Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Η δύση μιας ζωής στο ελληνικό Ναραγιάμα…


Στην υπέροχη ταινία τού Σοχέι Ιμαμούρα, «Η μπαλάντα του Ναραγιάμα» (1983), οι ηλικιωμένοι κάτοικοι ενός φτωχού ιαπωνικού χωριού τον προ-περασμένο αιώνα οδηγούνται κατά παράδοση σε ένα κοντινό βουνό (Ναραγιάμα) για να περάσουν τις τελευταίες μέρες της ζωής τους, έτσι ώστε να μην επιβαρύνουν, λόγω της ανημπόριας τους, τα παιδιά τους που αγωνίζονται να επιβιώσουν.

Η ιδέα ακούγεται τρομαχτική στα αυτιά μίας σύγχρονης πολιτισμένης κοινωνίας. Ακόμα και σε αυτή την «πολιτισμικά καθυστερημένη» Ελλάδα, τέτοιο βουνό σίγουρα δεν υπάρχει – και μακριά από εμάς τέτοιες απάνθρωπες καταστάσεις! Ή μήπως υπάρχει;

Το κείμενο που ακολουθεί μεταφέρει αυτούσια την εμπειρία αναγνώστη, της οποίας εμπειρίας υπήρξα και προσωπικός μάρτυς έτσι ώστε να ομιλώ «μετά λόγου γνώσεως». Δεν επιχειρεί (το κείμενο) ηθική αξιολόγηση της καταφυγής στον «Ναραγιάμα» – ιδιαίτερα αν αυτή είναι η μόνη, δυστυχώς, λύση που απομένει – αλλά ζητά να φέρει στο φως κάποιες όχι και τόσο φανερές πτυχές της λειτουργίας ενός συστήματος που διαφημιστικά προβάλλεται με συγκινητικές εικόνες αγάπης και φροντίδας, συνοδευόμενες από λόγια γεμάτα συμπόνια και ανθρωπιά...

Η μητέρα του αναγνώστη πλησίαζε τα ενενήντα. Ήταν σχετικά καλά στην υγεία της για την ηλικία της, και διατηρούσε απόλυτη πνευματική διαύγεια. Είχε όμως αρχίσει να εμφανίζει σοβαρά κινητικά προβλήματα λόγω μυϊκής αδυναμίας στα κάτω άκρα, σε βαθμό που να μη μπορεί πλέον να περπατά και, γενικά, να αυτο-εξυπηρετείται χωρίς υποβοήθηση.

Αρχικά, ο αναγνώστης κατέφυγε στη λύση αλλοδαπών οικιακών βοηθών. Και, επί τέσσερα χρόνια «παρέλασαν» από το σπίτι της μητέρας του άτομα κάθε είδους και κάθε ηθικού αναστήματος (μεταξύ αυτών, μία εκδιδόμενη που ασκούσε το «επάγγελμα» κατά τις πολύωρες απουσίες της «για τα ψώνια του σπιτιού», ενώ τις νύχτες έμπαζε στο σπίτι τον προαγωγό της!). Μία τελευταία περίπτωση φάνηκε «λαχείο», αφού επρόκειτο για κάποια γυναίκα που έδειχνε ζήλο για τη δουλειά της και φερόταν σχετικά ανθρώπινα στην ηλικιωμένη. Όταν, όμως, συγκέντρωσε το ποσό που της χρειαζόταν, δήλωσε ξαφνικά ότι θα έπρεπε να γυρίσει στην πατρίδα της «για οικογενειακούς λόγους» (η συνήθης δικαιολογία σε αυτές τις περιπτώσεις).

Μη έχοντας πλέον άλλη λύση, και με βαριά καρδιά και αίσθημα υπέρμετρης ενοχής, ο αναγνώστης αποφάσισε να στραφεί στη λύση μίας κοντινής μονάδας φροντίδας ηλικιωμένων (ΜΦΗ, για συντομία). Είχε καλό όνομα στην περιοχή, και κάποιες προγενέστερες εμπειρίες του αναγνώστη συνηγορούσαν σε αυτό. Η μητέρα του – μία αξιοπρεπέστατη αρχοντογυναίκα – συνεργάστηκε απόλυτα καθώς δεν ήθελε να επιβαρύνει άλλο το παιδί της. Εξ άλλου, είχε και μία καλή σύνταξη που θα της επέτρεπε να πληρώνει στο ακέραιο το όχι ευκαταφρόνητο κόστος της διαμονής στη μονάδα.

Στην αρχή όλα φαίνονταν ιδανικά, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την εικόνα: υψηλής αισθητικής χώρος υποδοχής και, γενικά, ευχάριστη διάθεση και φιλικό περιβάλλον στα μάτια του επισκέπτη. Η ηλικιωμένη γυναίκα δεν παραπονιόταν παρά μόνο για την ποιότητα του φαγητού. Σε ερωτήσεις για τη συμπεριφορά του νοσηλευτικού προσωπικού, απαντούσε πως ήταν όλες «πολύ καλές κοπέλες».

Ώσπου ένα απρόσμενο γεγονός ήρθε να ταράξει το αίσθημα σιγουριάς του αναγνώστη και να τον ωθήσει στο να παρακολουθεί στενότερα τα τεκταινόμενα στην ΜΦΗ. Ήταν ο αιφνίδιος θάνατος μίας άλλης ηλικιωμένης που νοσηλευόταν σε γειτονικό θάλαμο. Η γυναίκα αυτή ήταν πρώην γειτόνισσα του αναγνώστη και τον εμπιστευόταν αρκετά ώστε να του μιλά «εκ βαθέων». Του εκμυστηρεύτηκε, λοιπόν, ότι, έχοντας ζήσει μία ολόκληρη ζωή με αξιοπρέπεια στο σπίτι της, είχε τώρα να αντιμετωπίσει την σκαιή συμπεριφορά κάποιων μελών του νοσηλευτικού προσωπικού. Μάλιστα, έκανε την δυσοίωνη πρόβλεψη ότι δεν επρόκειτο να μακροημερεύσει στο μέρος εκείνο. Πρόβλεψη που, δυστυχώς, σύντομα επαληθεύτηκε. Σημειώνω ότι η γυναίκα αυτή δεν υπέφερε από κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας. «Έσβησε» απλά από ένα αίσθημα βαθιάς θλίψης που της ήταν αδύνατο να αντέξει. Επισήμως, από ανακοπή...

Δεν πήρε καιρό στον αναγνώστη να διαπιστώσει ότι αποδέκτης παρόμοιων συμπεριφορών ήταν και η ίδια η μητέρα του, από ορισμένες νοσηλεύτριες που δεν έμπαιναν καν στον κόπο να τηρήσουν τα προσχήματα ακόμα και υπό την παρουσία του. Αν ήθελα να δώσω μία μεταφορική περιγραφή του φαινομένου, θα έλεγα ότι φέρονταν στη γυναίκα σαν λοχίες απέναντι σε νεοσύλλεκτο φαντάρο!

Όσοι έχουν σκύλο γνωρίζουν ότι πρέπει να τον βγάζουν βόλτα κάποιες φορές την ημέρα για τις «ανάγκες» του. Και ο σκύλος μαθαίνει πρόθυμα να προσαρμόζεται στο πρόγραμμα αυτό που του επιβάλλει το αφεντικό του. Με τον άνθρωπο, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ή έτσι, τουλάχιστον, πίστευε ο αναγνώστης ως τη στιγμή που κατάφερε να εκμαιεύσει από την τρομαγμένη μητέρα του την πληροφορία ότι μία νοσηλεύτρια, σε ρόλο αφεντικού ενός «σκύλου», της επέβαλλε πότε θα πήγαινε στο ειδικό μέρος και για πόσο διάστημα (κατά κανόνα ελάχιστο) θα παρέμενε σε αυτό. Σε κάποια περίπτωση, μάλιστα, στην ηλικιωμένη ασκήθηκε βία για να συντομεύσει...

Και, μια και βρίσκω το (αντι-)παράδειγμα του σκύλου εξόχως βολικό για τη συζήτηση, θα συμπληρώσω ότι ο τρόπος με τον οποίο η εν λόγω νοσηλεύτρια σέρβιρε τον δίσκο με το φαγητό στην ηλικιωμένη ήταν πολύ λιγότερο ανθρώπινος από εκείνον με τον οποίο σέρβιρα κάποτε εγώ το αντίστοιχο πιάτο στον σκύλο μου!

Σε αντιστάθμισμα, πάντως, όσων προανέφερα, οφείλω να σημειώσω ότι η πλειοψηφία του νοσηλευτικού προσωπικού στην ΜΦΗ κατέβαλλε προσπάθειες να επιδείξει ανθρώπινη συμπεριφορά και μια κάποια υποψία ζεστασιάς στους ηλικιωμένους. Άρκεσαν, όμως, ένα-δύο κακά πρόσωπα για να διαλύσουν την όποια καλή εικόνα. Πρόσωπα, εν τούτοις, στα οποία έμοιαζε να έχει εκχωρηθεί απεριόριστη εξουσία που έφτανε – θα μπορούσε κάποιος να πει με μια δόση υπερβολής – ως το δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους ηλικιωμένους! Κι αυτό επαληθεύτηκε με τον πλέον τραγικό τρόπο στην περίπτωση του αναγνώστη. Σεβόμενος, όμως, την επιθυμία του δεν θα περιγράψω τα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατο της μητέρας του μέσα στην ΜΦΗ...

Έγραψα το σημείωμα όχι τόσο για να καταγγείλω κάποιες από τις συνθήκες λειτουργίας ενός καθαρά κερδοσκοπικού συστήματος που διαχειρίζεται ανθρώπινες ζωές στον δύσκολο δρόμο προς τον τελικό τους σταθμό, όσο για να ενημερώσω και να αφυπνίσω τους συμπολίτες μας που αντιμετωπίζουν προβλήματα όμοια με αυτό του αναγνώστη. Αν κάποιος αναγκαστεί, ως τελική και αναπόφευκτη λύση, να απευθυνθεί σε κάποια ΜΦΗ, ας θυμηθεί ότι η μονάδα αυτή δεν είναι παρά μία επιχείρηση που προσφέρει έναν τύπο υπηρεσιών έναντι αδρής αμοιβής.

Το τραγικό της υπόθεσης έγκειται σε ένα ζήτημα ηθικής φύσης που αφορά την λειτουργική φιλοσοφία ορισμένων ΜΦΗ και, σε μεγάλο βαθμό, διαμορφώνει την συμπεριφορά τους απέναντι στους ηλικιωμένους που φιλοξενούνται εκεί. Θα το διατυπώσω συνοπτικά και με ωμό ρεαλισμό: Κάποιες από τις επιχειρήσεις αυτές (ευτυχώς όχι οι περισσότερες) θεωρούν a priori ότι ο πελάτης εναποθέτει εκεί τον ηλικιωμένο άνθρωπό του για να απαλλαγεί από το βάρος του ώσπου να έρθει το αναμενόμενο τέλος. Ή, για να το κάνω να ακουστεί ακόμα πιο ανατριχιαστικό: Θεωρούν ως δεδομένο ότι κάποιος αφήνει εκεί τον ηλικιωμένο απλά «για να πεθάνει»!

Είναι στην ευθύνη, λοιπόν, των συγγενών να καταστήσουν εξαρχής απόλυτα σαφές στις επιχειρήσεις ότι τέτοιες λογικές πόρρω απέχουν από τις προθέσεις τους, και ότι αυτό που ζητούν είναι ακριβώς να προσφέρουν στους αγαπημένους τους την δυνατότητα να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους – πολύ ή λίγο – με ποιότητα και αξιοπρέπεια. Κυρίως, οι συγγενείς πρέπει να αναπτύξουν την ικανότητα να «ακούν» ακόμα και αυτά που οι ηλικιωμένοι, είτε από φόβο είτε από αίσθημα συμβιβασμού, αποφεύγουν να εκφράσουν άμεσα. Και, όταν διαπιστώνουν παραλείψεις ή ανάρμοστες συμπεριφορές, να μη διστάζουν να υπερασπίζονται δυναμικά τους ανθρώπους τους!

Οι ΜΦΗ δεν θα έπρεπε να είναι το ελληνικό «Ναραγιάμα» αλλά η ελληνική απάντηση στο πνεύμα τού Ναραγιάμα! Αν, βέβαια, υπάρχουν ακόμα ελληνικές απαντήσεις σε έναν κόσμο όπου οι ιδιαίτερες πολιτισμικές αξίες ολοένα χάνονται μέσα στην παγκόσμια κρεατομηχανή της ομογενοποίησης. Και έναν κόσμο όπου όλα, πλέον, πουλιούνται κι αγοράζονται. Ακόμα και το δικαίωμα σε ένα αξιοπρεπές τέλος της ζωής...

* Στην Ι.Χ. που, όποτε κι αν έφευγε, πάλι νωρίς θα ήταν...

Aixmi.gr - ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019

Παντελή Χορν: "Το Μελτεμάκι"

Παίζουν: Πέμυ Ζούνη, Γιάννης Μόρτζος, Μελίνα Μποτέλη, Άννα Βαγενά, Ράνια Οικονομίδου, Τάσος Περζικιανίδης

Σκηνοθεσία: Ανδρέας Αντωνιάδης


Τετάρτη 21 Αυγούστου 2019

Σκοτώνει ο γάμος τον έρωτα;

Αλήθεια ή μύθος ότι «ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα»; (Μία όχι απαραίτητα συμβατική προσέγγιση)


Ακούμε συχνά να λέγεται πως «ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα». Αν και δεν ανήκω στους φανατικούς υπερασπιστές παραδοσιακών θεσμών, βρίσκω τη φράση το ίδιο παράλογη μ’ εκείνη που λέει πως «το αλκοόλ σκοτώνει»! Το αλκοόλ δεν είναι αφ’ εαυτού του ένα κακό πράγμα: το χρησιμοποιούμε για απολύμανση στις πληγές, ενώ ένα-δύο ποτηράκια κρασί με το φαγητό λέγεται πως κάνουν καλό στην υγεία. Από την άλλη, η οδήγηση υπό την επήρεια της ουσίας μπορεί να αποβεί μοιραία. Το αν το οινόπνευμα είναι «καλό» ή «κακό» εξαρτάται από το πώς το χρησιμοποιούμε.

Με την ίδια ακριβώς λογική, πριν σπεύσουμε να δαιμονοποιήσουμε τον γάμο ως μοναδικό κι αποκλειστικό «φονέα» του έρωτα, θα πρέπει να εξετάσουμε τον τρόπο διαχείρισης του θεσμού από τα ίδια τα συμβαλλόμενα μέρη. Ίσως τότε διαπιστώσουμε ότι η πραγματική παθογένεια του γάμου κρύβεται κάτω από μία θετική του πλευρά, της οποίας όμως γίνεται κακή χρήση: το αίσθημα της σιγουριάς.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερος εχθρός του έρωτα από την ψευδαίσθηση του δεδομένου ως αυτονόητου. Την αντίληψη, δηλαδή, πως μόλις η πρώτη σπίθα γίνει φωτιά, όλα παίρνουν νομοτελειακά τον δρόμο τους και η σχέση, με κάποιον μαγικό τρόπο, αυτοσυντηρείται χωρίς να απαιτεί να «ρίχνουμε ξύλα στο τζάκι». Ξεχνούν όμως οι κατ’ όνομα εραστές πως το αίσθημα της βεβαιότητας πρέπει να ανανεώνεται μέσα από διαρκή επανακατάκτηση του ερωτικού εταίρου. Η παράβλεψη αυτής της προϋπόθεσης ευθύνεται σημαντικά για την εξάτμιση του ερωτικού αισθήματος: Θεωρώντας καθένας εκ των δύο εραστών τον άλλον ως «αυτονόητα» δεδομένο, παύει να αποδύεται στον καθημερινό αγώνα να κατακτήσει εξαρχής τον ερωτικό του σύντροφο επιστρατεύοντας τον καλύτερο εαυτό του. Κι αυτή η από μέρα σε μέρα ανανέωση της αίσθησης του «ανήκειν» είναι που αναζωογονεί τη σχέση και την καθιστά βιώσιμη στον χρόνο.

Η μεγαλύτερη παγίδα στον γάμο, σε ό,τι αφορά την επιβίωση του ερωτικού αισθήματος, είναι η σταδιακή μετάλλαξη του «θέλω» σε «πρέπει». Ακούμε συχνά τη φράση-δηλητήριο: «Ο γάμος έχει υποχρεώσεις!» Κι ο ίδιος ο έρωτας, μάλιστα, προβάλλει ως «υποχρέωση» (αναφέρομαι, φυσικά, στη γελοία αντίληψη περί «συζυγικών καθηκόντων»). Έτσι, το αίσθημα της ελεύθερης επιλογής καταπνίγεται προς όφελος του αισθήματος του χρέους. Κι ο έρωτας, ως γνωστόν, δεν ανθεί ποτέ αν του στερήσεις την πιο βασική τροφή του: την ελευθερία!

Ας δούμε, ενδεικτικά, μερικά από τα αντιερωτικά «πρέπει» που ασυλλόγιστα υιοθετούνται κι αρθρώνονται στο πλαίσιο του θεσμού:

– Οφείλεις να με ακολουθείς στις κοινωνικές μου υποχρεώσεις, έστω κι αν δεν αισθάνεσαι βολικά, γιατί δεν θέλω να εμφανίζομαι μόνος / μόνη μου!

– Πρέπει να ρίξεις τη μύτη σου και να πας να παρακαλέσεις. Καλή η αξιοπρέπεια, αλλά τώρα έχεις οικογένεια!

– Δεν πρέπει να ξοδεύεις τόσο χρόνο με τους φίλους / τις φίλες σου. Σε χρειάζεται και το σπίτι!

– Καλά είναι τα χόμπι κι ο ελεύθερος χρόνος, όταν δεν έχεις υποχρεώσεις. Τώρα υπάρχουν άλλες προτεραιότητες!


Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα «πρέπει», σε ό,τι αφορά την βιωσιμότητα του ερωτικού αισθήματος, είναι η αντίληψη της αναγκαιότητας του «αυτοκόλλητου». Η άποψη, δηλαδή, ότι, σε έναν υγιή γάμο οι δύο εταίροι πρέπει να μοιράζονται την κάθε στιγμή. Θα σταθώ ιδιαίτερα σε ένα ζήτημα που θεωρώ σημαντικό, κι ας μην του έχει δοθεί η πρέπουσα σημασία: Ακούμε συχνά πως μία ασφαλής ένδειξη δυσλειτουργικότητας σε έναν γάμο είναι οι χωριστές κρεβατοκάμαρες. Αν το δεχθούμε ως δόγμα, τότε παραβλέπουμε κάποιες πολύ βασικές παραμέτρους στον ερωτικό μηχανισμό.

Ας σκεφτούμε απλά: Γιατί μία ερωτική σχέση στις αρχικές φάσεις της είναι έντονη και κατορθώνει να κρατά τους εραστές σε εγρήγορση; Διότι η προσβασιμότητα του ενός στον άλλο δεν είναι δεδομένη κι αυτονόητη αλλά αποτελεί προνόμιο που πρέπει διαρκώς να ανανεώνεται. Αυτή η μαγεία της ανανέωσης, όμως, εξανεμίζεται κάτω από μονίμως κοινά κλινοσκεπάσματα. Όπως χαρακτηριστικά άκουσα κάπου να λέγεται, μετά από μερικά χρόνια αγγίζεις ένα παραπλεύρως κείμενο σώμα και δεν διαφέρει πολύ από το ν’ αγγίζεις το δικό σου! Έτσι, η εξ ορισμού κοινή κρεβατοκάμαρα στερεί από τους εραστές την συγκίνηση που προσφέρει η προοπτική του μηδενισμού των αποστάσεων, και την γοητεία της προσπάθειας για συνεχή «κατάκτηση» του ερωτικού συντρόφου.

Μία από τις πλέον νοσηρές παρενέργειες του αισθήματος του δεδομένου στον γάμο είναι το «δικαίωμα» στον αλληλοεξευτελισμό. Δεν βλέπω πια τηλεόραση, αλλά μου μετέφεραν το περιστατικό: Σε talk show ιδιωτικού καναλιού, πριν πολύ καιρό, μία φιλοξενούμενη ακούστηκε να περιγράφει - υπό τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα σημαντικού μέρους του γυναικείου ακροατηρίου - την χλευαστική απάντηση που είχε δώσει στον σύζυγό της όταν εκείνος «τόλμησε» να ζητήσει λίγο χρόνο για τον εαυτό του, έξω από τις υποχρεώσεις του σπιτιού. Ομοίως ήρθε εις γνώση μου, παλιότερα, μία σκηνή σε εστιατόριο ξενοδοχείου, όταν ο σύζυγος παρακάλεσε την σύντροφό του να του γεμίσει το πιάτο από τον μπουφέ:

– Πήγαινε φτιάξ' το μόνος σου! Κουλός είσαι;

Δεν λείπουν, βέβαια, και οι συνήθεις χαρακτηρισμοί «άχρηστε», «ανίκανε», «ανώριμε», κλπ., συνοδευόμενοι συχνά από συγκριτικές αναφορές σε άλλα, «αξιότερα» αρσενικά...

Οι άντρες, από τη μεριά τους, έχουν κι εκείνοι τους δικούς τους τρόπους να υποβαθμίζουν τις γυναίκες τους. Για παράδειγμα, δεν παραλείπουν να εκφράσουν ανοιχτά τον θαυμασμό τους για άλλες γυναίκες που, υποτίθεται, πληρούν περισσότερο τα αισθητικά τους κριτήρια, ενώ παράλληλα αποδύονται σε έναν αγώνα διαρκούς επιβεβαίωσης ενός ανδρισμού που μονίμως αναζητά έξωθεν χορηγούμενα "πιστοποιητικά"…

Ατέρμων ο κατάλογος των λαθών που σκοτώνουν το ερωτικό αίσθημα στο πλαίσιο του γάμου. Κορυφαίο όλων, η αντίληψη πως μέσα στον θεσμό ο άλλος αυτοδίκαια γίνεται κτήμα μας. Έτσι, το θεωρούμε φυσικό να απαιτήσουμε να υποκαταστήσει την βούλησή του/της με την δική μας. Ξεχνούμε, εν τούτοις, ότι ο έρωτας απαιτεί δύο ανεξάρτητες, ελεύθερες βουλήσεις για να αναπτυχθεί, ενώ η ύπαρξη μιας μοναδικής βούλησης δεν αντιστοιχεί σε ερωτική σχέση αλλά μάλλον σε αυτοπάθεια.

Τελικά, λοιπόν, αληθεύει ότι ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα; Η άποψή μου είναι πως αυτός τούτος ο θεσμός στερείται… δολοφονικών διαθέσεων και μεθοδεύσεων. Είναι η κακοδιαχείριση των ιδιαιτεροτήτων του θεσμού αυτού από τα συμβαλλόμενα μέρη που ευθύνεται για την σταδιακή άμβλυνση, έως και την ολοκληρωτική εξανέμιση, των ερωτικών αισθημάτων. Εις επίρρωση των λεγομένων, θα επικαλεστώ προσωπική μαρτυρία. Έζησα για πολλά χρόνια στην Αμερική κοντά στους Μορμόνους, μία ιδιαίτερα συντηρητική κοινότητα. Οικογένειες με τέσσερα, πέντε ή έξι παιδιά δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο. Εν τούτοις, όσο κι αν ακούγεται απίστευτο, είδα ζευγάρια σε τέτοιες οικογένειες να παραμένουν ερωτευμένα ως τα βαθιά τους γεράματα! Βασικά συστατικά της κοινής ζωής τους, ο αλληλοσεβασμός και η διαρκής ανανέωση της σχέσης με κάθε δημιουργικό τρόπο.

Ο γάμος, λοιπόν, δεν σκοτώνει τον έρωτα αλλά, απλά, ευνοεί συνθήκες αυτοχειρίας του ερωτικού αισθήματος, με ευθύνη των ίδιων των εραστών. Και, θα το πω ωμά: ένας νεκρός από συναισθήματα γάμος δεν έχει λόγους ύπαρξης. Ένας έντιμος και αξιοπρεπής διαχωρισμός είναι σαφώς προτιμότερος και λιγότερο φθοροποιός από έναν διαρκή αλληλοεξευτελισμό και μία ατέρμονη ηθική αλληλοεξόντωση…

Aixmi.gr

Ο συμφωνικός χαρακτήρας της "Ντάμα Πίκα" του Τσαϊκόφσκι

Ακόμα κι όταν συνέθετε όπερες, ο Tchaikovsky ήταν πάντα συμφωνιστής. Ένα καλό παράδειγμα είναι η "Ντάμα Πίκα", η οποία, κατά μία έννοια, είναι μία μεταμφιεσμένη συμφωνία που σε πολλά θυμίζει τις μεγάλες συμφωνικές δομές του Gustav Mahler. Αυτή η "συμφωνία" σε τρία μέρη (πράξεις) και επτά κινήσεις (σκηνές) χτίζεται πάνω σε τρία μουσικά θέματα που λειτουργούν ως Leitmotiv στο οπερατικό επίπεδο. (Έχουμε εδώ μία σημαντική διαφορά από τις όπερες του Wagner, οι οποίες χρησιμοποιούν έναν μεγάλο αριθμό μουσικών θεμάτων που δεν σχετίζονται μεταξύ τους και έτσι δεν μπορούν τυπικά να θεωρηθούν σαν "συμφωνίες".)

Έχω επιλέξει εδώ το τέλος της δεύτερης και της τρίτης πράξης του αριστουργήματος του Tchaikovsky. Στην πρώτη σκηνή ακούγονται και τα τρία Leitmotiv της όπερας και, προς το τέλος της σκηνής αυτής, η αντίθεση ανάμεσα στο θέμα της αγάπης και το θέμα των τριών χαρτιών συμβολίζει τον διχασμό στη σκέψη και τα αισθήματα του Herman. (Είναι, θα λέγαμε, μία μουσική περιγραφή της σχιζοφρένειας!) Στο φινάλε της όπερας (τέλος της δεύτερης σκηνής) το θέμα της αγάπης ακούγεται ξανά, αυτή τη φορά στην εξαγνισμένη του μορφή, μετά την τελική κάθαρση...

Ο Valery Gergiev διευθύνει την Kirov Orchestra της Αγίας Πετρούπολης. Herman ο Gegam Grigorian, Liza η Maria Gulegina, Κόμισσα η Ludmila Filatova.


Πέμπτη 23 Μαΐου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Για τα γενέθλια ενός Γερμανού φιλέλληνα


Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από την αυτοβιογραφία (*) ενός μεγάλου Γερμανού καλλιτέχνη και φιλέλληνα, ο οποίος έκανε σκοπό της καλλιτεχνικής του δημιουργίας την αναβίωση του αρχαίου ελληνικού δράματος μέσω του λυρικού θεάτρου. Αφορμή παίρνω από την συμπλήρωση έξι χρόνων και δύο αιώνων από την γέννησή του.

«Οι ανταποκρίσεις των εφημερίδων και των περιοδικών από τον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία, μου είχαν προξενήσει φοβερή συγκίνηση. Έτσι, η αγάπη μου για την Ελλάδα, που αργότερα μετατράπηκε σε ενθουσιασμό για τη μυθολογία και την ιστορία της αρχαιότητάς της, πήγασε από το ζωηρό και επώδυνο ενδιαφέρον μου για τα γεγονότα του παρόντος. Στα κατοπινά χρόνια, η ιστορία των αγώνων των Ελλήνων κατά των Περσών μού έφερνε πάντα στο νου τη σύγχρονη επανάσταση κατά των Τούρκων.»

Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ (Richard Wagner) γεννήθηκε στη Λειψία στις 22 Μαΐου του 1813 και πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου του 1883 στη Βενετία. Μετά απ’ αυτόν, τίποτα στην όπερα – αλλά ίσως και στην Τέχνη γενικότερα – δεν ήταν ίδιο. Έκανε πράξη το όραμά του να συνενώσει όλες τις τέχνες (ποίηση, μουσική, εικαστικές τέχνες…) σε μία ενιαία Τέχνη που θα εμπεριείχε κάθε δυνατή έκφανση του ωραίου.

Σε ό,τι αφορά την όπερα (ορθότερα, «μουσικό δράμα») αναβάθμισε, μεταξύ άλλων, τον ρόλο της ορχήστρας από απλά συνοδευτικό και υποδηλωτικό του ρυθμού (νοοτροπία από την οποία, δυστυχώς, δεν ξέφυγε ούτε ο μεγάλος Βέρντι) σε ρόλο αληθινού φιλοσοφικού σχολιαστή τού επί σκηνής παριστώμενου δράματος, ανάλογου με τον χορό στο αρχαίο ελληνικό θέατρο.

Η υστεροφημία του Βάγκνερ αμαυρώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο λόγω του ότι ένας παράφρων Γερμανός δικτάτορας, ο οποίος έτυχε να συμπαθεί σε βαθμό ψύχωσης τη μουσική του, επέλεξε να τον καταστήσει εθνικό σύμβολο «απόλυτης γερμανικότητας» στην Τέχνη. Για τον ίδιο λόγο αποδόθηκε, όψιμα, υπέρμετρη σημασία στον φαινομενικό «αντισημιτισμό» του Βάγκνερ. Στην πραγματικότητα, η καταραμένη αυτή ετικέτα – που τον καταδιώκει ακόμα και σήμερα, ιδιαίτερα στο Ισραήλ – βασίζεται, κατά κύριο λόγο, σε ένα γελοίο δοκίμιο («Ο Ιουδαϊσμός στη Μουσική») το οποίο έγραψε για να δώσει διέξοδο στο σύμπλεγμα που τον διακατείχε απέναντι στην «εύκολη» (όπως πίστευε) καλλιτεχνική επιτυχία μεγάλων Εβραίων συνθετών της εποχής του, όπως ο Μέντελσον και ο Μάγερμπεερ.

Εν τούτοις, στον κύκλο του Βάγκνερ θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει πολλούς Εβραίους φίλους και συνεργάτες, ενώ ο ίδιος ουδέποτε δέχθηκε να προσυπογράψει αντισημιτικές διακηρύξεις! Είναι αξιοσημείωτο, μάλιστα, ότι ανέθεσε την διεύθυνση της τελευταίας – και, κατά πολλούς, κορυφαίας – όπεράς του, «Πάρσιφαλ», στον νέο και ταλαντούχο Γερμανοεβραίο μαέστρο Χέρμαν Λεβί (με τον οποίο ανέπτυξε και στενή προσωπική φιλία) παρά την έντονη αντίδραση χριστιανικών και αντισημιτικών κύκλων της εποχής (και, ενδεχομένως, την μη-εκφρασμένη αντίθεση της ίδιας του της συζύγου, της Κόζιμα Λιστ).

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, αυτό που εντυπωσιάζει ιδιαίτερα είναι το γεγονός ότι, σε αντίθεση με πολλούς άλλους φιλέλληνες που αγάπησαν τη χώρα αυτή κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) λόγω θαυμασμού για την αρχαιότητά της, ο Βάγκνερ – όπως φαίνεται καθαρά στην αυτοβιογραφία του – στράφηκε στη μελέτη της κλασικής Ελλάδας έχοντας ως αφετηριακό ερέθισμα τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες του σύγχρονού του Ελληνισμού.

Για τον Βάγκνερ, η Ελλάδα αποτελούσε μία ενιαία ιδέα και μια πολιτιστική αξία με απόλυτη ιστορική συνέχεια. Δυστυχώς, τον διέψευσαν οι κατοπινές γενιές των ίδιων των Ελλήνων…

(*) Richard Wagner, “My Life” (αγγλική έκδοση, Cambridge University Press, 1983). Η μετάφραση του αποσπάσματος έγινε από τον γράφοντα.

ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή 3 Μαΐου 2019

Μάτι: Η φονική πυρκαγιά (ΣΚΑΪ, 2/5/2019)

Νέες πτυχές της πύρινης τραγωδίας του περασμένου καλοκαιριού στην ανατολική Αττική αποκαλύπτει το ντοκιμαντέρ «Μάτι: Τα ντοκουμέντα μιλούν», μια μεγάλη έρευνα του Αλέξη Παπαχελά για την τηλεόραση του ΣΚΑΪ.

Η ολιγωρία και τα λάθη των αρμοδίων, οι μαρτυρίες αλλά και οι συγκλονιστικές τηλεφωνικές συνομιλίες πολιτών προς τις αρχές, συνθέτουν το δραματικό σκηνικό που εκτυλίχθηκε τη μοιραία νύχτα της 23ης Ιουλίου, κοστίζοντας τη ζωή σε 101 ανθρώπους...


Κυριακή 21 Απριλίου 2019

"Safety Last" | Harold Lloyd (1923)

Ο Harold Lloyd (1893 – 1971) ήταν, μαζί με τους Charlie Chaplin και Buster Keaton, ένας από τους τρεις μεγάλους κωμικούς του αμερικανικού "βωβού" κινηματογράφου. Η θρυλική ταινία "Safety Last" (1923) - λογοπαικτικό αντίθετο της έκφρασης "safety first", δηλαδή, η ασφάλεια πάνω απ' όλα - ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στην κωμωδία ευρημάτων και το θρίλερ που, κυριολεκτικά, κόβει την ανάσα του θεατή! Συμπρωταγωνιστεί η Mildred Davis, σύζυγος του Lloyd.

Η ταινία διακωμωδεί, θα λέγαμε, το αμερικανικό όνειρο της γρήγορης "επιτυχίας" (και του συνακόλουθου πλουτισμού) λίγα χρόνια πριν ξεσπάσει στην Αμερική το φοβερό "κραχ" του 1929. Η σκηνή όπου ο Lloyd κρέμεται από ένα ρολόι στον τοίχο ενός πολυώροφου κτιρίου, είναι από τις διασημότερες στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου!


Τετάρτη 17 Απριλίου 2019

Ένα "νι" έχει κι η ντροπή!


Πριν αποφασίσετε να δείτε την - σε στάδιο προετοιμασίας ευρισκόμενη - ταινία του Γαβρά, καλό θα είναι να θυμηθείτε ποιο είναι το πρόσωπο που η ταινία επιχειρεί να ηρωοποιήσει, μετατρέποντας έναν κυνικό, υπερφίαλο και νάρκισσο τυχοδιώκτη σε ρομαντικό ιδεολόγο επαναστάτη που, ως νέος Siegfried στο Götterdämmerung, τόλμησε να τα βάλει μόνος του με δυνάμεις πιο μεγάλες από εκείνον - και έπεσε ηρωικώς μαχόμενος!

Γιατί, κάποιοι δεν θα ξεχάσουμε τον δόλιο τρόπο με τον οποίο μας αποκοίμισε βεβαιώνοντας ότι οι τράπεζες δεν πρόκειται να κλείσουν, αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν, δήθεν, θεσμικά προβλεπόμενο. Και βρεθήκαμε για μέρες κυριολεκτικά να πεινάμε, μετρώντας τα ψιλά στο πορτοφόλι για ένα κουλούρι ή μία τυρόπιτα την ημέρα, αφού έπρεπε να εξοικονομήσουμε και το τελευταίο ευρώ για άλλες ανάγκες σημαντικότερες κι απ' την τροφή (όπως ανελαστικά ιατρικά έξοδα). Κάποιοι που, ως γνήσια κορόιδα, δεν είχαμε φροντίσει ποτέ να βγάλουμε κάρτες ή, έστω, να μαζέψουμε λίγα χρήματα κάτω απ' το στρώμα...

Δεν θα ξεχάσουμε τον αυτάρεσκο κομπασμό του «Αγάπη μου, έκλεισα τις τράπεζες» (“Honey, I just shut the banks”) και τον κυνισμό με τον οποίο απάντησε στον Αντώνη Σρόιτερ, όταν ο τελευταίος τον ρώτησε τι θα γίνει με τους ηλικιωμένους που, μέσα στην αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού, ταλαιπωρούνταν με τις ώρες στις ουρές έξω απ’ τις τράπεζες...

Δεν θα ξεχάσουμε την απόγνωση και το κλάμα ενός ανθρώπου προχωρημένης ηλικίας, που μάταια εκλιπαρούσε στην τράπεζα για λίγα μετρητά, ρωτώντας, ρητορικά, «Πώς θα ζήσουμε εγώ κι η γυναίκα μου;»...

Και, δεν θα ξεχάσουμε τις ανοργασμικές κυράτσες που έβγαιναν και τον αποθέωναν στα social media ως οιονεί ανεκπλήρωτο της ερωτικά άνυδρης ζωής τους, ρίχνοντας έτσι περισσότερα ξύλα στη φωτιά της ματαιοδοξίας του!

Όχι, γι' αυτό το ελεεινό δείγμα "ακαδημαϊκού" τσαρλατανισμού και πολιτικής δηθενιάς δεν αξίζει να σπαταληθεί δημόσιο χρήμα. Ακόμα και η αξία μιας τυρόπιτας από κείνες που μας κράτησαν στη ζωή το εφιαλτικό καλοκαίρι του 2015.

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε ένα χρόνο μετά...

Τα capital controls και τα κορόιδα...