, σε μια χώρα αλλιώτικη. Μια χώρα έτοιμη να αυτοκτονήσει μέσα σε μία εβδομάδα, έχοντας μόλις αποφασίσει τη διενέργεια ενός δημοψηφίσματος που αντιστέκεται ως σήμερα σε κάθε απόπειρα λογικής ερμηνείας.

Μάθαμε πως η ζωή που ξέραμε, και ό,τι ως πριν θεωρούσαμε δεδομένο κι αυτονόητο, είχαν χαθεί ξαφνικά. Αρκούσε το αυτάρεσκο νεύμα ενός νάρκισσου γητευτή με επιτηδευμένα ανορθόγραφο όνομα, το αφελές χαμόγελο ενός μικρού, μαθητευόμενου μάγου που βρέθηκε σε μια καρέκλα πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθός του, και οι υστερικές κραυγές μιας πολιτικής κόρης με εξουσίες αυτόκλητου εθνικού δικτάτορα, για να αμφισβητήσουν το δικαίωμα στη ζωή που μας ανήκε.

Κι επειδή ούτε για μια στιγμή πιστέψαμε ότι το δικαίωμα αυτό μπαίνει σε διαπραγμάτευση, κινήσαμε αυθόρμητα, χωρίς να δεχθούμε «καπελώματα» από κομματικούς «τσοπαναραίους» και πολιτικούς καθοδηγητές, για να ενώσουμε τις φωνές μας (ή έστω, τις απλές παρουσίες μας) εκφράζοντας την κοινή αγωνία για το αύριο μιας χώρας που φαινόταν ανήμπορη να σταματήσει το βαγόνι που την οδηγούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στις χωματερές της Ιστορίας.

Κάποιοι, εκπρόσωποι του τότε πλειοψηφικού ρεύματος, μας ειρωνεύτηκαν ή και μας χλεύασαν. Ο απαξιωτικός νεολογισμός «μενουμευρώπη» δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του στα social media αλλά και σε σοβαρά ειδησεογραφικά sites, διατηρώντας την ισχύ του ως σήμερα και παίρνοντας σιγά-σιγά τον χαρακτήρα δόκιμου όρου στην πολιτική ορολογία.

Υπήρξαν και κάποιοι που μεταχειρίστηκαν ακόμα και το όπλο της δυσφήμισης, αν όχι της απροκάλυπτης συκοφαντίας. Με αφορμή μία υπέρμετρα διακινηθείσα – και βάναυσα παρερμηνευμένη – φωτογραφία δημόσιας οινοποσίας στην πλατεία Συντάγματος, ακούστηκε πως οι αγωνιούντες για το αύριο της χώρας ήταν απλά οι «βολεμένοι» (κατά προτίμηση, του Κολωνακίου ή των βορείων προαστίων) που αρνούνταν να «ξεβολευτούν»! Κάποιος χαρισματικός μαρξιστής αρθρογράφος σε κορυφαίο ειδησεογραφικό ιστότοπο το έθεσε κομψότερα, δίνοντας μια ηρωική διάσταση στον εθνικό διχασμό των ημερών εκείνων: Ήταν ένας πόλεμος, έγραψε, ανάμεσα σε εκείνους που είχαν κάτι να χάσουν και εκείνους που δεν είχαν να χάσουν τίποτα, αφού ούτως ή άλλως τίποτα δεν τους ανήκε! Είναι να αναρωτιέται κανείς αν οι ιδεολογικές εμμονές επιτρέπουν, τελικά, ακόμα και τη στοιχειώδη επαφή με τη σύγχρονη πραγματικότητα...

Το περίφημο δημοψήφισμα αποδείχθηκε, τελικά, παρωδία και ο πολιτικός θρίαμβος της κυβέρνησης ήταν πύρρεια νίκη. Μέσα σε λίγες μόνο μέρες η ίδια αυτή κυβέρνηση, συνειδητοποιώντας το αδιέξοδο και το εν δυνάμει καταστροφικό της πολιτικής της, έκανε μια αναγκαστική – αλλά σε κάθε περίπτωση εντυπωσιακή – στροφή προς τον ρεαλισμό, και η χώρα σώθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή από την οριστική χρεοκοπία και το σκοτεινό «αύριο» των συσσιτίων και των ντροπιαστικών αποστολών ανθρωπιστικής βοήθειας!

Για εμάς που είχαμε κατέβει υπό καταρρακτώδη βροχή στο Σύνταγμα, ήταν μια κάποια δικαίωση. Από τα ίδια τα πράγματα, βέβαια, όχι από τη ρητορεία των φανατικών, που συνέχισαν να πιπιλούν με χλευαστική διάθεση την καραμέλα των «μενουμευρωπαίων», λες και επρόκειτο για εχθρούς της κοινωνίας και της πατρίδας, ή λες και οι χλευάζοντες δεν είχαν αντιληφθεί τον πολιτικό αναθεωρητισμό εκείνων που οι ίδιοι είχαν αναδείξει – και έμελλε να αναδείξουν εκ νέου – στην εξουσία.

Μένω τώρα με τις μνήμες ενός βροχερού απογεύματος στο τέλος του Ιούνη του 2015. Ξαναβλέπω τις λασπωμένες πατημασιές που ολοένα πυκνώνουν στα σκαλιά του μετρό στο Σύνταγμα, ακούω και πάλι τις εναγώνιες πολιτικές συζητήσεις του απλού κόσμου και τα περιρρέοντα σενάρια τρόμου να παίρνουν και να δίνουν κάτω από πρόχειρα υπόστεγα, φωνάζω ξανά τον πλανόδιο ομπρελά για να προλάβω να αγοράσω εκείνη την τελευταία ροζ ομπρέλα, αφού η γυναίκα μου αμέλησε, ως συνήθως, να πάρει μαζί τη δική της...

Και το χιλιοειπωμένο και κοινότοπο «ποτέ ξανά!» μου έρχεται αυθόρμητα στο νου, τόσο φυσικά που μοιάζει πρωτότυπο...

ΚΠ 

Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

"Χαθήκαμε..." Ένα ποίημα του Κώστα Μουρσελά


Κάποιες φορές (λίγες δυστυχώς...) η ποίηση πράγματι έχει κάτι το ουσιαστικό να πει.

Όταν ο λόγος είναι όχημα σκέψης αντί αυτοσκοπός περίτεχνου (αλλά γενικά ρηχού) εντυπωσιασμού. Κι όταν το μήνυμα είναι οικουμενικό, όχι αυτάρεσκα προσωποκεντρικό...

Το ποίημα του Μουρσελά αφορά όλους μας. Είτε το γνωρίζουμε, είτε όχι...


--------------------------------

Χαθήκαμε
σε μίζερες σκέψεις και μικρότητες,

χωρίς να λύσουμε
το μέγα μυστήριο του κόσμου,

για να μείνει το ερώτημα
άλυτο
και αδυσώπητο.

Πως έζησες, γιατί έζησες έτσι όπως έζησες,
τι θα μπορούσες να κάνεις και δεν έκανες,

για άλλο δρόμο έψαχνες, για άλλο νόημα,
λάθος κουδούνια, λάθος πόρτες χτύπησες,

λάθος δρόμους πήρες,
λάθος ανθρώπους αγάπησες,

σε λάθος κρεβάτια κοιμήθηκες,
σε λάθος σπίτια έζησες.

Γιατί τέτοια περιφρόνηση

σε αυτό που ονειρεύτηκες,
σε αυτό που σχεδίασες;

Κώστας Μουρσελάς

Κυριακή 24 Μαΐου 2020

Ας μη ζωντανέψει η μοίρα των «Διαλόγων» της «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ»...


Πάνε χρόνια που έκλεισε η «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ». Και, μαζί, συντελέστηκε ένα έγκλημα στον ηλεκτρονικό Τύπο: η διαγραφή των αρχείων των «Διαλόγων», του πιο intellectual κομματιού της ηλεκτρονικής έκδοσης της εφημερίδας!

Δεν θλίβομαι τόσο για τα κείμενα του μετριότατου αρθρογράφου. Αυτά σώθηκαν στα blogs του και πολλά από αυτά δημοσιεύθηκαν αργότερα, σε βελτιωμένες εκδοχές, στο ΒΗΜΑ και στο Aixmi.gr. Αυτό που μου προκαλεί μεγαλύτερη θλίψη είναι η απώλεια των σχολίων – υπό μορφή διαλόγων μεταξύ αναγνωστών – που συνόδευαν τα άρθρα αυτά. Διάλογοι υψηλού πνευματικού επιπέδου που, συχνά, ξεπερνούσαν κατά πολύ τους ορίζοντες των ίδιων των πρωτογενών κειμένων!

Το κλείσιμο ενός κορυφαίου site ενημέρωσης είναι πάντοτε μία μελαγχολική ιστορία. Συχνά προηγούνται σημάδια που το προαναγγέλλουν: Το site αρχίζει σιγά-σιγά να μοιάζει με εγκαταλειμμένο σπίτι που οι κάτασπροι τοίχοι του μαύρισαν, ενώ η αυλή του – πανέμορφη κάποτε – είναι τώρα πνιγμένη στα αγριόχορτα που κανείς δεν φρόντισε να κόψει... Η «είδηση» έχει πάψει εδώ και καιρό να είναι είδηση, αφού ο χρόνος μοιάζει να έχει παγώσει σε μία ημερομηνία που ολοένα απομακρύνεται από το παρόν, θαρρείς και κάποιος πάτησε το κουμπί τού “pause” στο video της επικαιρότητας...

Την τύχη των «Διαλόγων» της «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ» ελπίζω να μην έχει οποιοδήποτε άλλο αξιόλογο ειδησεογραφικό site του Διαδικτύου. Ακόμα και αν ένα site καταστεί ανενεργό (για λόγους που ούτε μπορούμε να γνωρίζουμε, ούτε και δικαιούμαστε να κρίνουμε) θα πρέπει πάση θυσία να διαφυλαχθεί το αρχείο του, αφού μέσα σε αυτό βρίσκονται αμέτρητες ώρες επίπονης δουλειάς, και κάποιες πολύτιμες ώρες ζωής που έχουν επενδυθεί εκεί...

Πάνω από τις όποιες ποδοσφαιρικές αντιπαλότητες, εκτιμώ τον Βαγγέλη Μαρινάκη γιατί έσωσε από αφανισμό το ιστορικό «ΒΗΜΑ» μαζί με δεκάδες θέσεις εργασίας. Με την εφημερίδα σώθηκε – και μάλιστα οργανώθηκε ξανά με τρόπο υποδειγματικό – το ηλεκτρονικό αρχείο της. Αυτά οφείλουμε να τα αναγνωρίσουμε.

Σε ό,τι αφορά, αν μη τι άλλο, την αρχειακή διατήρηση (αντί της οικονομικά πιο συμφέρουσας διαγραφής) αρθρογραφικού μόχθου ετών σε κάποια sites που ίσως αποφάσισαν (ή αναγκάστηκαν;) να καταστούν ανενεργά, είμαι βέβαιος ότι το ίδιο θα συνεχίσουμε να εκτιμούμε και πολλούς ακόμα ανθρώπους που, με όραμα και σκληρή δουλειά, έκαναν το Διαδίκτυο έναν χώρο που αξίζει να επισκεπτόμαστε και να ενημερωνόμαστε. Και η μοίρα του αρχείου των «Διαλόγων» ας μείνει σαν μία θλιβερή ανάμνηση ενός γεγονότος που δεν πρέπει να συμβεί ξανά στον χώρο της ηλεκτρονικής ενημέρωσης...

Σάββατο 9 Μαΐου 2020

Χυδαιολογία και ρατσισμός στην υπηρεσία του "πολιτισμού"



Στην έκδοση της 8-5-2020, η εφημερίδα "Αυγή" φιλοξενεί πολιτική δήλωση από το «Παρατηρητήριο COVID–19», διαδικτυακή εκπομπή του γνωστού δημοσιογράφου Κώστα Αρβανίτη που μεταδίδεται από το κανάλι YouTube του (προσκείμενου στον Σύριζα) ραδιοσταθμού "105,5 Στο Κόκκινο". Η δήλωση, η οποία υπερασπίζεται - υποτίθεται - "τους εργαζόμενους στον πολιτισμό και το θέαμα", καταλήγει ως εξής:

"Επειδή το θράσος περίσσεψε, ας ξανακούσουμε την Υβρεοπομπή του Φοίβου Δεληβοριά."

Ομολογώ ότι το τραγούδι δεν το γνώριζα (φυσικό αυτό για έναν "ξενέρωτο συντηρητικούρα" όπως εγώ). Έψαξα όμως και το βρήκα. Πρόκειται κατ' ουσίαν για μία εκχυδαϊσμένη εκδοχή του γνωστού "Διδυμότειχο Blues" σε ό,τι αφορά την βασική του στόχευση, που είναι η έκφραση απόλυτης απέχθειας για την στρατιωτική θητεία. Μόνο που τα εκφραστικά μέσα είναι τώρα διαφορετικά, αφού στη θέση της ποίησης παρελαύνει ένα ανθολόγιο χυδαιολογίας που συντίθεται από ό,τι πιο φτηνό θα μπορούσε κάποιος να ακούσει στην θύρα των φανατικών ενός ποδοσφαιρικού γηπέδου!

Παραθέτω το σχετικό video για όσους αντέχουν να το ακούσουν (ένα αντιεμετικό σκεύασμα θα μπορούσε να κάνει ευκολότερη την ακρόαση).



Το ύφος του δημοσιογράφου ελάχιστα με εκπλήσσει. Είναι άλλωστε απόλυτα εναρμονισμένο με την γενικότερη πολιτική εμπάθεια του χώρου τον οποίο αυτός υπηρετεί. Στέκομαι όμως σε έναν και μόνο στίχο από το τραγούδι:

"Να ρυθμίζουν με σφυρίχτρα το εν-δυο οι μικροτσούτσουνοι"

Αν η ποιότητα του τραγουδιού δείχνει το πώς ακριβώς αντιλαμβάνεται η "ανανεωτική αριστερά" (sic) τον "πολιτισμό" για τον οποίο εσχάτως κόπτεται, η αθλιότητα του πιο πάνω στίχου αφαιρεί ακόμα και τα κορδόνια από την υποκριτική μάσκα του δήθεν "αντι-ρατσισμού", με την οποία ο εν λόγω πολιτικός χώρος εμφανίζεται ως προστάτης των σεξουαλικών ιδιαιτεροτήτων! Αν δεχθούμε εκείνο που υπονοεί ο στίχος, τότε η αξιακή αποτίμηση ενός άντρα (εδώ το φύλο είναι απόλυτα προσδιορισμένο και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση!), η οποία τον καθιστά αποδεκτό είδος από την "προοδευτική" τέχνη, βρίσκεται σε ευθεία συνάρτηση με τα ανατομικά του "χαρίσματα" και τα δηλωτικά του φύλου του "προσόντα". Αυτό, τουλάχιστον, θα βεβαίωνε κάθε μάτσο φασίστας που σέβεται τον εαυτό του, αλλά και κάθε "χαζογκομενάκι" που, κρατώντας τη μεζούρα, παίρνει σβάρνα την πιάτσα των αγοριών και στη συνέχεια χλευάζει στην κοριτσοπαρέα όσους έκρινε ως "ολίγους"!

Αλλά, αν θέλουμε να απλώσουμε το ζήτημα πέρα από την σημειολογία των εμετικών στίχων ενός προχειρογραμμένου και παντελώς άτεχνου τραγουδιού, ο "πόνος" της "ανανεωτικής αριστεράς" για τον πολιτισμό φάνηκε μεγαλόπρεπα όταν, δύο χρόνια μετά το έγκλημα στη Marfin, είδε με περισσή κατανόηση κάποια γνωστά-άγνωστα "παιδιά", τα οποία με ποικίλους τρόπους διαχρονικά υπερασπίστηκε, να πυρπολούν ιστορικούς κινηματογράφους στο κέντρο της Αθήνας.

Εκτός βέβαια αν "πολιτισμός" είναι, τελικά, μόνο ό,τι υμνεί το κόμμα και ό,τι υπηρετεί τις πολιτικές επιδιώξεις του. Που μάλλον περί αυτού ακριβώς πρόκειται...

Παρασκευή 8 Μαΐου 2020

Εικόνες μιας πόλης...


Οδός Αδριανού στην Πλάκα


Μνημείο του Λυσικράτους στην Πλάκα


"Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα!" Το σπίτι του Αντωνάκη, 
Τριπόδων 32 στην Πλάκα

Καφέ "Μελίνα" στην Πλάκα


Βουκαμβίλια στο Καφέ "Μελίνα"


Μια πόρτα δίχως σπίτι, απέναντι από τους "Αέρηδες" στην Πλάκα


Πλατεία Συντάγματος


Πλατεία Συντάγματος


Πλατεία Συντάγματος

Τρίτη 5 Μαΐου 2020

Μεγάλα και μικρά Ολοκαυτώματα (λίγες σκέψεις 10 χρόνια μετά τη Marfin)




Όσο κι αν βασανίζω τη σκέψη μου, νιώθω αδύναμος να κατανοήσω τα Ολοκαυτώματα. Μεγάλα ή μικρά, από αιμοσταγείς παρανοϊκούς δικτάτορες ή από μικρούς κι ασήμαντους - αλλά εξίσου διεστραμμένους - φανατικούς που νομίζουν ότι δολοφονώντας όσους δεν ασπάζονται την "ιδεολογία" τους, κάνουν "επανάσταση"...

Τα Ολοκαυτώματα έχουν μέσα τους κάτι το μεταφυσικό που τα τοποθετεί έξω από τη λογική του καθημερινού ανθρώπου. Αλλά, ακόμα και από τη λογική των ίδιων των σοφών! Μιλώντας για το ναζιστικό έγκλημα των 6 εκατομμυρίων, ο φιλόσοφος και θεολόγος Emil Fackenheim είπε ότι ήταν "ένα φαινόμενο έξω από τα ανθρώπινα μέτρα, του οποίου το νόημα δεν πρέπει να αναζητήσουμε στην Ιστορία ή την Κοινωνιολογία αλλά στη Θεολογία, αφού η εξήγησή του – αν υπάρχει – μπορεί να είναι γνωστή μόνο στον Θεό".

Φοβάμαι ότι σε ανάλογο συμπέρασμα θα καταλήξουν οι φιλόσοφοι του μέλλοντος (αν το είδος αυτό υπάρχει ακόμα σε έναν κόσμο που έχει πάψει πια να σκέπτεται) προσπαθώντας να κατανοήσουν το έγκλημα στη Marfin, που στιγμάτισε ανεξίτηλα μία κοινωνική διαμαρτυρία 10 Μαΐους πριν (5-5-2010). Τρεις νέοι άνθρωποι και ένα αγέννητο μωρό κάηκαν ζωντανοί, πέφτοντας θύματα ενός παρανοϊκού μίσους που ξεπερνά ακόμα και αυτά τα ακρότατα του "πολιτικού" ακτιβισμού και εισέρχεται στον μυστηριακό κόσμο του απόλυτου Κακού. Ενός Κακού που τεντώνει τόσο πολύ τα ιδεολογικά άκρα ώστε να τα κάνει να συναντηθούν, έτσι που η διαστροφή του ναζισμού να μη διαφέρει, τελικά, σε τίποτα από εκείνη όσων δηλώνουν φανατικά πολέμιοί του!

Οι δολοφόνοι της Marfin δεν τιμωρήθηκαν ποτέ, γι' αυτούς δεν υπήρξε (ούτε, δυστυχώς, θα υπάρξει) "Νυρεμβέργη". Κι όσοι αρνήθηκαν να κρατήσουν ξεκάθαρες πολιτικές αποστάσεις από εκείνους, ανταμείφθηκαν ακόμα και με θεσμικά αξιώματα από έναν λαό που από την αρχή της Ιστορίας του έμαθε να μισεί για να υπάρχει. Και, σαν να μην έφταναν οι εξωτερικοί εχθροί - αληθινοί ή επινοημένοι - φρόντιζε πάντα να διχάζεται ώστε οι μισοί να εχθρεύονται τους άλλους μισούς...

Οι νεκροί της Marfin δεν θα βρουν, τελικά, ποτέ δικαίωση. Ας ευχηθούμε τουλάχιστον η θυσία τους να μην ξεχαστεί (και - γιατί όχι; - να μην πάει χαμένη) σε έναν τόπο όπου η πολιτική αντιπαράθεση δεν οδηγεί σε δημιουργική σύνθεση ιδεών αλλά σε αυτοκαταστροφική αλληλοεξόντωση. Κι έναν τόπο όπου ακόμα και η καταμέτρηση νεκρών φτάνει να γίνει εργαλείο πολιτικής. Είτε αυτοί πεθαίνουν από καλοκαιρινή πυρκαγιά, είτε από ανοιξιάτικη πανδημία...

Aixmi.gr

Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

ΤΟ ΒΗΜΑ - Θα ήταν φιλελεύθερο μέτρο ο περιορισμός των ηλικιωμένων;


Διάχυτη ήταν την περασμένη εβδομάδα η εντύπωση ότι η κυβέρνηση λάμβανε εισηγήσεις για εξαίρεση των «ηλικιωμένων» (κατά πληροφορίες, ως τέτοιοι ορίζονταν οι άνω των 65 χρόνων) από την χαλάρωση των μέτρων περιορισμού για τον COVID-19. Δεν είμαστε, φυσικά, σε θέση να αξιολογήσουμε τις εισηγήσεις αυτές από επιδημιολογική άποψη, καθώς δεν διαθέτουμε τις απαραίτητες γνώσεις. Μπορούμε, όμως, να σχολιάσουμε τις ιδεολογικές και πολιτικές διαστάσεις που θα είχε η υιοθέτησή τους από την πολιτεία, στην περίπτωση που η τελευταία είχε πειστεί να τις εφαρμόσει.

Με τον τρόπο, τουλάχιστον, που το ζήτημα είχε τεθεί δημοσίως, τα μέτρα (συνεχιζόμενου ή και διευρυμένου) περιορισμού των ηλικιωμένων δεν θα αφορούσαν την προστασία της υπόλοιπης κοινωνίας από τους ηλικιωμένους αλλά την προστασία των ίδιων των ηλικιωμένων, οι οποίοι ανήκουν στις λεγόμενες «ευπαθείς ομάδες» του πληθυσμού. Όπως διατυπώθηκε με σχεδόν ποιητικό τρόπο, οι άνθρωποι αυτοί «θα αργούσαν να αγκαλιάσουν τα εγγόνια τους για τη δική τους ασφάλεια και το δικό τους καλό».

Εδώ προκύπτουν, καταρχάς, μερικά ερωτήματα πρακτικής φύσης:

1. Με ποιους τρόπους θα μπορούσε η πολιτεία να ελέγχει την συμμόρφωση των ηλικιωμένων με τα νέα μέτρα επιλεκτικού περιορισμού; Θα σταματούσε, π.χ., στους δρόμους η αστυνομία πεζούς και οδηγούς που «έδειχναν ηλικιωμένοι» για να κάνει έλεγχο του έτους γέννησης στις ταυτότητες; Και, τι ποινικές συνέπειες θα επέφερε η άρνηση κάποιων ηλικιωμένων να «αυτο-προστατευτούν»; Θα πλήρωναν απλό πρόστιμο ή θα σύρονταν και στα δικαστήρια;

2. Σε ουκ ολίγες περιπτώσεις οι ηλικιωμένοι ζουν μαζί με τα (ή διαμένουν κοντά στα) εγγόνια τους, τα οποία, λόγω της αυξημένης κινητικότητας των παιδιών, αποτελούν κατ’ εξοχήν δυνητικούς μεταδότες του ιού. Με ποιον τρόπο τα νέα μέτρα περιορισμού θα διασφάλιζαν την προστασία των ηλικιωμένων από πιθανή μετάδοση σε αυτούς; Θα απαγορευόταν δια νόμου η επαφή τους με τα παιδιά εντός της ίδιας της οικίας τους;

Όμως, το ζήτημα θα μπορούσε να λάβει σοβαρές διαστάσεις και από τη σκοπιά της ιδεολογικής και πολιτικής συνέπειας. Το παρόν σύστημα διακυβέρνησης ήρθε στην εξουσία κρατώντας τη σημαία του φιλελευθερισμού. Ερώτηση: Θα ήταν ο εκ μέρους της πολιτείας επιβαλλόμενος περιορισμός των ηλικιωμένων, με σκοπό τη δική τους προστασία, συμβατός με τις αρχές του φιλελευθερισμού; Αν όχι, τυχόν εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου θα αναδείκνυε την «αλά καρτ» υιοθέτηση μιας ιδεολογίας από το σύστημα εξουσίας, η πίστη στην οποία ιδεολογία θα έπρεπε, εν τούτοις, να αναδεικνύεται σε κάθε περίπτωση. Ιδιαίτερα μάλιστα υπό τις δυσχερέστερες των περιστάσεων…

Ζητώντας απαντήσεις στα πιο πάνω ερωτήματα, ανατρέχουμε σε ένα εξαιρετικό σύγγραμμα αναφοράς, το βιβλίο «Φιλελευθερισμός» του Αριστείδη Χατζή. Κι εκεί διαβάζουμε μία θεμελιώδη θέση αρχής («αρχή της βλάβης») όπως την διατύπωσε ο εκ των πατέρων του Φιλελευθερισμού, John Stuart Mill (1806–1873) στο σύγγραμμά του «Περί ελευθερίας»:

«Ο μοναδικός σκοπός χάριν του οποίου νομιμοποιείται το κράτος να περιορίσει την ελευθερία του ατόμου παρά τη θέληση του τελευταίου, είναι για να αποτρέψει τη βλάβη σε άλλα άτομα. Δεν νομιμοποιείται όμως το κράτος να περιορίσει την ελευθερία του ατόμου για το ‘δικό του καλό’ (σωματικό ή ηθικό). Δεν δικαιούται να το υποχρεώσει να κάνει ή να μην κάνει κάτι διότι υποτίθεται πως έτσι θα είναι καλύτερα γι’ αυτό (…). Το άτομο είναι κυρίαρχο πάνω στον εαυτό του, πάνω στο σώμα του και στο μυαλό του.»

Όταν, λοιπόν, ένα σύστημα εξουσίας διατείνεται ότι επιβάλλει μέτρα προστασίας σε μία κοινωνική ομάδα «για το δικό της καλό», παύει εκ των πραγμάτων να ονομάζεται φιλελεύθερο. Εκτός αν παραδεχθεί ανοιχτά ότι το επικαλούμενο «καλό» της ομάδας δεν είναι παρά σχήμα λόγου, του οποίου η χρήση γίνεται προσχηματικά με σκοπό να αποκρυβούν αδυναμίες του ίδιου του συστήματος.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε εδώ ότι τα μέτρα γενικού περιορισμού του πληθυσμού που προηγήθηκαν (σε αυτά περιλαμβάνεται και αυτό της αυστηρής καραντίνας σε κάποιες περιπτώσεις) δεν αντίκεινται προς τις αρχές του φιλελευθερισμού, αφού οι υφιστάμενοι τον περιορισμό (όλοι εμείς, δηλαδή) δεν ήταν μόνο υποψήφια θύματα αλλά και υποψήφιοι μεταδότες της νόσου. Για να το θέσουμε απλά, δεν κλείστηκαν μέσα «για το καλό τους» και μόνο αλλά και για να μη βλάψουν άλλους. Η παρούσα συζήτηση αφορά αποκλειστικά τον επιλεκτικό περιορισμό των ηλικιωμένων (καθώς και άλλων ευπαθών ομάδων) για δική τους και μόνο προστασία.

Πριν λίγες μέρες αποπειράθηκα να θέσω το εξής – όχι ρητορικό – ερώτημα σε γνωστό μέσο κοινωνικής δικτύωσης:

Έχει δικαίωμα ένα σύστημα εξουσίας να περιορίζει την ελευθερία κάποιου «για το καλό του»; Και αν ναι, δικαιούται το σύστημα αυτό να δηλώνει φιλελεύθερο;

Από χρήστη του μέσου έλαβα την εξής απάντηση:

«Το ίδιο δικαίωμα που έχει, για παράδειγμα, να επιβάλλει τη χρήση ζώνης ασφαλείας και κράνους. Είναι υποχρέωση του κράτους να μεριμνά για τη ζωή των πολιτών.»

Το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος προφανώς προσπεράστηκε ως μη έχον σημασία, πράγμα αναμενόμενο υπό συνθήκες ακραίας υγειονομικής κρίσης όπου το αποτέλεσμα της αντιμετώπισης φέρει απείρως μεγαλύτερο βάρος από την ιδεολογική συνέπειά της. Εν τούτοις, το ζήτημα είναι δυνατό να προκαλέσει αμηχανία στους θεωρητικούς του Φιλελευθερισμού: Έχει ή όχι το κράτος την υποχρέωση να παρέμβει όταν ένας πολίτης δρα με τρόπο που θα μπορούσε να βλάψει την υγεία του ή να απειλήσει τη ζωή του;

Ο Α. Χατζής αφιερώνει ιδιαίτερη συζήτηση σε αυτό που ονομάζει κρατικό «πατερναλισμό». Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα όπου αναλύεται και καταρρίπτεται ένα σαθρό, κατά τον συγγραφέα, αντι-φιλελεύθερο επιχείρημα:

«Πολλοί ισχυρίζονται ότι το κράτος δικαιολογείται να είναι πατερναλιστικό γιατί εκπροσωπεί την κοινωνία που έχει συμφέρον στην προστασία των μελών της, ακόμα κι αν αυτά δεν την αποδέχονται. Μεταξύ των άλλων, διότι, όταν τα μέλη της θα υποστούν τις συνέπειες λανθασμένων επιλογών, η κοινωνία θα κληθεί να τους προσφέρει ένα δίχτυ ασφαλείας, αφού δεν μπορεί να τα εγκαταλείψει στις συνέπειες των καταστροφικών επιλογών τους.»

Και συνεχίζει:

«Αν δεν φοράς ζώνη ασφαλείας, θα πρέπει να σε περιθάλψει ένα δημόσιο νοσοκομείο αν εμπλακείς σε ατύχημα και τραυματιστείς. (…) Όμως, αν αυτό είναι ένα κριτήριο το οποίο θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη, τότε οπωσδήποτε θα πρέπει να απαγορεύσουμε ολοκληρωτικά το κάπνισμα. Διότι το κοινωνικό κόστος είναι τεράστιο σε ανθρώπινες ζωές αλλά και για το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Αν το καλοσκεφτούμε, θα πρέπει να απαγορεύσουμε επίσης το αλκοόλ, το κόκκινο κρέας, τις τηγανητές πατάτες και τα γλυκά.»

Και καταλήγει:

«Ο φιλελεύθερος δεν αρνείται ότι η ελευθερία έχει κόστος, αλλά τη θεωρεί τόσο συνυφασμένη με την προσωπικότητα του ανθρώπου, τόσο πολύτιμη, που είναι έτοιμος να αναλάβει αυτό το κόστος. Όχι όμως μόνο γιατί το όφελος από την ελευθερία είναι σχεδόν πάντα πολύ μεγαλύτερο από το κόστος, αλλά κυρίως γιατί η ελευθερία έχει μια αυτόνομη αξία.»

Γυρνώντας στο αρχικό μας θέμα, θα πρέπει να τονίσουμε και πάλι ότι σκοπός αυτού του σημειώματος δεν είναι να κρίνει κατά πόσον ένας επιβαλλόμενος από την πολιτεία περιορισμός στην ελευθερία μετακίνησης των ηλικιωμένων θα μπορούσε να είχε αποδειχθεί ευεργετικός για τη ζωή και την υγεία τους, αλλά να εξετάσει σε καθαρά θεωρητική βάση αν μία τέτοια περιοριστική πολιτική, με τον τρόπο που αυτή αιτιολογήθηκε, θα ήταν σύμφωνη με τις αρχές του ακραιφνούς φιλελευθερισμού, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί το δηλωμένο ιδεολογικό στίγμα της παρούσας κυβέρνησης.

Και θεωρούμε ότι θα ήταν τεράστια ηθική – και, εν τέλει, πολιτική – ήττα για οποιαδήποτε κυβέρνηση να βγει να δηλώσει ότι οι ιδεολογίες καταργούνται στην πράξη κάτω από κρίσιμες περιστάσεις. Τουναντίον, είναι αυτές ακριβώς οι περιστάσεις που δοκιμάζουν τις αντοχές των ιδεολογιών και τις κάνουν να ξεχωρίζουν από μεγάλα λόγια εκ του ασφαλούς ειπωμένα!

Όμως, πέρα από τις όποιες φιλοσοφικές αναλύσεις, η δύση της ζωής είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και κάθε σύστημα εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικού προσανατολισμού, οφείλει να την αντιμετωπίζει με σεβασμό και ευαισθησία. Ακόμα περισσότερο όταν την – λίγη ή πολλή – ζωή που απομένει έρχεται ξαφνικά να απειλήσει κάτι που ως λίγο πριν φαινόταν προνόμιο: η ελευθερία. Όση, έστω, η αμείλικτη Φύση επιτρέπει να υπάρχει ακόμα…

(Στη μνήμη της Ιφιγένειας Χ., που δεν πρόλαβε να ζήσει τη φρίκη…)

ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

ΤΟ ΒΗΜΑ - Το «σύνδρομο Μπεν-Χουρ», παλιό και νέο


Μία πρόσφατη επίσκεψη στο φαρμακείο της γειτονιάς μού έφερε στο νου ένα παλιότερο κείμενο [1] στο «Βήμα». Το κείμενο εκείνο αναφερόταν, συμβολικά, σε ένα «σύνδρομο Μπεν-Χουρ» για να περιγράψει την πολιτική εργαλειοποίηση του μίσους. Ήταν το μίσος (και το πάθος για εκδίκηση) εκείνο που κράτησε τον Ben-Hur στη ζωή. Και είναι το μίσος για τον πολιτικό αντίπαλο που, συχνά, ενσπείρουν κάποια κόμματα στον λαό για να εξασφαλίσουν την πολιτική τους επιβίωση...

Ξαναθυμήθηκα, λοιπόν, το «σύνδρομο» και την υπέροχη ταινία στην οποία αυτό παραπέμπει, όμως τούτη τη φορά για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Όσοι γνωρίζουν το φιλμ θα θυμούνται μία τρομακτική σκηνή: Η μητέρα και η αδελφή του κεντρικού ήρωα βρίσκονται κλειδωμένες μέσα σε ένα σκοτεινό κελί, στο υπόγειο κάποιας ρωμαϊκής φυλακής. Υποφέρουν και οι δύο από την νόσο του Χάνσεν (είναι λεπρές). Το κελί είναι ερμητικά κλειστό, και το μόνο που συνδέει το εσωτερικό του με τον έξω χώρο είναι ένα μικροσκοπικό πορτάκι. Μία φορά τη μέρα ένας φρουρός το ανοίγει για λίγο για να περάσει στις δύο γυναίκες ένα πιάτο φαγητό, ίσα να μην πεθάνουν της πείνας.

Ήρθα για μία στιγμή στη θέση των δύο λεπρών (τηρουμένων, φυσικά, των αναλογιών ανάμεσα σε περιπτώσεις μη-συγκρίσιμου μεγέθους!) καθώς έφτασα στο φαρμακείο και βρήκα την πόρτα κλειδωμένη. Η πόρτα – μάλλον πρόσφατης κατασκευής – ήταν βαριά και έδινε γενικά την εικόνα της ισχυρής θωράκισης. Όπως με αυστηρά νεύματα καθιστούσαν γνωστό οι φαρμακοποιοί, η επικοινωνία με τον πελάτη θα έπρεπε να γίνει μέσα από ένα μικροσκοπικό στρογγυλό φινιστρίνι που άνοιγε ίσα για να περάσει μία συνταγή ή μια συσκευασία φαρμάκου. Τούτη τη φορά οι δυνητικά «λεπροί» δεν βρίσκονταν μέσα αλλά έξω από τη «φυλακή»...

Κανείς, φυσικά, δεν μπορεί να ψέξει στο ελάχιστο τις πάντα ευγενέστατες φαρμακοποιούς της γειτονιάς μου, οι οποίες απλά ακολούθησαν τις οδηγίες αυτοπροστασίας που είχαν λάβει από τους αρμόδιους φορείς για την φονική επιδημία της εποχής. Το σημείωμα δεν σχολιάζει επαγγελματικές πρακτικές αλλά απλά καταγράφει, ίσως με μία δόση μελαγχολικού σαρκασμού, τα σημεία των καιρών. Ένας νέος και ανίκητος, ακόμα, ιός όρισε ξαφνικά μία καινούργια κοινότητα «λεπρών», της οποίας έχουμε όλοι γίνει εν δυνάμει μέλη.

Έτσι, φτάσαμε να αντιμετωπίζουμε την εγγύτητα ως απειλή κατά της ζωής, υποκαθιστώντας την φυσική επαφή με τις επικοινωνιακές δυνατότητες που παρέχει ένα ηλεκτρονικό λειτουργικό σύστημα. Και διαπιστώσαμε (χωρίς ιδιαίτερη έκπληξη, αφού τα κοινωνικά δίκτυα μας είχαν προ πολλού προϊδεάσει και προετοιμάσει) ότι το «από μακριά κι αγαπημένοι» είναι η χρυσή συνταγή για τη δημιουργία και τη διατήρηση φιλίας ανάμεσα σε άτομα με, κατά τα άλλα, πολύ διαφορετικά πρωτογενή χαρακτηριστικά προσωπικότητας.

Ορατός είναι τώρα ο κίνδυνος το νέο αυτό «σύνδρομο Μπεν-Χουρ», υπό τις θεσμικά κατοχυρωμένες, μάλιστα, ευλογίες της ίδιας της πολιτείας σε κάθε χώρα, να οδηγήσει και σε ένα είδος κοινωνικού διαχωρισμού (θα αποφύγω την ακραία λέξη «ρατσισμός») εις βάρος εκείνων που με γενικό (και μάλλον ασαφή) τρόπο αναφέρονται ως «ευπαθείς ομάδες». Αν, για παράδειγμα, μία πολιτεία θεσπίσει περιοριστικά μέτρα που αφορούν αποκλειστικά και μόνο τους «ηλικιωμένους», πώς ακριβώς θα προσδιοριστεί αυτή τούτη η έννοια του «ηλικιωμένου»;

Ο θείος μου ο Νικήτας (έχω αναφερθεί σε αυτόν σε παλιότερα κείμενα στο «Βήμα», αφού υπήρξε ίσως ο φανατικότερος αναγνώστης στην ιστορία αυτής της εφημερίδας!) έφυγε στα 94 χρόνια του. Μέχρι λίγο πριν το τέλος ήταν αρκετά υγιής, βάδιζε χιλιόμετρα καθημερινά σαν άσκηση (και μάλιστα πιο γρήγορα απ’ όσο θα μπορούσα να τον φτάσω!) και ήταν χρήσιμος – με όλη τη σημασία της λέξης – σε παιδιά, ανίψια και εγγόνια. Για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι να τον έριξε πολλές φορές στο κρεβάτι μία γρίπη, ενώ το απλό κρυολόγημα το περνούσε πάντα «στο πόδι». Αν υποτεθεί, λοιπόν, ότι ζούσε σήμερα κι ότι ερχόταν η πολιτεία να του ανακοινώσει επίσημα ότι «είναι πολύ γέρος» για να κυκλοφορεί στους δρόμους, θα ήταν σαν η ίδια αυτή πολιτεία να υπέγραφε την θανατική καταδίκη του. Ας σκεφτούμε τώρα ότι, σύμφωνα με όσα ακούγονται, αυτό το «πολύ γέρος» θα αφορά ίσως ακόμα και άτομα που, από άποψη ηλικίας, θα μπορούσαν να είναι παιδιά του...

Όμως, εκτός από τους «ηλικιωμένους», στις ευπαθείς ομάδες λογίζονται και τα άτομα με υποκείμενα χρόνια νοσήματα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι, απαραίτητα, απόμαχοι της ζωής. Πολλοί εργάζονται κανονικά και, γενικά, ζουν φυσιολογικές ζωές, εφαρμόζοντας απλά κάποια αναγκαία περιοριστικά μέτρα στην καθημερινότητά τους ή ακολουθώντας κατάλληλες θεραπευτικές αγωγές. Ερώτηση: Υπάρχει θεσμικά δόκιμος και – κυρίως – ηθικά αποδεκτός τρόπος να διαχωριστούν de jure από το υπόλοιπο σώμα της κοινωνίας σε ό,τι αφορά στοιχειώδη δικαιώματα, όπως η ελευθερία μετακίνησης και η δυνατότητα πρόσβασης στην εργασία; Πώς θα διασφαλιστεί στην περίπτωση αυτή το ιατρικό απόρρητο (ερώτημα μάλλον ρητορικό); Και, έχει άραγε υπολογιστεί το ψυχικό κόστος που θα επιφέρει αυτό το ιδιότυπο, και με επίσημη σφραγίδα προσδιοριστικό, «στίγμα» του νοσούντος, όταν μάλιστα η σύγχρονη ιατρική δεν παύει να τονίζει την σπουδαιότητα της θετικής αυτοεικόνας και της εν γένει αισιόδοξης στάσης ζωής ως ακέραιου μέρους μίας θεραπείας;

Ελπίδα όλων είναι, φυσικά, το νέο «σύνδρομο Μπεν-Χουρ» να μην μακροημερεύσει και σύντομα να ξαναγυρίσει η κανονικότητα στην κοινωνική ζωή. Το θλιβερό είναι ότι το παλιότερο (και, δυστυχώς, διαχρονικό στον τόπο μας) ομώνυμο «σύνδρομο» – εκείνο, δηλαδή, που χρησιμοποιεί το μίσος ως μέσο άσκησης πολιτικής – φαίνεται ότι καλά κρατεί. Γιατί, μετρώντας χαιρέκακα αριθμούς νεκρών, κάποια παραπολιτικά όργανα γκεμπελικής κοπής βγήκαν πρόσφατα στο προσκήνιο εξακοντίζοντας απειλές του τύπου «θα λογαριαστούμε», ή επιχειρώντας να σπιλώσουν την υπόληψη καταξιωμένων επιστημόνων που μάχονται νυχθημερόν για να περιορίσουν τις επιπτώσεις της θανατηφόρου επιδημίας. Αλλά, και οι εξ επισήμων πολιτικών χειλέων ακουόμενες αναγγελίες «θα λογοδοτήσουν», οι οποίες τεχνηέντως υπεμφαίνουν πολιτική ενοχή, ελάχιστα συντελούν στο κλίμα σύμπνοιας που οι παρούσες δύσκολες περιστάσεις επιβάλλουν.

Η εντύπωση που τελικά μένει είναι ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο – παλιό και νέο – ο Μπεν-Χουρ έχει αγαπήσει τόσο αυτή τη χώρα ώστε αρνείται να την εγκαταλείψει. Και τρομάζουμε τώρα στη σκέψη ότι αυτός μπορεί να είναι και ο μόνος «τουρίστας» που θα μας έχει απομείνει για φέτος! Όμως, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να σκεφτόμαστε θετικά. Μήπως κι αντέξουμε έτσι καλύτερα αυτό που μοιάζει με κακό όνειρο – μα δεν είναι...

[1] https://www.tovima.gr/2016/06/01/opinions/to-syndromo-mpen-xoyr-kai-to-politiko-systima/

ΤΟ ΒΗΜΑ

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Περί ενσυναίσθησης...

Lonely Woman

Κάποιες λέξεις αποκτούν κακή φήμη από την καταχρηστική μεταχείρισή τους στον καθημερινό λόγο...

Διάβασα πρόσφατα μερικά αφοριστικά (και μάλλον ειρωνικά) σχόλια για τη λέξη "ενσυναίσθηση". Όχι μόνο για την κατάχρησή της αλλά και για αυτή τούτη τη χρήση της. Όμως, οι λέξεις αξιολογούνται με βάση το εννοιολογικό περιεχόμενό τους, όχι με κριτήριο την ταυτότητα ή/και το πλήθος εκείνων που τις εκφέρουν. Αλλιώς, ας καταργήσουμε, π.χ., τη λέξη "πρόοδος" επειδή κάποιοι δηλώνουν (χωρίς πράγματι να είναι) "προοδευτικοί"!

Για όσους έχουν επιτρέψει στον εαυτό τους να βυθιστεί στη μαγεία του Πάρσιφαλ, η λέξη "ενσυναίσθηση" δεν χρειάζεται καν λεξικό, είναι a priori καθορισμένη μέσα τους. Το πιο κάτω άρθρο (το επέλεξα τυχαία ανάμεσα σε άλλα πολλά) αναλύει την έννοια και επισημαίνει κάποιες λεπτές διαφορές της από άλλες, συγγενείς έννοιες.

Τι είναι ενσυναίσθηση και ποια η δύναμή της


Κλείνω με ένα ερώτημα, ουδόλως ρητορικό: Είναι οι συνεχείς κρίσεις που ζούμε εδώ και μία δεκαετία που μας έχουν αλλάξει τόσο; Ή μήπως οι κρίσεις απλά ανέδειξαν αυτό που πάντα είχαμε υπάρξει;

Στ' αλήθεια δεν έχω απάντηση...